Έφυγε από τη ζωή ο Τρύφων Καρατζάς στα 82 του χρόνια- 62 χρόνια στο σανίδι

Μια ζωή γεμάτη θέατρο. Μια «παράσταση» που διήρκεσε πάνω από 60 χρόνια. Το σανίδι για εκείνον ήταν το φυσικό περιβάλλον του.

efuge-apo-ti-zwi-o-trufwn-karatzas-sta-82-tou-xronia--62-xronia-sto-sanidi
SHARE THIS
0
SHARES

Την είδηση του θανάτου του έκανε γνωστή η κόρη της Βίκυς Σταυροπούλου, Δανάη Μπάρκα, με ανάρτηση στα social media της.

 

Ο Τρύφωνας Καρατζάς γεννήθηκε στις 5 Οκτωβρίου1935 στην Αθήνα και σπούδασε στη Δραματική Σχολή Ωδείου Αθηνών, μετά τις σπουδές του στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας υπηρέτησε ως εκφωνητής στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Ενόπλων Δυνάμεων (1958). Μετά την απόλυσή του από το Στρατό συνέχισε να εργάζεται ως εκφωνητής επί σειρά ετών παράλληλα με τη θεατρική του δραστηριότητα. 

Φιλμογραφία
Ερωτικές ιστορίες (1959) 
Ο εμποράκος (1967) [Γρηγόρης Κωνσταντινίδης]
Ο Λαμπίρης εναντίον των παρανόμων (1967) [Ρομπούλης]
Εκείνοι που ξέρουν ν' αγαπούν   (1968)
Πληγωμένα νιάτα (1969)
Σκιές στην άμμο (1970)
Βία & γοητεία (1989) [Αργύρης Κοσμίδης]
Ζιγκολό (1993)
Το κλάμα βγήκε απ’ τον Παράδεισο (2001) [Βύρων Δελαφράγκας (Γιάννης Νικολάου)]

Σε μία από τις τελευταίες του συνεντεύξεις έλεγε για τον εαυτό του, τα παιδικά του χρόνια, την απόφασή του να γίνει ηθοποιός, 

-"Είμαι παιδί της Κατοχής και αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ζωής μου, διότι, εκτός από τους κατακτητές, είχαμε πείνα, δυστυχία, σχολεία διαλυμένα.

Με χίλιες προσπάθειες οι καημένοι γονείς μου προσπαθούσαν να συντηρήσουν εμένα και τον αδελφό μου τον Δημήτρη, που είναι τέσσερα χρόνια μικρότερός μου. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι ο πατέρας μου πήγε με τα πόδια από την Αθήνα στα Καλύβια, γιατί έμαθε ότι πουλάνε πατάτες, αλλά τελικά γύρισε με δύο αγγούρια. Εγώ όμως ήμουν λιγάκι τυχερός, γιατί είχα μια πολύ ωραία παιδική φωνή, που τη λένε soprano, την οποία έχουν τα παιδιά που βρίσκονται στη χορωδία της Βιένης".

-"Ο πατέρας μου ο Γιώργος δούλευε για να συντηρήσει την οικογένεια. Η μητέρα μου η Στέλλα από τη Μικρά Ασία θυμήθηκε μια τέχνη που είχαν εκεί, τα σχοινένια παπούτσια, αυτό που λένε εσπαντρίγια, και άρχισε μόνη της να τα κατασκευάζει με σχοινί, χαρτόνι και πανί. Ολη η καλή Αθήνα ερχόταν στην Αλκαμένους για να τα αγοράσει.

Ετσι κατάφερα να μπω στο γυμνάσιο. Το μεράκι της υποκριτικής εμφανίστηκε στα 18 με 19 χρόνια μου, παρότι στο σχολείο ήμουν εκείνος που έλεγε το πρωί την προσευχή και τραγουδούσε τον Γεροδήμο σε κάθε εκδήλωση του γυμνασίου, με τον Αλέκο Φασιανό να παίζει βιολί".

Η απόφαση να γίνει ηθοποιός
"Μόλις τέλειωσα το γυμνάσιο δούλευα στο γραφείο του πολιτικού μηχανικού Πεχλιβανίδη και απαντούσα στα τηλέφωνα. Θυμάμαι ότι έπαιρνα 20 δραχμές, τις οποίες έπρεπε να πάω στην οικογένεια. Δεν μου ανήκαν, δεν ήταν το χαρτζιλίκι μου. Τότε οι οικογένειες κοίταζαν να τελειώσουν τα παιδιά έστω το γυμνάσιο και να μπουν σε καμιά δουλειά. Μιλάω τώρα για μετά την Κατοχή, γύρω στο '50. Ο πατέρας μου με πήγαινε στο θέατρο, παρά τα στενά οικονομικά μας.

Μου άρεσε πολύ και ίσως αυτό μέσα μου κάτι μου ξύπνησε. Κάποια στιγμή, επειδή τραγουδούσα, ο περίφημος καθηγητής της φωνητικής Τρανταφύλλου μού είχε πει πως είχα κάτι χορδές που θα μπορούσαν να τραγουδήσουν όπερα, και τενόρου και βαρύτονου. Αυτό ήθελε πολλή σπουδή και χρήματα, οπότε το εγκατέλειψα. Εδωσα εξετάσεις στη δραματική σχολή του Ωδείου Αθηνών ενώπιον τριών πολύ σπουδαίων, του Δημήτρη Ροντήρη, που ήταν δάσκαλός μου και μου έκανε την τιμή να είμαι από τα ιδρυτικά μέλη του Πειραϊκού Θεάτρου, του Γιάννη Σιδέρη, που ήταν ιστορικός θεάτρου, και του διευθυντή του Ωδείου, του Σαραντάκου, που ήταν εξαίρετος πιανίστας.

Και όλως τυχαίως με δέχτηκαν με υποτροφία. Δηλαδή δεν ζητούσα από τον μπαμπά μου, που θα ήταν πάρα πολύ δύσκολο, 25 δραχμές τον μήνα για τα δίδακτρα. Το θέατρο δεν το θεωρούσαν επάγγελμα εκείνα τα χρόνια. Μάλιστα, όταν για πρώτη φορά γράφτηκε το όνομά μου στην εφημερίδα, όπως συνήθιζαν τότε να γράφουν στην αρχή της σεζόν για τους θιάσους, ήρθε ο πατέρας μου από το καφενείο το μεσημέρι και με ρώτησε «Μου είπαν ότι διάβασαν το όνομά σου στην εφημερίδα. Τι έκανες;», σαν να είχα διαπράξει έγκλημα. Η μαμά ήταν το στήριγμα. Ηταν από τις παλιού τύπου γυναίκες, που είχαν υπακοή και αλλιώτικη συμπεριφορά απέναντι στον άντρα τους αλλά ήταν και κοκέτα. Λίγο πριν έρθει ο πατέρας μου από τη δουλειά το μεσημέρι, πέταγε την ποδιά, έβαζε λίγο κραγιονάκι, έβγαζε τις παντόφλες, φόραγε γόβες και χτενιζόταν. Αλλη νοοτροπία".

 

ΦΩΤΟ: NDP

Ακολούθησε το theTOC.gr στο Facebook