Μάρω Κοντού στο TheTOC: «Δεν μου πήγαινε ο γάμος, θέλω την ελευθερία μου»

Eυγενική, κομψή, αισιόδοξη. Γοητευτική γυναίκα, ανοιχτόμυαλος άνθρωπος. Την ενδιαφέρουν όλα όσα γίνονται γύρω της. Δεν έχει καμία ενοχή, την απασχολεί μόνο το παρόν

marw-kontou-sto-thetoc-de-nostalgw-tipota
|
SHARE THIS
0
SHARES

Η Μάρω Κοντού δεν έχει καμία ανάγκη το θέατρο. Αλλά σε μια προκλητική πρόταση δε μπορεί να πει όχι. Ο Γιάννης Κακλέας της πρότεινε να παίξει στο μιούζικαλ Nine, που βασίζεται στο  8 ½ του Fellini. Υποδύεται τη μητέρα του Γκουίντο Κοντίνι και κάθε βράδυ ο κόσμος την ανταμείβει με το πιο θερμό του χειροκρότημα.

«Ο φετινός χειμώνας είναι για μένα μια ανανέωση ψυχική, πνευματική και σωματική, γιατί είχα 3 χρόνια να παίξω στο θέατρο», λέει. «Είναι μια ευτυχισμένη στιγμή στην καριέρα μου. Είμαστε  ένας μεγάλος θίασος και ήταν δύσκολο να συνδυαστώ είμαστε όμως πολύ καλά μεταξύ μας γιατί ας μη γελιόμαστε το θέατρο όπως όλα τα πράγματα είναι θέμα χημείας».

Με τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο στο Nine
Με τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο στο Nine

Παίξατε περισσότερο στο θέατρο ή στον κινηματογράφο;

Έκανα 120 θεατρικά έργα και 39 ταινίες. Αλλά συνδέθηκα με τον κινηματογράφο στο μυαλό σας γιατί το θέατρο είναι κάτι εφήμερο, δεν το βλέπεις ξανά και ξανά μέσα στα χρόνια.

Από τις δουλειές που κάνατε στο θέατρο ποιές θα ξεχωρίζατε;

Τα τρία χρόνια με τον Χορν, ήταν τα καλύτερα.

Τη νοσταλγείτε αυτή την εποχή;

Όχι καθόλου. Δε νοσταλγώ τίποτα από το παρελθόν. Δε με αφορά καθόλου. Τα έχω όλα καταγράψει  στον σκληρό δίσκο, εδώ, αλλά δε με απασχολεί καθόλου.

 

Η δεκαετία του 60 ήταν όντως μια δεκαετία κομψότητας;

Ναι ήταν σικ. Ήταν μια δύσκολη δεκαετία, αλλά το 60-70 υπήρχε διεθνώς μια άνθηση γύρω από την τέχνη. Μουσική, θέατρο, κινηματογράφος. Και οι άνθρωποι ήταν διαφορετικοί έχω την εντύπωση. Υπήρχαν ακόμα τα ήθη, τα έθιμα, το να πάνε στο θέατρο και να ντυθούν καλά, να κάνουν Χριστούγεννα με επίσημο ένδυμα, να μαζεύονται στα σπίτια. Τώρα έχουν  όλα απλοποιηθεί. Αλλά με το να έχουν απλοποιηθεί έχουμε φτάσει και στην κακογουστιά.

Που θα περάσετε τις γιορτές;

Με την οικογένειά μου, την αδερφή μου, τα ανίψια μου...

Θα θέλατε να έχετε δική σας οικογένεια;

Έκανα δύο γάμους και χώρισα δυο φορές. Ένα στα 25 και έναν στα 45. Αλλά δε μου πάει ο γάμος. Θέλω την ελευθερία μου.

Το ότι δεν κάνατε παιδιά σας πειράζει;

Όχι, δε το έχω μετανιώσει που δεν έχω παιδιά. Ήξερα ότι δεν μπορώ να κάνω, το φόρεσα καλά μέσα μου και δεν ασχολήθηκα με αυτό το θέμα. Είπα, δε γίνεται, και πάμε παρακάτω.

 

Όταν δεν εργάζεστε με τι ασχολείστε;

Α! Δε μου φτάνει η μέρα. Δε φτάνει ο χρόνος. Κάνω τα πάντα. Ταξιδεύω, βλέπω τις φίλες μου, μαγειρεύω κάνω μαστορέματα παίζω χαρτιά, ζωγραφίζω, γράφω.

Οι φίλοι σας είναι στη δουλειά ή έξω από αυτήν;

Το 90% είναι έξω από τη δουλειά. Παλιές φιλίες, νεανικές φιλίες. Οι θεατρικές φιλίες είναι περιορισμένες χρονικά. Τελειώνει μια παράσταση και χανόμαστε. Άλλος πάει περιοδεία, άλλος κάθεται σπίτι του. Πολύ καλά περνάω με τους συναδέλφους, αλλά οι σταθερές είναι οι παιδικές μου φιλίες.

 

Οι ανταγωνισμοί στη δουλειά ήταν μεγάλοι;

Δεν τους έπαιρνα χαμπάρι. Ήμουνα ευνοημένη, ήμουνα τυχερή. Γεννήθηκα  πρωταγωνίστρια δίπλα στον Χορν. Ήμουνα πάντα πρώτη μες τους πρώτους.

Η πρώτη ταινία στην οποία παίξατε ποιά ήταν;

Τα «κίτρινα γάντια» νομίζω.

Παίζατε όμως μια κατηγορία μόνη σας. Ήσασταν πολύ ψηλή, όμορφη.

Η Ειρήνη Παππά ήταν πιο ψηλή από εμένα. Εγώ φαινόμουν πιο ψηλή. Έχω πολύ μακριά πόδια και μικρή τάλια.

Θέλατε να γίνετε ηθοποιός πάντα;

Όχι ήθελα να γίνω μια μεγάλη χορεύτρια.

 

Γεννηθήκατε, μεγαλώσατε εδώ στην Αθήνα;

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Κουκάκι και έμεινα εκεί μέχρι το 1959, που βγήκα με τον Χορν στο θέατρο. Ο οποίος μου είπε ένα βράδυ: Που μένεις κορίτσι μου; Να σε πάω σπίτι σου γιατί βαριέμαι να πάω σπίτι, να κάνω έτσι και μια βόλτα. Κουκάκι, του απαντώ. Κουκάκι; μου λέει κάπως.... Εσύ χρυσό μου θα είσαι σε λίγο μια μεγάλη πρωταγωνίστρια,  είναι μπανάλ αυτή η γειτονιά. Και πάω στη μάνα μου σκασμένη και της λέω ο Χορν μου είπε ότι είναι μπανάλ αυτή η γειτονιά «Ναι ο Χορν να πάει να μας βρει να μας πληρώνει το νοίκι, μου απαντάει η μάνα μου. Δούλευε η μητέρα μου στο υπουργείο παιδείας και μέναμε οι δυο μας. Εγώ άρχισα τη φαγωμάρα και μια μέρα την παίρνω και πάμε Φωκίωνος Νέγρη,  ήταν πολύ σικ τότε. Και τελικά με ζόρι πήγαμε σε ένα δυάρι ρετιρέ, πουλήσαμε τα παλιά έπιπλα και πήραμε τα μοντέρνα που ήταν φριχτά . Με γκρίνια πολύ. Και μου έλεγε «Άν του χρόνου δεν έχεις δουλειά πώς θα πληρώνουμε τόσο μεγάλο ενοίκιο»;

Εσείς φοβόσασταν;

Εγώ ήμουν πάντα θαρραλέα και πάντα αισιόδοξη και είμαι ακόμα. Έτσι ξεκίνησαν όλα με αισιοδοξία και μέχρι σήμερα πάνε όλα καλά.

 

Διαβάστε όλη τη συνέντευξη στο Woman TOC

Ακολούθησε το theTOC.gr στο Facebook