Πωλείται η καρδιά της πόλης

Πενήντα δυο χρόνια ζωής, οι μουσικές και καλοκαιρινές αναμνήσεις μιας πόλης

pwleitai-i-kardia-tis-polis
|
SHARE THIS
0
SHARES

Είχαμε ιδρώσει με τον αδερφό μου να πάρουμε άδεια να φύγουμε από το σπίτι στις 5 το πρωί. Με τα πολλά ξεκινήσαμε από το Θησείο με τα πόδια να φτάσουμε στη Στοά Σπυρομήλιου να σταθούμε στην ουρά για να περιμένουμε να βγάλουμε εισιτήρια. Καλά εισιτήρια γιατί είχαμε μαζέψει χαρτζιλίκι. Ήταν μια εποχή στην εφηβεία που είχαμε ανακαλύψει τη τζαζ και όλα μας τα λεφτά τα ξοδεύαμε σε δίσκους. Η στοά στις 6 το πρωί ήταν γεμάτη κόσμο που περίμενε. Το Φεστιβάλ εκείνες τις εποχές ήταν πολύ αλλιώτικο να ξέρετε.

 

Η μάνα μας ανένδοτη θυμάμαι. «Ρε μαμά έρχεται η Έλλα Φιτζέραλντ» λέγαμε με πάθος. Πάντα τα καταφέρναμε. Καλοκαίρι και Λυκαβηττός. Και τα είδαμε όλα. Κυριολεκτικά όλα. Την Έλλα Φιτζέραλντ να σφίγγει νευρικά ένα μαντηλάκι την ώρα που τραγουδούσε, τη Τζόαν Μπαέζ να αφιερώνει τραγούδια στον κόσμο που είχε γεμίζει τα γύρω βραχάκια, τον Πίτερ Γκάμπριελ στα καλά του, τους Σκόρπιονς, τους Pet Shop Boys, τον Μορισέι. Αν γυρίσω το κεφάλι μου και ρωτήσω γύρω – γύρω, ο καθένας θα λικνιστεί σε άλλο ρυθμό, θα θυμηθεί το δικό του «καλύτερο» στο Λυκαβηττό, στο πιο ωραίο, το πιο αθηναϊκό θέατρο, το πιο ζωντανό, το πιο δροσερό, το πιο μεθυσμένο, όπως τα χρόνια της ζωής μας.

 

Όσοι πρόλαβαν και το έζησαν, στα καλά του,  τους λείπει πολύ, σαν παλιός φίλος. Είναι πενήντα ενός χρόνων, σχεδόν συνομήλικό μου και όταν ανεβάζω καμιά φορά τη μάνα μου για βόλτα που  θέλει να βλέπει την Αθήνα από ψηλά, σκέφτομαι το  δρομάκι αυτό, πόσες φορές το έχω ανέβει με τα πόδια, με παπί, με αυτοκίνητο, τρέχοντας. Η μάνα μου είναι 85 χρόνων και θυμάται τις παραστάσεις. Τα παιδιά των φίλων μου μιλάνε για το Λυκαβηττό.  Η Αθήνα έχει μια μουσική καρδιά και είναι εκεί, στο Λυκαβηττό. Και ο Λυκαβηττός πουλιέται. Είναι στη λίστα, στο Υπερταμείο. Οι αναμνήσεις μας είναι στη λίστα λέει η φίλη μου η Ναταλί. Οι αναμνήσεις μας και οι άνθρωποί μας. Στον Λυκαβηττό έχω δει με το Μίμη την ωραιότερη Μήδεια της ζωής μου με τον Χίρα, με την Αντιγόνη τους Fura dels Baus, με τη Νίκη το Λαζόπουλο στα καλύτερά του, τον Ρούφους Γουέινραϊτ με όλους τους φίλους μου γιατί αποφασίσαμε τότε να κάνουμε εκεί reunion. Τους Πόρτισχεντ και να κλαίμε στο κατέβασμα, Νικ Κέιβ και Σαββόπουλο, πολύ Σαββόπουλο που πέρασε το λόφο στο μαγικό του “Μας βαράνε ντέφια”.  Μοιάζει όλο αυτό με μια ανέφελη εποχή που έχει σβήσει. Αν κάνω εδώ από κάτω μια λίστα οι αναμνήσεις τα αισθήματα δεν θάχουν τελειωμό.

 

Φαίνεται πως κάναμε πολλά λάθη και μεγάλο λάθος που δε φωνάξαμε έγκαιρα για να σώσουμε ένα μέρος που αγαπάμε, 300 μέτρα επάνω από τη γη, στην καρδιά της πόλης μας, που το αφήσαμε να σαπίζει και δε ζητήσαμε τα ρέστα από κανέναν. Που αγνοήσαμε το μεγάλο έργο του Ζενέτου, ένα κόσμημα. Φταίμε γιατί υποτίθεται ότι θα φτιαχνόταν. Ο Δήμος, τα Υπουργεία έχουν υποτίθεται υπογράψει από το 2012 σύμφωνο συνεργασίας για τη σωτηρία του. Όμως στον τόπο που δεν ελέγχεται κανείς, ξεχάστηκε και δε ζητήσαμε τα ρέστα από κανέναν. Είμαστε κάπως κατώτεροι των περιστάσεων,  ή τουλάχιστον δεν έχουμε την «έμπνευση και την ανυποχώρητη θέληση της Άννας Συνοδινού» όπως είχε πει κάποτε ο Γεώργιος Παπανδρέου για τη γυναίκα στην οποία το χρωστάμε.

Το πιο διάσημο σύγχρονο ανοιχτό θέατρο θα πουληθεί. Τέλος. Θα γίνει κάτι άλλο, καλύτερο, χειρότερο, κανένας δεν ξέρει. Είναι διατηρητέο αλλά κανένας μας πια δεν πιστεύει στου νόμους. Το χειρότερο είναι ότι αυτά που θυμόμαστε μέσα στην «αχιβάδα των αναμνήσεων» είναι άδικο να γίνουν απλώς παρελθόν. Με ένα κομμάτι της ζωής μας στη λίστα του υπερταμείου δε θάμαστε ποτέ το ίδιο.

Ακολούθησε το theTOC.gr στο Facebook