Η ιδιωτεία της ιδιώτευσης

(Θυμο)σοφίες από παρεπιδημούσες στρουθοκαμήλους των Εξαρχείων

SHARE THIS
2
SHARES

Εκείνο το πρωί ξύπνησα νωρίς. Δεν με έπιανε ύπνος. Σαν να ήξερα πως οσονούπω θα ακούσω κάτι που θα ταράξει την κυριακάτικη νιρβάνα μου.

Άνοιξα την τηλεόραση και είδα στην εκπομπή του Γιώργου Αυτιά τον κ. Αλέκο Φλαμπουράρη να αποφαίνεται με στόμφο φιλοσόφου της παρισινής Μπελ Επόκ πως «πλέον δεν βλέπει ανθρώπους να ψάχνει στα σκουπίδια για το φαγητό του».

Άφησα την ατάκα αυτή να εγκατασταθεί στη μνήμη μου και συνέχισα την ζωή μου.

Μέχρι που μου δόθηκε αφορμή να την ξεθάψω από το υποσυνείδητο μου.

Τις προάλλες έκανα μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας. Ήταν απόγευμα και οι ανθρώπινες μορφές δεν φαίνονταν ξεκάθαρα στο σούρουπο.

Οπότε στην αρχή δεν τον είδα. Και τον προσπέρασα.

Μόνο όταν έφτασα στο επόμενο φανάρι της Σταδίου για να περάσω απέναντι, τότε κατάλαβα ποιος ήταν ο ζητιάνος που είχε ανασκουμπωθεί κάτω από μια μάλλινη κουβέρτα, τείνοντας την ανοικτή του παλάμη.

«Ο Χρήστος ρε. Ο Χρηστάκος», είπα από μέσα μου. Ένας συμφοιτητής μου στην Αγγλία, πριν δεκαπέντε χρόνια.

Πισωπάτησα και δειλά δειλά, για να μη νομίσει πως είμαι κανένας περίεργος, μπήκα μπροστά του.

«Χρήστο;», τον ρώτησα. «Ο Κωνσταντίνος είμαι, από την Αγγλία».

«Κωνσταντίνε; Τι κάνεις ρε φίλε; Όλα καλά;», με ρώτησε.

Και τα είπαμε για λίγο, αυτός στο καθιστό κι εγώ στο γονατιστό.

Σπουδαίο μυαλό ο Χρήστος. Μαθηματικός από τους λίγους. Σπινθήρες έβγαζε το μυαλό του, αν του έβαζες μπροστά του ένα μαθηματικό γρίφο.

Όμως, όπως έμαθα, μετά την επιστροφή του από την Αγγλία του έπεσαν όλα μαζί: παντρεύτηκε, έκανε παιδί, χώρισε, η γυναίκα του πήρε την επιμέλεια του παιδιού και μαζί το μοναδικό σπίτι που είχανε, οι γονείς του πέθαναν σε διάστημα ενός έτους και ο Χρήστος βρέθηκε με διατροφές, ΕΝΦΙΑ, κληρονομιές, μέσα στην απελπισία του έκανε και κάτι βλακείες με κάτι τοκογλύφους που του έφαγαν και τα υπόλοιπα και ξαφνικά έκανε την διαδρομή Παράδεισος-Κόλαση μέσα σε λιγότερο από πέντε χρόνια.

Του έδωσα κάποια χρήματα που είχα πάνω μου και του είπα να τα ξαναπούμε.

«Εγώ εδώ γύρω κινούμαι. Ξέρεις που θα με βρεις», μου είπε.

Τι να τον ρωτήσω; Να μου δώσει το νούμερο του κινητού του;

Μπήκα στο αυτοκίνητο και γύρισα σπίτι. Στην γυναίκα μου δεν είπα τίποτα για την συνάντηση μας.

Μόνο κλειδώθηκα στο μπάνιο. Κι έκλαψα.
Έκλαψα πολύ.
Όχι για τον Χρήστο –αν ήταν έτσι, θα έκλαιγα για τον κάθε επαίτη που συναντώ καθημερινά.

Για μένα έκλαψα.
Γιατί είναι σαν να είδα τον εαυτό μου σε μελλοντικό χρόνο.

Σαν να είδα όλους τους ανθρώπους της γενιάς μου να ισορροπούν πάνω στην λεπτή κόκκινη γραμμή που χωρίζει την ζωή από την επιβίωση.

Σκέφτηκα πως αν τα φέρει η ζωή έτσι, κι εγώ σε πέντε χρόνια δεν ξέρω τί μου ξημερώνει. Μπορεί κι εγώ να αναγκαστώ να αρπάξω μια κουβέρτα και να την βγάζω μέρα-νύχτα σε μια στοά της Σταδίου.

Σαν τον Χρήστο. Και σαν τόσους άλλους εκεί έξω, στην ηλικία μου.

Και εκεί πάνω θυμήθηκα τον ανάλγητο λόγο του κ. Φλαμπουράρη.

Το ξέρω πως αν με διαβάσει –που το αποκλείω- θα θεωρήσει την διήγηση μου «λαϊκιστική» ή «συναισθηματικά εκβιαστική».
Αλλά κ. Φλαμπουράρη εκφράστηκα με τον μόνο τρόπο που θεωρώ πως θα καταλαβαίνατε: με λαϊκισμό.

Και, ειλικρινά, δεν δέχομαι τον ισχυρισμό του πως «είναι από το πρωί στους δρόμους και βλέπει κόσμο».

Ο κ. Φλαμπουράρης ιδιωτεύει. Δεν γίνεται να μην τα βλέπει όλα αυτά.

Δεν γίνεται να μην βλέπει την μιζέρια.

Είναι κλεισμένος σπίτι του κι απολαμβάνει το φραπόγαλο του, κάνοντας μια ζωή σαν τους ιδιώτες στην Αρχαία Ελλάδα, τότε που η λέξη είχε άλλη σημασία.

Βγείτε λίγο έξω από το σπίτι σας κ. Φλαμπουράρη. Και μη σταματήσετε στα όρια Κολωνακίου-Εξαρχείων. Κατεβείτε και λίγο πιο κάτω, στο σημείο εκείνο της πόλης που ειναι ανήλιαγο. 

Το χρωστάτε στον Χρήστο. Και στον κάθε Χρήστο εκεί έξω.

Ακολούθησε το theTOC.gr στο Facebook