Κέιτι Μίτσελ: Η πιο πολυσυζητημένη σκηνοθέτις της Μεγάλης Βρετανίας

Η πιο διάσημη και αμφιλεγόμενη σκηνοθέτις της μεγάλης Βρετανίας με την εντυπωσιακή διαδρομή της οποίας την όπερα θα δούμε στη Λυρική.

keiti-mitsel-i-pio-polusuzitimeni-skinothetis-tis-megalis-bretanias
|
SHARE THIS
0
SHARES

Η «Λουτσία ντι Λαμερμούρ» του Ντονιτσέτι, μια όπερα αριστούργημα του ρομαντικού μπελ κάντο, φτιαγμένη να δοκιμάζει τα φωνητικά όρια των τραγουδιστών, επαναλαμβάνεται στην Εθνική Λυρική σκηνή από τις 24 Φεβρουαρίου 2019 και για πέντε παραστάσεις, στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Πρώτη ιστορική συμπαραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με τη Βασιλική Όπερα του Λονδίνου, σημαδεύτηκε από την υψηλή αισθητική της παράστασης αλλά και από τη σκηνοθεσία της πιο συζητημένης σκηνοθέτιδας της εποχής μας, της Βρετανίδας Κέιτι Μίτσελ. 

Αυτό που κατορθώνει η Μίτσελ, -κάτι που σπανίως συμβαίνει στην όπερα-,  είναι να σηκώνει την κουρτίνα των παθών και των συναισθημάτων και να παίρνει θέση για τους χαρακτήρες του έργου που σκηνοθετεί. Παρά το γεγονός ότι συχνά οι παραστάσεις της προκαλούν ή και σοκάρουν, (όπως συμβαίνει αυτή την εποχή στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας στο Λονδίνο με τη νέα της παράσταση με πρωταγωνίστρια την Κέιτ Μπλάνσετ), εντούτοις η ίδια δεν έχει ως στόχο να σπάσει τους κανόνες χωρίς λόγο. 

 

Η Λουτσία υπήρξε ο ιδανικός καμβάς για να ζωντανέψει σκέψεις και πάθη ηρωίδων που δεν έρχονται ποτέ σε πρώτο πλάνο. Ακριβώς γι αυτό το λόγο η Μίτσελ, σε συνεργασία με την κορυφαία Βρετανίδα σκηνογράφο και ενδυματολόγο Βίκι Μόρτιμερ, πρότεινε στην παράσταση τη χρήση ενός –χωρισμένου στα δύο– σκηνικού χώρου, ο οποίος μας επιτρέπει να δούμε όχι μόνον όσα συμβαίνουν σε κάθε σκηνή της παράστασης, αλλά και γεγονότα τα οποία συμβαίνουν ταυτόχρονα, σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, συμπληρώνοντας τα κενά.

Η Μίτσελ επιχειρεί να διεισδύσει στον κόσμο των γυναικών του 19ου αιώνα και να δει την πλοκή μέσα από τα μάτια της κεντρικής ηρωίδας. Ως αντίστιξη στον σκοτεινό ανδροκρατούμενο κόσμο του βορρά, όπως τον φαντάστηκε ο σερ Ουώλτερ Σκοτ, όταν έγραψε αρχικά το ιστορικό του μυθιστόρημα, η σκηνοθέτις φέρνει στο προσκήνιο τη γυναικεία οπτική και τοποθετεί το έργο συνολικά στο πλαίσιο της λογοτεχνίας της εποχής, στην ατμόσφαιρα έργων όπως τα έργα των αδελφών Μπροντέ. 

Γεννημένη το 1964 η Μίτσελ και σήμερα εξακολουθεί να είναι η πιο «νέα φωνή στο θέατρο» ακόμα και στα 55 της χρόνια. Γιατί αυτή η φωνή έχει τόλμη, είναι άφοβη και μιλά για ζητήματα που σε έναν κόσμο που συντηρητικοποιείται φαίνονται όλο και περισσότερο τολμηρά. Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια θεωρεί αυτονόητο να ασχολείται με όσα πραγματικά συμβαίνουν σε μια ιστορία και τους ήρωές της ώστε να μπορεί να σταθεί όρθια και ζωντανή πάνω στη σκηνή, σύγχρονη και σε σχέση με το κοινό που την παρακολουθεί. 

 

Η Μίτσελ μεγάλωσε στο Ερμιτάζ του Berkshire και σπούδασε πήγε στο κολλέγιο Magdalen της Οξφόρδης. Αυτό που την επηρέασε ήταν οι χορογραφίες της Pina Bausch και της Siobhan Davies, δυο χορογράφων που χρησιμοποίησαν το σώμα και την σημασία του με τρόπο πρωτόγνωρο στην εποχή τους, ενώ αναφέρεται συχνά στον αγαπημένο της σκηνοθέτη, τον ποιητή των εικόνων Αντρέι Ταρκόφσκι.  

Η Μίτσελ επηρεασμένη από τη μέθοδο Στανισλάφσκι αναζητά και επιχειρεί στις παραστάσεις της την ψυχολογική προσέγγιση των χαρακτήρων των έργων που σκηνοθετεί. Το βιογραφικό της είναι αξιοζήλευτο. Έχει υπάρξει φιλοξενούμενη σκηνοθέτρια στη Royal Shakespeare Company και το Royal Court του Λονδίνου, ενώ από το 2000 σκηνοθετεί όπερα στα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα του πλανήτη, όπως στη Βασιλική Όπερα του Λονδίνου, την Όπερα της Ολλανδίας, την Κωμική Όπερα του Παρισιού, την Κρατική Όπερα του Βερολίνου, το Θέατρο Λα Μονναί των Βρυξελλών, τα φεστιβάλ του Αιξ-αν-Προβάνς, του Μονάχου κ.ά. 

 

Η ένταση των συναισθημάτων, ο ρεαλισμός της δράσης και η δημιουργία ενός πολύ ξεχωριστού κόσμου από τη θέση μιας γυναίκας την έφεραν αντιμέτωπη με μισογυνικές κριτικές, δεν είναι τυχαία η περιγραφή «πολώνει το ακροατήριο όπως κανείς άλλος σκηνοθέτης». 

Στην περίπτωση της Λουτσίας ντε Λαμερμούρ, μιας πολυσυζητημένης παράστασης που «τάραξε» το Λονδίνο, πριν έρθει στην Αθήνα την άνοιξη του 2018, σημειώνοντας μια από τις μεγαλύτερες καλλιτεχνικές και εισπρακτικές επιτυχίες της Λυρικής, η Μίτσελ μας προσκαλεί να ταυτιστούμε με την ηρωίδα. Να κατανοήσουμε τι συμβαίνει σε μια ένωση αναγκαστική που μπορεί να καθορίσει τη ζωή κυρίως μιας γυναίκας. Αυτή είναι η ματιά της Μίτσελ, η ματιά μιας γυναίκας του 19ουαιώνα. Το καταφέρνει δημιουργώντας ένα σκηνικό ανάγλυφο δράσης, που βάζει και το θεατή στο επίκεντρο της ταραγμένης ζωής, των διλημμάτων και της τραγικής της απόφασης.

Η υπόθεση αφορά τον έρωτα της Λουτσίας για τον Εντγκάρντο του οίκου των Ρέιβενσγουντ, για τον οποίο ο αδελφός της, λόρδος Ενρίκο Αστον, αισθάνεται άσβεστο μίσος. Αποφασισμένος να αποτρέψει τη σχέση, ο Ενρίκο οργανώνει τον γάμο της αδερφής του με τον Αρτούρο Μπάκλο. Την ώρα της τελετής καταφτάνει ο Εντγκάρντο, ο οποίος σε έξαλλη κατάσταση καταριέται τη Λουτσία. Εκείνη χάνει τα λογικά της, -σε μια σκηνή τρέλας από τις πιο διάσημες του παγκόσμιου ρεπερτορίου, στη συνέχεια φονεύει τον Αρτούρο και καταρρέει. Πληροφορούμενος τον θάνατο της αγαπημένης του, ο Εντγκάρντο αυτοκτονεί. Η τελική αυτή σκηνή δεν είχε προηγούμενο στην ιστορία της ιταλικής όπερας και θέτει τις βάσεις για τους ήρωες του Βέρντι. Είναι η σκηνή που δείχνει και την τόλμη της Μίτσελ να πλάσει τη δική της Λουτσία σε απόγνωση, να δείξει το αίμα, μια σφαγή και μαζί μια προσωπική επανάσταση.  Η Μίτσελ φωτίζει την πιο σκοτεινή σκηνή της όπερας νοηματοδώντας την με αυτά που συμβαίνουν σήμερα, με τις διεκδικήσεις της ελευθερίας και της ισότητας. Στα χέρια της η Λουτσία παύει να είναι η μαριονέτα των ανδρών, μπορεί η καλύτερα «οφείλει» να αντιδράσει ακόμα και με τον πιο δυσάρεστο τρόπο. 

 

Σε ένα παλιό δημοσίευμα του βρετανικού τύπου η Μίτσελ χαρακτηρίζεται ως «η σκηνοθέτις γνωστή για τις ωμές ερμηνείες του ρεπερτορίου του θεάτρου και της όπερας» και σε ένα άλλο «το πιο κοντινό πράγμα του βρετανικού θεάτρου στο αύριο». Για όσους βιάζονται να την χαρακτηρίσουν «φεμινίστρια» έχει την απάντηση: οι αναγνώσεις σήμερα είναι εντελώς διαφορετικές από αυτές του φεμινισμού της δεκαετίας στην οποία μεγάλωσε. Η θέση της γυναίκας είναι διαφορετική σήμερα αλλά αυτό δε σημαίνει ότι οι γυναίκες έχουν καταφέρει να έχουν ίσες αμοιβές ή ισότιμη θέση.  

Σκηνοθέτης ή καταστροφέας; Αναρωτιέται η κριτικός Natasha Tripney στο TheStage. Η ξεχωριστή προσέγγιση στο υλικό της, στο ύφος της υπογραφής της, έχει κερδίσει πολλούς φανατικούς θαυμαστές και υποστηρικτές. Όπως και η τάση της να παίρνει τα κλασικά κείμενα και να επεμβαίνει ελεύθερα κάνοντας άλλους να ενοχλούνται βαθιά και άλλους να απολαμβάνουν την οπτική της. 

Το γεγονός ότι κάθε παραγωγή της πυροδοτεί μια νέα συζήτηση για το αν είναι αληθινά μια οραματίστρια του θεάτρου ή μια σκηνοθέτις που επιδιώκει την πρόκληση καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα: Η ίδια η Κέιτι Μίτσελ είναι το θέμα. Η ίδια η Κέιτι Μίτσελ που θαυμάζει τον πολύπλοκο και σκοτεινό κόσμο της Σίντι Σέρμαν και την οποία ο κριτικός Charles Spencer αποκάλεσε κάποτε "η πριγκίπισσα του σκότους" είπε πως αυτό ήταν το πιο σκληρό πράγμα που γράτηκε γιαυτήν, αλλά δεν την πείραξε, απλώς αναστάτωσε τη γιαγιά της.  

 

Η Κέιτι Μίτσελ ήθελε να γίνει ζωγράφος και το να οργανώνει τους ηθοποιούς επί σκηνής είναι σαν να συνθέτει τα στοιχεία ενός πίνακα ζωγραφικής. Ομολογεί ότι το θέατρο είναι μια μεγάλη πηγή χαράς και πως ο μεγαλύτερος κίνδυνος που διατρέχει σήμερα το θέατρο είναι η έλλειψη φαντασίας. 

«Για να διατηρήσουμε ζωντανό το θέατρο, πρέπει να επανεξετάζουμε διαρκώς τον λόγο για τον οποίο κάνουμε αυτό που κάνουμε και πώς το κάνουμε, έτσι ώστε να μην ξεφύγουμε από τις ανάγκες των ανθρώπων», λέει. 

Τι έχει θυσιάσει; «Πιθανώς μια άλλη ζωή στην οποία θα ήμουν σύζυγος με πολλά παιδιά και θα ζούσα στην ύπαιθρο. Αλλά πιθανότατα θα είχα βαρεθεί», ομολογεί. Ευτυχώς για εμάς. Το θέατρο είναι πιο ζωντανό, πιο ανήσυχο και στο επίκεντρο της συζήτησης και του κόσμου χάρη και στην παρουσία της σε αυτό. 

Πληροφορίες για την παράσταση

Την παραγωγή της Λουτσίας στην Εθνική Λυρική Σκηνή από τις 24 Φεβρουαρίου 2019 θα διευθύνει ο ανερχόμενος Γάλλος αρχιμουσικός και μουσικός διευθυντής του Ensemble Furians Πιερ Ντυμουσσώ. Ο Ντυμουσσώ πραγματοποίησε σπουδές διεύθυνσης ορχήστρας στο Κονσερβατόριο του Παρισιού και συνέχισε τη μετεκπαίδευσή του στο PSPBB. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, το ρεπερτόριό του είναι ευρύτατο και εκτείνεται από τον 18ο ως τον 21ο αιώνα. Έχει διευθύνει όπερες και μπαλέτα σε σημαντικά λυρικά θέατρα της Γαλλίας, συμπράττοντας με σημαντικές ορχήστρες, μουσικά σύνολα, λυρικούς τραγουδιστές και συνθέτες. Τον ιδιαιτέρως απαιτητικό –τόσο φωνητικά όσο και σκηνικά– ρόλο του τίτλου θα ερμηνεύσουν οι διακεκριμένες Ελληνίδες υψίφωνοι Βασιλική Καραγιάννη στην πρώτη διανομή και Χριστίνα Πουλίτση στη δεύτερη. Στον ρόλο του Εντγκάρντο ο διακεκριμένος τενόρος της ΕΛΣ Γιάννης Χριστόπουλος. Στον ρόλο του Ενρίκο ο διεθνώς αναγνωρισμένος Έλληνας βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος, ενώ σε αυτόν του Ραϊμόντο ο εξαιρετικός βαθύφωνος Τάσος Αποστόλου. Μαζί τους νεότεροι και καταξιωμένοι μονωδοί της ΕΛΣ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ακολούθησε το theTOC.gr στο Facebook