Κι όμως (δεν) γυρίζει...

Μπορεί ακόμα η κυβέρνηση να ανατρέψει το εις βάρος της κλίμα;

SHARE THIS
163
SHARES

Μπορεί ακόμα η κυβέρνηση να ανατρέψει το εις βάρος της κλίμα;

Εδώ και μήνες, και πάντως σίγουρα μετά το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης, ακούγεται όλο και εντονότερα –άλλοτε ως ευχή και άλλοτε ως ανησυχία- η εξής σκέψη: «η ελληνική οικονομία μοιάζει με ελατήριο που έχει συμπιεσθεί τόσο, ώστε η εκτόξευσή του να φαντάζει περίπου προδιαγεγραμμένη. Αυτό δεν μπορεί παρά να το καρπωθούν πολιτικά οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ». Την πεποίθηση αυτή μάλιστα – τουλάχιστον ως προς το πρώτο της σκέλος- φαίνεται να την ασπάζεται και σημαντικό κομμάτι της αγοράς: το χρηματιστήριο ανεβαίνει, η χώρα κατόρθωσε έπειτα από 3 χρόνια να ξαναδανειστεί από τον ιδιωτικό τομέα, ενώ η θεωρία περί αυτονόμησης της Οικονομίας από την παραπαίουσα Πολιτική έχει αρχίσει να κάνει την εμφάνισή της και σε μεγάλα Μέσα Ενημέρωσης.

Υπάρχουν, βέβαια, πολλά βάσιμα αντεπιχειρήματα: η όποια εμπιστοσύνη των επενδυτών είναι συγκυριακή και ευνοείται από τον διεθνή παράγοντα εν όψει γερμανικών εκλογών. Η υπερφορολόγηση, τα χρόνια προβλήματα της ελληνικής Διοίκησης και η εχθρική στάση πολλών κυβερνητικών στελεχών απέναντι στο επιχειρείν, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα που γεννά η αδυναμία αυτής της κυβέρνησης να πείσει για την αποφασιστικότητά της να ολοκληρώσει με ταχύτητα και αποτελεσματικότητα το υπάρχον πρόγραμμα, «σκοτώνουν» κάθε σοβαρή αναπτυξιακή δυναμική. Συν τοις άλλοις, η δέσμευση για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μοιάζει μάλλον ασύμβατη με τους ιδιαίτερα φιλόδοξους αναπτυξιακούς στόχους, η επίτευξη των οποίων είναι απαραίτητη για να «βγει» το πρόγραμμα και να μην επιδεινωθεί η δυναμική του χρέους. Το αποτέλεσμα; Τυχόν υστέρηση είναι πολύ πιθανό να σημάνει λήψη νέων δημοσιονομικών μέτρων τα οποία εκ των πραγμάτων θα υπονομεύσουν την αναπτυξιακή προοπτική.

Παρολαυτά, το ενδεχόμενο η οικονομία να αρχίσει έστω και δειλά να ανακάμπτει έπειτα από τόσα χρόνια συνέχους βύθισης θα ήταν μάλλον παράλογο να αποκλεισθεί. Ειδικά, αν αναλογισθεί κανείς πως η Ελλάδα συγκριτικά με τις γειτονικές χώρες αποτελεί όαση σταθερότητας και προσήλωσης στο δυτικό στρατόπεδο, γεγονός που λειτουργεί ευεργετικά για το οικονομικό κλίμα.

Εφόσον, λοιπόν, το σενάριο αυτό επαληθευτεί, δικαιούται ο ΣΥΡΙΖΑ να ελπίζει σε ανατροπή του πολιτικού παιχνιδιού; Για να απαντήσουμε θα πρέπει πρώτα να αναρωτηθούμε: πρώτον, η όποια ανάκαμψη θα προλάβει να γίνει αισθητή στην «τσέπη»  του πολίτη; Με βάση την παραδοχή ότι η βελτίωση των αριθμών προηγείται χρονικά της βελτίωσης της πραγματικότητας και ότι η ανάκαμψη λογικά θα επηρεάσει αρχικά κοινωνικά στρώματα στα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ιδιαίτερα ερείσματα, ακόμα και αν υποθέσουμε πως οι εκλογές γίνουν στην ώρα τους, είναι εξαιρετικά αμφίβολο εάν τα 2 χρόνια αρκούν για να καταστεί αντιληπτή η διαφορά στο σύνολο του εκλογικού σώματος.

Δεύτερον, το αφήγημα της αντιπολίτευσης πως αν δεν είχε μεσολαβήσει η περιπέτεια ΣΥΡΙΖΑ, η ανάπτυξη θα ήταν πιο ισχυρή και θα είχε επιστρέψει πολύ νωρίτερα, βρίσκει ευήκοα ώτα στην κοινωνία; Κατά βάση ναι. Κι αυτό όχι γιατί ο κόσμος είναι ικανοποιημένος από τις προηγούμενες κυβερνήσεις ούτε προφανώς γιατί θέλει να «γυρίσει στα παλιά»· αλλά επειδή η διαχειριστική ανεπάρκεια, οι στρατηγικές αστοχίες και η καθολική διάψευση των προσδοκιών των πολιτών ακόμη και σε ζητήματα προνομιακά για ένα κόμμα δίχως κυβερνητικό παρελθόν –όπως διαφάνεια, καταπολέμηση της διαφθοράς και της κομματοκρατίας, σεβασμός στους θεσμούς- έχουν οδηγήσει το μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης στο εξής απλό συμπέρασμα: «μέχρι κι οι προηγούμενοι καλύτερα θα τα κατάφερναν».

Εξάλλου, είναι ορατό πως η κυβέρνηση έχει εξαντλήσει το πολιτικό της κεφάλαιο. Έχει απογοητεύσει, έχει εξοργίσει, στην καλύτερη των περιπτώσεων έχει κουράσει. Ως εκ τούτου, ακόμα και όταν παρουσιάζει θετικά αποτελέσματα, αυτά πολύ γρήγορα αμφισβητούνται, απαξιώνονται και συχνά διακωμωδούνται από την συντριπτική πλειονότητα του κόσμου.

Το συμπέρασμα; Πέρα από όσους ευνοούνται άμεσα από την κυβέρνηση –πολλοί εκ των οποίων είναι πιθανό να την εγκαταλείψουν μόλις οσμιστούν «αλλαγή φρουράς»- και κάποιες συντεχνίες που εύλογα αισθάνονται πως προστατεύονται πιο αποτελεσματικά με το υπάρχον status quo, το ακροατήριο αυτών που είναι διατεθείμενοι έστω να «ακούσουν» το όποιο κυβερνητικό αφήγημα είναι απελπιστικά μικρό. Ακόμα κι αν αυτή την φορά το αφήγημα είναι πολύ πιο κοντά στην αλήθεια από ό,τι τις προηγούμενες.

Είναι λοιπόν η κατάσταση για τον ΣΥΡΙΖΑ τόσο τραγική; Όχι ακριβώς. Διότι η εντύπωση πως πάρα τα λάθη και το επιπρόσθετο κόστος κουτσά - στραβά τα καταφέραμε δεν επαρκεί μεν για πλήρη αλλαγή του κακού κλίματος, μπορεί όμως άνετα να εδραιώσει τον ΣΥΡΙΖΑ ως εναλλακτικό πόλο εξουσίας. Ιδίως, από τη στιγμή που και η επόμενη κυβέρνηση θα κληθεί να διαχειριστεί μια πολύ δύσκολη κι επώδυνη κατάσταση. Και ιδίως από τη στιγμή που ο προοδευτικός χώρος, ο οποίος είναι ο μόνος που έχει τη δυνατότητα να εκτοπίσει οριστικά τον ΣΥΡΙΖΑ από το δίπολο εξουσίας, επιλέγει να παλεύει με φαντάσματα κι εμμονές αντί να αξιοποιήσει την ιστορική ευκαιρία για ολική επαναφορά.

Όσοι επομένως επιθυμούν να «τελειώσουν» πολιτικά με τον ΣΥΡΙΖΑ ας κοιτάξουν πώς θα προσφέρουν στον κόσμο κάτι σαφώς πιο ελκυστικό: σε πρόσωπα, σύμβολα και ιδεολογική – προγραμματική πλατφόρμα.

 

Ακολούθησε το theTOC.gr στο Facebook