Κάτω από 1.000 € για το 70% στον ιδιωτικό τομέα- Οι μισθοί στο δημόσιο

Οι συντάκτες της έκθεσης του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ εκφράζουν έντονο προβληματισμό για την πορεία της οικονομίας

katw-apo-1000--gia-to-70-ston-idiwtiko-tomea--oi-misthoi-sto-dimosio
|
SHARE THIS
0
SHARES

Την αισιοδοξία ότι η ελληνική οικονομία θα επιστρέψει μέσα στο 2017 στα μονοπάτια της ανάπτυξης, τουλάχιστον με τον ρυθμό που προβάλλει η κυβέρνηση, αμφισβητεί ανοικτά μέσα από την ετήσια έκθεσή του το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ. Με το 51,6% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα να αμείβεται με λιγότερα από 800 ευρώ –το αντίστοιχο ποσοστό για τον δημόσιο τομέα είναι μόλις 11%- την αποταμίευση να έχει καταστεί αρνητική, τις ευέλικτες μορφές απασχόλησης να κυριαρχούν και την εικόνα της ανεργίας να χαρακτηρίζεται ως «πλασματική» οι συντάκτες της έκθεσης εκφράζουν έντονο προβληματισμό για την πορεία της οικονομίας χαρακτηρίζοντας τη δυναμική του ΑΕΠ ως «εύθραυστη και αδύναμη». Ενστάσεις εγείρονται και για τις τρεις βασικές συνιστώσες του ΑΕΠ:

1.     την κατανάλωση η οποία όπως αναφέρεται στηρίζεται κυρίως από τη μείωση του «πλούτου» και των καταθέσεων γεγονός που χτυπάει ή θα χτυπήσει στην εξυπηρέτηση των δανείων αλλά και στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων απέναντι στο δημόσιο

2.     τις εξαγωγές η πρόβλεψη για αύξηση των οποίων μπορεί να μην επιβεβαιωθεί λόγω της αρνητικής διεθνούς συγκυρίας αλλά και τις επενδύσεις οι οποίες «παραμένουν αρνητικές με αποτέλεσμα να μειώνεται το κεφαλαιακό απόθεμα της οικονομίας»

Αναλυτικά, οι εκτιμήσεις των αναλυτών του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για βασικά μεγέθη και δείκτες της ελληνικής οικονομίας είναι τα εξής:

ΑΕΠ: Η επεκτατική δυναμική της οικονομίας χαρακτηρίζεται εύθραυστη και αδύναμη. Όπως επισημαίνεται, σε όρους ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, η ανάκαμψη του πραγματικού τομέα βασίστηκε κυρίως στους κλάδους της μεταποίησης και της πληροφορικής και επικοινωνίας, ενώ σε όρους απασχόλησης συνέβαλαν επίσης η γεωργία και οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Η μεγάλη αύξηση της παραγωγής στον κλάδο των κατασκευών θεωρείται συγκυριακή ενώ η βελτίωση της απασχόλησης στο σύνολο της οικονομίας αφορά κυρίως επισφαλείς θέσεις εργασίας: «δεν παρατηρείται κάποιος ουσιαστικός παραγωγικός μετασχηματισμός που θα δημιουργούσε βάσιμες προσδοκίες μετάβασης της οικονομίας σε νέο, εξωστρεφές και διατηρήσιμο μοντέλο οικονομικής μεγέθυνσης» αναφέρουν οι συντάκτες της έκθεσης.

Κατανάλωση: Σημειώνει σημαντική απόκλιση από το διαθέσιμο εισόδημα μετά το 2012. Τα νοικοκυριά, στο σύνολό τους, εμφανίζονται να έχουν αρνητικές νέες αποταμιεύσεις. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ότι τα νοικοκυριά έχουν αρνητικό νέο δανεισμό συνεπάγεται ότι είναι πολύ πιθανό η κατανάλωση να χρηματοδοτείται από μη δηλωμένα εισοδήματα και από τη μείωση του πλούτου τους. Ωστόσο, η μείωση του πλούτου των νοικοκυριών έχει αρνητική επίδραση στις καταθέσεις τους και στη δυνατότητα ικανοποίησης των φορολογικών και των δανειακών υποχρεώσεών τους. Το ίδιο ισχύει και για τον επιχειρηματικό τομέα της οικονομίας. «Αυτές οι τάσεις επηρεάζουν αρνητικά τη φερεγγυότητα του τραπεζικού συστήματος και προκαλούν εμπλοκή στο ρόλο του στο σύστημα πληρωμών και χρηματοδότησης της οικονομίας».

Επενδύσεις: Παρατηρείται μικρού μεγέθους και αργός μετασχηματισμός της σύνθεσης των επενδύσεων με τον κύριο όγκο να προέρχεται από επιχειρήσεις σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο, που προερχόταν από τα νοικοκυριά. Οι επιχειρήσεις έχουν υποστεί απώλεια κεφαλαιακού αποθέματος ύψους 33,9 δισ. ευρώ στο διάστημα β΄ τρίμηνο 2009-β΄ τρίμηνο 2016, ενώ για το σύνολο της οικονομίας το αντίστοιχο μέγεθος υπερβαίνει τα 76 δισ. ευρώ. Σημειώνεται ότι, παρά την αύξηση των ακαθάριστων επενδύσεων των επιχειρήσεων, οι καθαρές επενδύσεις εξακολουθούν να είναι αρνητικές, μειώνοντας περαιτέρω το κεφαλαιακό απόθεμα της οικονομίας.

Εξαγωγές:  Οι συνθήκες στο διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη αβεβαιότητα, επομένως οι προσδοκίες για ενδεχόμενη βελτίωση της εξαγωγικής επίδοσης της ελληνικής οικονομίας είναι υψηλού ρίσκου. Οι εξαγωγές αυξάνονται οριακά μέσω της υποκατάστασης των εξαγωγών υπηρεσιών από εξαγωγές προϊόντων, με το εμπόριο καυσίμων και τις θαλάσσιες μεταφορές −που αποτελούσαν σημαντικές συνιστώσες των εξαγωγών− να παρουσιάζουν κάμψη. Ο εξαγωγικός τομέας καλείται να αυξήσει το μερίδιό του στο σύνολο του διεθνούς εμπορίου, το οποίο το 2015 συρρικνώθηκε κατά 12%, ενώ οι προοπτικές μετά το Brexit και την αβεβαιότητα που συνοδεύει την αλλαγή πολιτικής ηγεσίας στις ΗΠΑ, καθώς και η πιθανή ενεργοποίηση προστατευτικών πολιτικών δεν είναι ενθαρρυντικές για τις εξαγωγικές προοπτικές της χώρας.

Ανεργία: Κάνοντας χρήση εναλλακτικών δεικτών εκτίμησης του ποσοστού ανεργίας, που αποτυπώνουν πληρέστερα την κατάσταση της αγοράς εργασίας και που λαμβάνουν υπόψη τους ανέργους, τους αποθαρρημένους ανέργους, το λοιπό εν δυνάμει πρόσθετο εργατικό δυναμικό και τη μη ηθελημένη μερική απασχόληση, η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το «πραγματικό» ποσοστό ανεργίας φτάνει το 29,6%.  Η μακροχρόνια ανεργία συνεχίζει να κινείται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 70%.

Ευέλικτες μορφές απασχόλησης: Το 68,9% των εργαζομένων με μερική απασχόληση δηλώνει ότι ο λόγος για τον οποίο απασχολείται με αυτή τη μορφή εργασίας είναι ότι δεν μπορούσε να βρει πλήρη απασχόληση. Το ποσοστό των εργαζομένων στο όριο της φτώχειας που έχουν συμβάσεις ορισμένου χρόνου είναι περίπου τριπλάσιο από εκείνο των εργαζομένων με συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Μισθοί: Με λιγότερα από 800 ευρώ μηνιαίως, αμείβεται το 51,6% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. Από αυτούς, το 15,2% έχει μισθό έως 499 ευρώ, το 23,6% μεταξύ 500-699 ευρώ και το 12,8% μεταξύ 700-800 ευρώ. Μισθό της τάξεως των 800-999 ευρώ εισπράττει το 17,3% ενώ το όριο των 1.000 ευρώ ξεπερνά μόλις το 17,8% (σ.σ εκ των οποίων 11,1% μεταξύ 1.000-1.299 ευρώ και 6,7% άνω των 1.300 ευρώ). Αντίστοιχα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα: κάτω των 800 ευρώ ποσοστό 11% (3,1% έως 499 ευρώ, 3,5% μεταξύ 500-699 ευρώ και 4,4% μεταξύ 700-799 ευρώ), μεταξύ 800-999 ευρώ ποσοστό 23,6% και άνω των 1.000 ευρώ ποσοστό 54,4% (38,5% μεταξύ 1.000-1.299 ευρώ και 15,7% άνω των 1.300 ευρώ).

Φτώχεια: Ο δείκτης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού αυξήθηκε από 27,7% το 2010 σε 35,7% το 2015. Όπως ήταν αναμενόμενο, το μεγαλύτερο ποσοστό εντοπίζεται στους ανέργους, το οποίο αυξήθηκε την περίοδο 2010-2015 κατά 14,3%. Το ποσοστό φτώχειας στους μισθωτούς εργαζομένους αυξήθηκε σημαντικά μετά το 2011, και το 2015 βρίσκεται κοντά στο 18%. Όσον αφορά τις υπόλοιπες πληθυσμιακές ομάδες, εμφανίζουν αύξηση στο ποσοστό φτώχειας μέσα στην κρίση με εξαίρεση τους συνταξιούχους, οι οποίοι παρουσιάζουν μείωση της τάξης των 2,2 ποσοστιαίων μονάδων μεταξύ 2010-2015. Το γεγονός ότι οι συνταξιούχοι αποτελούν μια από τις πολυπληθέστερες κοινωνικές ομάδες συνέβαλε σημαντικά στη συγκράτηση του συνολικού ποσοστού φτώχειας.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ακολούθησε το theTOC.gr στο Facebook