Κατά των πρόωρων εκλογών ο Σόιμπλε - Συνεχίζεται η αβεβαιότητα

Περίοδο πολιτικής αβεβαιότητας φαίνεται να προμηνύει για την Ευρώπη η κατάρρευση της «Τζαμάικα» στη Γερμανία. Παρέμβαση Σόιμπλε.

kata-twn-prowrwn-eklogwn-o-soimple---sunexizetai-i-abebaiotita
SHARE THIS
1
SHARES

Περίοδο πολιτικής αβεβαιότητας φαίνεται να προμηνύει για την Ευρώπη η κατάρρευση της «Τζαμάικα» στη Γερμανία και η διαφαινόμενη νέα προσφυγή στις κάλπες. Χαρακτηριστικό είναι το το δημοσίευμα της γαλλικής Le Monde που μιλά για «πάρα πολύ άσχημα νέα για την Ευρωπαϊκή Ένωση». Το γερμανικό κυβερνητικό αδιέξοδο μπλοκάρει τις εξελίξεις στην Ένωση με τον Εμανουέλ Μακρόν να αναγνωρίζει τις συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης και να δηλώνει χθες ότι «δεν είναι προς το συμφέρον μας να παγώσει η διαδικασία».

Την ίδια στιγμή, μετά το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων για το σχηματισμό τετρακομματικής κυβέρνησης ο Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ αναζητεί από σήμερα λύσεις στο πρωτόγνωρο πολιτικό αδιέξοδο που βιώνει η χώρα. Σε συνομιλίες του σήμερα το απόγευμα με τον αρχηγό των Φιλελευθέρων Λίντνερ θα επιχειρήσει να διαπιστώσει εάν υπάρχουν περιθώρια για περαιτέρω συνομιλίες μεταξύ των χριστιανικών κομμάτων, του FDP και των Πρασίνων για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Νωρίτερα ο Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ θα έχει επαφές με τους συμπροέδρους των Πρασίνων, Πέτερ και Έζντεμιρ.

Θέλοντας προφανώς να εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες και παρότι οι Σοσιαλδημοκράτες διαμηνύουν εμφατικά ότι δεν προτίθενται να συνεργαστούν εκ νέου με την Άγκελα Μέρκελ για το σχηματισμό του λεγόμενου μεγάλου συνασπισμού CDU/CSU και SPD, o Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα έχει αύριο συνομιλίες και με τον πρόεδρο του SPD Μάρτιν Σουλτς προκειμένου να βολιδοσκοπήσει εάν το «όχι» του είναι τόσο κατηγορηματικό όσο ακούγεται. «Εάν οι ψηφοφόροι πρέπει να αποφασίσουν ποιος οδήγησε την Τζαμάικα στα βράχια, τότε […] οι εκλογές είναι μια καλή ευκαιρία», τόνισε χθες το βράδυ ο Μ. Σουλτς, χωρίς να αφήνει ουσιαστικά περιθώρια ελπίδας αλλά και παρερμηνειών.

Από την μεριά του, ο πρόεδρος της βουλής κ. Σόιμπλε κάλεσε και εκείνος τα γερμανικά κόμματα να αναλάβουν τις ευθύνες τους απέναντι στην Ευρώπη. Tα γερμανικά κόμματα οφείλουν να επιδείξουν μεγαλύτερη βούληση για συμβιβασμό και να αναλάβουν την ευθύνη για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού διότι η Ευρώπη και ο κόσμος έχουν ανάγκη το Βερολίνο να είναι ένας ισχυρός και αξιόπιστος σύμμαχος, δήλωσε σήμερα ο πρόεδρος του γερμανικού κοινοβουλίου Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Απευθυνόμενος στους βουλευτές μετά την κατάρρευση των τριμερών διαπραγματεύσεων για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε είπε: «Η Ευρώπη έχει ανάγκη μία Γερμανία που να είναι ικανή να δράσει. Οι αντιδράσεις από το εξωτερικό δείχνουν ότι η Ευρώπη και πολλές άλλες χώρες στον κόσμο περιμένουν εμάς».

«Οι προκλήσεις είναι τεράστιες και όπως εμείς έχουμε ανάγκη από ισχυρούς εταίρους, οι γείτονές μας θέλουν επίσης έναν αξιόπιστο εταίρο το πλευρό τους».

Οι ελπίδες των συντηρητικών

Το στρατόπεδο των χριστιανικών κομμάτων της Άγκελα Μέρκελ αντίθετα συνεχίζει να ελπίζει ότι μπορούν να αποφευχθούν νέες εκλογές. Ο γγ. των Χριστιανοκοινωνιστών Σόιερ υπογράμμισε χθες το βράδυ ότι η «κατηγορηματική άρνηση» των Σοσιαλδημοκρατών δεν είναι καλή για τη χώρα και πως πριν προκηρυχθούν βεβιασμένα πρόωρες εκλογές θα πρέπει να εξαντληθούν όλες οι υπάρχουσες δυνατότητες. Και η ίδια η πρόεδρος της CDU Άγκ. Μέρκελ εκτίμησε χθες Δευτέρα ότι η συζήτηση για το ενδεχόμενο συγκρότησης ενός μεγάλου συνασπισμού δεν έχει λήξει οριστικά. Το εάν θα απευθυνθεί εκ νέου στους Σοσιαλδημοκράτες θα εξαρτηθεί από τις προγραμματισμένες επαφές του Προέδρου της Δημοκρατίας με το SPD, όπως είπε.

Σε κάθε περίπτωση πάντως το ζητούμενο είναι η συγκρότηση μιας κυβέρνησης που θα απολαμβάνει μιας ευρείας και σταθερής πλειοψηφίας της γερμανικής Βουλής. Όπως σημειώνουν αναλυτές, μια κυβέρνηση μειοψηφίας όπου η Άγκ. Μέρκελ θα πρέπει να αναζητεί ad hoc συμμαχίες στο Κοινοβούλιο δεν ανταποκρίνεται ούτε στον ρόλο που διαδραματίζει η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης στην Ευρώπη και τον κόσμο, αλλά ούτε και στον τρόπο που η ίδια η Μέρκελ αντιλαμβάνεται τη διακυβέρνηση της χώρας.

Πρώτα εκλογή καγκελαρίου, μετά νέες εκλογές

Σε περίπτωση πάντως που δεν ευοδωθούν οι προσπάθειες του Προέδρου τότε η χώρα οδηγείται αναπόφευκτα σε νέες εκλογές. Ακούγεται μεν απλό, εντούτοις δεν είναι. Προκειμένου να μην γίνονται εκλογές κατά το δοκούν, το γερμανικό Σύνταγμα περιέχει διάφορες δικλείδες ασφαλείας, προβλέποντας μια σχετικά πολύπλοκη διαδικασία. Για να προκηρυχθούν νέες εκλογές και δεδομένου ότι δεν προβλέπεται όπως σε άλλες χώρες οι δυνατότητες αυτοδιάλυσης της Βουλής, θα πρέπει να εκλεγεί καταρχήν ένας νέος καγκελάριος από τους βουλευτές. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καλείται να προτείνει στο σώμα έναν υποψήφιο, ο οποίος έχει κατά τον ίδιο τις μεγαλύτερες πιθανότητες εκλογής.

Στην περίπτωση αυτή λοιπόν η Άγκ. Μέρκελ (θεωρητικά ο Πρόεδρος μπορεί να προτείνει και άλλον υποψήφιο) -και γνωρίζοντας ότι δεν έχει πλειοψηφία- θα έχει τον άχαρο ρόλο να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης. Σε περίπτωση που δεν αποσπάσει την απόλυτη πλειοψηφία, τότε πραγματοποιείται σε διάστημα 14 ημερών και δεύτερος γύρος, στον οποίο απαιτείται επίσης η απόλυτη πλειοψηφία. Αν αποτύχει και στον δεύτερο γύρο, τότε πραγματοποιείται άμεσα, εντός της ίδιας ημέρας πιθανότατα, ο τρίτος και τελευταίος γύρος όπου αρκεί η απλή πλειοψηφία. Στη συνέχεια ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καλείται να εκπληρώσει τον σημαντικότερο ίσως θεσμικό του ρόλο: μέσα στις επόμενες επτά μέρες μετά την εκλογή θα πρέπει είτε να ορίσει τον νέο καγκελάριο είτε να προχωρήσει σε διάλυση του Κοινοβουλίου. Οι νέες εκλογές πρέπει να προκηρυχθούν σε διάστημα 60 ημερών.

Νέες εκλογές την άνοιξη;

Παρότι το γερμανικό Σύνταγμα δεν προβλέπει ακριβή χρόνο για την κατάθεση της πρότασης του Προέδρου για τον/την υποψήφια καγκελάριο, κορυφαίοι συνταγματολόγοι αλλά και η νομική υπηρεσία της Bundestag συμφωνούν ότι τα περιθώριά του δεν είναι ανεξάντλητα και πως η πρόταση θα πρέπει να γίνει σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Αυτό απορρέει, σύμφωνα με τους ίδιους, την ερμηνεία του Άρθρου 63 του Συντάγματος όσο και, κυρίως, από το θεσμικό ρόλο του Προέδρου ως εγγυητή της πολιτικής σταθερότητας της χώρας.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα δεδομένα, οι νέες εκλογές θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν το διάστημα μεταξύ Ιανουαρίου και Απριλίου, με πιθανότερο σενάριο τον Μάρτιο.

Όποτε κι αν γίνουν πάντως είναι σχεδόν βέβαιο ότι το πολιτικό σκηνικό δεν θα αλλάξει άρδην: οι δημοσκοπήσεις δεν δείχνουν αξιοσημείωτες μεταβολές στα ποσοστά των κομμάτων σε σχέση με τις εκλογές του Σεπτεμβρίου. Γερμανοί αναλυτές εκτιμούν ότι ενδεχομένως να υπάρξουν κάποιες μικρές διακυμάνσεις, κυρίως προς όφελος των εθνολαϊκιστών της Εναλλακτικής για τη Γερμανία. Γι΄ αυτό άλλωστε κανείς πλην του AfD δεν θέλει στην πραγματικότητα τις νέες εκλογές.

Στην περίπτωση πάντως που επαληθευτούν απλώς σε γενικές γραμμές τα αποτελέσματα του Σεπτεμβρίου, τότε η συγκρότηση ενός μεγάλου συνασπισμού θα είναι πλέον μονόδρομος.

Yπερ των εκλογών το 45% των Γερμανών

Η πλειοψηφία των Γερμανών τάσσεται υπέρ της διενέργειας νέων εκλογών, σύμφωνα με δημοσκόπηση των ιδιωτικών τηλεοπτικών δικτύων RTL και n-tv. Πιο συγκεκριμένα το 45% τάσσεται υπέρ των νέων εκλογών, το 27% υπέρ ενός νέου μεγάλου συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών -Σοσιαλδημοκρατών και το 24% υπέρ κυβέρνησης μειοψηφίας των Χριστιανοδημοκρατών.

Εάν γίνονταν νέες εκλογές τα αποτελέσματα δεν θα διέφεραν όμως από εκείνα των εκλογών του Σεπτεμβρίου: Οι μεγάλοι κερδισμένοι θα ήταν οι Πράσινοι (Die Gruenen), οι οποίοι θα ελαμβαναν 12% (στις τελευταίες εκλογές έλαβαν 8,9%), η Χριστιανοδημοκρατική Ενωση (CDU/CSU) θα υφίστατο μείωση και θα ελάμβανε 31% (32,9%), οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) θα σημείωναν μικρή αύξηση και θα λάμβαναν 21% (20,5%), οι Φιλελεύθεροι (FDP) επίσης μικρή μείωση 10% (10,7%), η Αριστερά (Die Linke) θα ελάμβανε περίπου το ίδιο ποσοστό 9% (9,2%), το δε ακροδεξιό κόμμα «Εναλλακτική για την Γερμανία» (AfD) 12% (12,6% στις περασμένες εκλογές).

Σύμφωνα με την ίδια δημοσκόπηση, περισσότεροι από τους μισούς Γερμανούς, το 53%, δεν έχουν κατανόηση για την απόφαση των Φιλελευθέρων να διακόψουν τις διερευνητικές συζητήσεις για την συγκρότηση συνασπισμού τύπου «Τζαμάικα».

Τέλος, σχεδόν οι μισοί από τους ερωτηθέντες τάσσονται υπέρ της κ. Μέρκελ ως υποψήφιας καγκελαρίου των Χριστιανοδημοκρατών. Mεταξύ των ψηφοφόρων του κόμματός της (CDU) το ποσοστό είναι 85%, ενώ μεταξύ των ψηφοφόρων του βαυαρικού βραχίονά του, του Χριστιανοκοινωνικού κόμματος (CSU), 69%.

Με πληροφορίες από ΑΠΕ, Deutsche Welle
 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ακολούθησε το theTOC.gr στο Facebook