Η γυάλινη Νέα Υόρκη του Πολ Οστερ

Για πρώτη φορά, οι τρεις ιστορίες που έκαναν διάσημο τον Πολ Οστερ, μαζί: «Γυάλινη πόλη», «Φαντάσματα», «Το κλειδωμένο δωμάτιο». Απόσπασμα από τη «Γυάλινη πόλη» στο TheTOC.gr

i-gualini-nea-uorki-tou-pol-oster
|
SHARE THIS
16
SHARES

«... Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, έτσι και ο Κουίν δεν ήξερε σχεδόν τίποτα για το έγκλημα. Ποτέ δεν σκότωσε κανέναν, ποτέ δεν έκλεψε, ούτε και γνώριζε κάποιον που να το έχει κάνει. Ποτέ δεν βρέθηκε μέσα σε αστυνομικό τμήμα, ποτέ δεν συνάντησε ιδιωτικό αστυνομικό, ποτέ δεν μίλησε με εγκληματία.

Αυτό που τον ενδιέφερε στις ιστορίες που έγραφε δεν ήταν ο συσχετισμός τους με τον κόσμο αλλά ο συσχετισμός τους με άλλες ιστορίες

Ό,τι γνώριζε γι’ αυτά τα πράγματα τα είχε μάθει από τα βιβλία, τις ταινίες και τις εφημερίδες. Εν πάση περιπτώσει, αυτό δεν το θεωρούσε μειονέκτημα. Αυτό που τον ενδιέφερε στις ιστορίες που έγραφε δεν ήταν ο συσχετισμός τους με τον κόσμο αλλά ο συσχετισμός τους με άλλες ιστορίες.

 

Ακόμα και προτού γίνει ο Γουίλιαμ Γουίλσον, ο Κουίν υπήρξε πιστός αναγνώστης μυθιστορημάτων μυστηρίου. Ήξερε ότι τα περισσότερα από αυτά ήταν τόσο κακογραμμένα, που μπορούσε κανείς να το διαπιστώσει με την πρώτη ματιά. Ωστόσο αυτό που τον γοήτευε ήταν η μορφή τους, και ήταν σπάνια εκείνα τα απερίγραπτα κακογραμμένα μυθιστορήματα που θα αρνιόταν να διαβάσει.

Ενώ το γούστο του σε άλλα βιβλία ήταν ιδιαίτερα αυστηρό, απαιτητικό σε βαθμό στενομυαλιάς, με τα έργα αυτά δεν έκανε την παραμικρή διάκριση. Όταν ήταν στην κατάλληλη διάθεση, δεν είχε πρόβλημα να διαβάσει και μια ντουζίνα απ’ αυτά στη σειρά. Ήταν ένα είδος πείνας που τον έπιανε, μια ακόρεστη λαχτάρα για ένα ιδιαίτερο φαγητό, και δεν θα σταματούσε αν δεν έτρωγε όσο άντεχε.

Το κέντρο, επομένως, βρίσκεται παντού και καμιά περιφέρεια δεν μπορεί να χαραχτεί έως ότου το βιβλίο φτάσει στο τέλος του...

Ό,τι του άρεσε σ’ αυτά τα βιβλία ήταν η αίσθηση πληρότητας και οικονομίας που μετέδιδαν. Σε μια καλή ιστορία μυστηρίου τίποτα δεν πάει χαμένο, κάθε πρόταση, κάθε λέξη έχει σημασία.

 

Αλλά και ασήμαντη να είναι, έχει δική της βαρύτητα. Ο κόσμος του βιβλίου παίρνει ζωή, κοχλάζει με πιθανότητες, με μυστικά και αντιθέσεις. Εφόσον ό,τι φαίνεται ή λέγεται, ακόμα και η μεγαλύτερη κοινοτοπία, μπορεί να σχετίζεται με την έκβαση της ιστορίας, τίποτα δεν πρέπει να παραμελείται. Τα πάντα γίνονται ουσία, το κέντρο του βιβλίου μεταβάλλεται με κάθε γεγονός που το ωθεί προς τα εμπρός. Το κέντρο, επομένως, βρίσκεται παντού και καμιά περιφέρεια δεν μπορεί να χαραχτεί έως ότου το βιβλίο φτάσει στο τέλος του...» Γυάλινη πόλη

Το νουάρ στην εκδοχή του Πολ Οστερ

«Η τριλογία της Νέας Υόρκης» αποτελείται από τρεις ιστορίες που διαπλέκονται μεταξύ τους αριστοτεχνικά. Σε καθεμιά από τις ιστορίες η αναζήτηση στοιχείων από έναν ντετέκτιβ οδηγεί σε εξαιρετικές συμπτώσεις, που ανάγουν την απλή παρακολούθηση ενός «υπόπτου» σε μια σπουδή της ανθρώπινης συνθήκης.
Για πρώτη φορά οι τρεις ιστορίες του Πολ Οστερ, «Γυάλινη πόλη», «Φαντάσματα», «Το κλειδωμένο δωμάτιο», μεταμοντέρνες παραλλαγές της ιστορίας μυστηρίου που έτυχαν θερμής κριτικής υποδοχής και καθιέρωσαν τον Οστερ ως έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους συγγραφείς, κυκλοφορούν στα ελληνικά σε επίτομη έκδοση από το «Μεταίχμιο» (μετάφραση Σταυρούλα Αργυροπούλου).

Πολ Οστερ

Ένας μυθιστοριογράφος που γράφει αστυνομικές ιστορίες με ψευδώνυμο αποφασίζει να παραστήσει τον -άγνωστό του- ντετέκτιβ Paul Auster. Κατά τη διάρκεια της έρευνάς του, παρακολουθεί έναν ηλικιωμένο κύριο -χωρίς να είναι βέβαιος ότι πράγματι πρόκειται γι’ αυτόν που θα έπρεπε να παρακολουθεί- στις βόλτες του στη Νέα Υόρκη, και σημειώνει με προσοχή τις διαδρομές του για να διαβάσει το μήνυμα που γράφουν τα βήματα του παρακολουθούμενου. Υπάρχει, όμως, πράγματι κάποιο μήνυμα σε αυτές τις διαδρομές ή μήπως ο ντετέκτιβ-που-δεν-είναι-ντετέκτιβ διαβάζει όπως θέλει τυχαίες γραμμές και σχήματα; Εκτός κι αν αρκεί αυτή του η ανάγνωση για να πάψουν οι γραμμές να είναι τυχαίες.

Οι διάσημες τρεις ιστορίες

Γυάλινη πόλη: Ένα λάθος τηλεφώνημα μέσα στη νύχτα θα σταθεί η αφορμή ο συγγραφέας ιστοριών μυστηρίου Ντάνιελ Κουίν να υιοθετήσει μια άλλη ταυτότητα και να εμπλακεί σε μια ιστορία που τον υπερβαίνει.
Φαντάσματα: Ο Μπλου προσλαμβάνεται από έναν άντρα ονόματι Γουάιτ για να παρακολουθήσει έναν τρίτο άντρα, τον Μπλακ.
Το κλειδωμένο δωμάτιο: Ο ήρωας αναλαμβάνει να επιμεληθεί την έκδοση των έργων του καλύτερού του φίλου, Φάνσοου, που εξαφανίζεται δίχως ίχνη και όλοι τον νομίζουν νεκρό. Μόνο που ο Φάνσοου στην πραγματικότητα δεν πέθανε…
 

 

Ο εξαιρετικός κύριος Οστερ

Γεννήθηκε στις 3 Φεβρουαρίου του 1947 στο Νιου Τζέρσεϊ, από γονείς πολωνοεβραϊκής καταγωγής. Απόφοιτος του πανεπιστημίου Κολούμπια, μετά τις σπουδές του στην αγγλική, γαλλική και ιταλική λογοτεχνία έζησε για ένα διάστημα στη Γαλλία, όπου έκανε τα πρώτα του βήματα στον λογοτεχνικό χώρο ως μεταφραστής (από τα γαλλικά) και ποιητής.
Το πρώτο του πεζογραφικό βιβλίο είναι το αυτοβιογραφικό δοκίμιο «The Invention of Solitude» (1982): Στον πυρήνα του βιβλίου βρίσκεται ο θάνατος του πατέρα του, Σάμιουελ, και η κατάρρευση της σχέσης του με την πρώτη του σύζυγο, τη διηγηματογράφο και μεταφράστρια Λίντια Ντέιβις.

 

Ακολούθησε η Τριλογία της Νέας Υόρκης: City of Glass (1985), Ghosts (1986) και The Locked Room (1986), μεταμοντέρνες παραλλαγές της ιστορίας μυστηρίου που έτυχαν πολύ θερμής κριτικής υποδοχής και τον καθιέρωσαν ως έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους συγγραφείς. Έχει γράψει το σενάριο των ταινιών Smoke και Blue in the Face (Καπνός και Λίγος καπνός ακόμα, αντίστοιχα - 1995) τις οποίες σκηνοθέτησε από κοινού με τον Γουέιν Γουάνγκ.

Ακόμα έγραψε το σενάριο και σκηνοθέτησε τις ταινίες Lulu on the Bridge (Ερωτευμένοι ως την αιωνιότητα, 1998) και The Inner Life of Martin Frost (2007). Η αλληλογραφία του με τον νομπελίστα Τζ. Μ. Κουτσί, με τίτλο Here and Now: Letters (2008-2011).
Ο Όστερ ζει στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης και είναι παντρεμένος με τη συγγραφέα Σίρι Χούστβεντ και έχει μια κόρη, τη Σοφί, τραγουδίστρια, ηθοποιό και μοντέλο. Με την προηγούμενή του σύζυγο, τη Λίντια Ντέιβις, έχουν έναν γιο, τον Ντάνιελ.
Είναι μέλος της Αμερικάνικης Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων. 

 

Απόσπασμα από τη «Γυάλινη Πόλη»

«... Την επόμενη νύχτα ήταν έτοιμος. Ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς στο κρεβάτι του, διαβάζοντας προσεκτικά τις σελίδες του Σπόρτινγκ Νιουζ, περίμενε να του τηλεφωνήσει για τρίτη φορά ο ξένος. Κάθε τόσο, όποτε του έσπαγαν τα νεύρα, σηκωνόταν και πήγαινε πάνω κάτω μέσα στο διαμέρισμα. Έβαλε στο πικάπ την όπερα του Χάιντν Ο κόσμος της Σελήνης και την άκουσε από την αρχή ως το τέλος. Περίμενε, ολοένα περίμενε. Στις δύο και μισή ενέδωσε επιτέλους και πήγε για ύπνο.

Περίμενε ξανά την επόμενη νύχτα και τη μεθεπόμενη. Πάνω που ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει το σχέδιό του, συνειδητοποιώντας ότι είχε πέσει έξω σε όλες του τις εικασίες, το τηλέφωνο χτύπησε. Ήταν 19 Μαΐου. Θυμόταν την ημερομηνία επειδή ήταν η επέτειος του γάμου των γονιών του – ή θα ήταν αν ζούσαν οι γονείς του. Η μητέρα του κάποτε του είπε ότι τον συνέλαβε τη νύχτα του γάμου της. Πάντα τον γοήτευε αυτό το γεγονός –να μπορεί να επισημάνει την πρώτη στιγμή της ύπαρξής του– και επί χρόνια γιόρταζε αυτός προσωπικά τα γενέθλιά του εκείνη την ημέρα. Αυτή τη φορά ήταν κάπως νωρίτερα από τις άλλες δυο νύχτες –δεν είχε πάει ακόμη ούτε έντεκα– και, καθώς έπιασε το τηλέφωνο, σκέφτηκε ότι θα ήταν κάποιος άλλος.

«Εμπρός;»

Σιωπή και πάλι στην άλλη άκρη της γραμμής. Αμέσως ο Κουίν κατάλαβε ότι ήταν ο ξένος.

«Εμπρός;» επανέλαβε. «Τι μπορώ να κάνω για σας;»

«Ναι» είπε επιτέλους η φωνή. Ο ίδιος μηχανικός ψίθυρος, ο ίδιος απελπισμένος τόνος. «Ναι. Τώρα χρειάζεται. Χωρίς καθυστέρηση».

«Τι χρειάζεται;»

«Να μιλήσω. Τώρα αμέσως. Να μιλήσω τώρα αμέσως. Ναι».

«Και σε ποιον θέλετε να μιλήσετε;»

«Πάντα στον ίδιο άνθρωπο. Τον Όστερ. Αυτόν που αυτοαποκαλείται Πολ Όστερ».

Αυτή τη φορά ο Κουίν δεν δίστασε. Ήξερε τι θα έκανε και τώρα που είχε έρθει η ώρα, το έκανε.

«Εδώ Όστερ. Σας μιλά ο Όστερ».

«Επιτέλους. Επιτέλους σας βρήκα». Μπορούσε να ακούσει την ανακούφιση στη φωνή, τη χειροπιαστή ηρεμία που φάνηκε να την καταλαμβάνει ξαφνικά.

«Σωστά» είπε ο Κουίν. «Επιτέλους». Έκανε μια μικρή παύση ώστε να αφήσει τις λέξεις να κατασταλάξουν, τόσο για τον ίδιο όσο και για τον άλλον. «Τι μπορώ να κάνω για σας;»

«Χρειάζομαι βοήθεια» είπε η φωνή. «Ο κίνδυνος είναι μεγά-λος. Λένε ότι εσείς είστε ο καλύτερος για τέτοια πράγματα».

«Εξαρτάται τι πράγματα εννοείτε».

«Εννοώ θάνατο. Εννοώ θάνατο και φόνο».

«Το φόρτε μου δεν είναι αυτό ακριβώς» απάντησε ο Κουίν.

«Δεν βγαίνω στη γύρα για να σκοτώνω ανθρώπους».

«Όχι» είπε νευρικά η φωνή. «Το αντίθετο εννοούσα».

«Θέλει κάποιος να σας σκοτώσει;»

«Ναι, να με σκοτώσει. Σωστά. Θα με δολοφονήσουν».

«Και θέλετε να σας προστατεύσω εγώ;»

«Να με προστατεύσετε, ναι. Και να βρείτε τον άνθρωπο που

πρόκειται να το κάνει».

«Εσείς δεν ξέρετε ποιος είναι;»

«Ξέρω, ναι. Και βέβαια τον ξέρω. Δεν ξέρω όμως πού βρί­

σκεται».

«Μπορείτε να μου πείτε κάτι γι’ αυτό το θέμα;»

«Όχι τώρα. Όχι από το τηλέφωνο. Είναι μεγάλος ο κίνδυνος.

Πρέπει να έρθετε από εδώ».

«Τι θα λέγατε για αύριο;»

«Ωραία. Αύριο. Αύριο νωρίς. Το πρωί».

«Στις δέκα;»

«Ωραία. Στις δέκα». Η φωνή τού έδωσε μια διεύθυνση στην

Ανατολική 69η Οδό. «Μην το ξεχάσετε, κύριε Όστερ. Πρέπει

να έρθετε».

«Μην ανησυχείτε» είπε ο Κουίν. «Θα είμαι εκεί...»

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ακολούθησε το theTOC.gr στο Facebook