Τοξικομανία δι’ ηρωίνης. Η χρήση ουσιών στην Ελλάδα του μεσοπολέμου

Οι λόγοι για την απόφαση εισαγωγής για θεραπεία ποικίλλουν

toksikomania-di-irwinis-i-xrisi-ousiwn-stin-ellada-tou-mesopolemou
SHARE THIS
0
SHARES

Τα ναρκωτικά και ο κόσμος της εξάρτησης τροφοδοτούν, εδώ και αρκετά χρόνια, τις καθημερινές μας παραστάσεις. Οι εικόνες της τηλεόρασης, οι έρευνες σε εφημερίδες και περιοδικά, το ραδιόφωνο και πάμπολλα βιβλία έρχονται συχνά-πυκνά να διεκδικήσουν την προσοχή μας, αν και συχνά με έναν μάλλον τρομοκρατικό τρόπο, ο οποίος δεν διευκολύνει να καταλάβουμε τις βαθύτερες ρίζες του φαινομένου ούτε να εντοπίσουμε τις κοινωνικές του διαστάσεις.

Η μελέτη του Δημήτρη Υφαντή «Τοξικομανία δι’ ηρωίνης. Η χρήση ουσιών στην Ελλάδα του μεσοπολέμου» (εκδόσεις Άγρα) δεν υπακούει σε καμία αυτονόητη παραδοχή και δεν βολεύεται με κανέναν δεοντολογικό μύθο: συζητάει, αντίθετα, με ανοιχτό πνεύμα και σε πολλαπλά επίπεδα το πρόβλημα της τοξικής εξάρτησης, διερευνώντας την ιστορία της ιατρικής, της νομικής, της λογοτεχνικής και της δημοσιογραφικής της αντιμετώπισης σε ένα χρονικό διάστημα το οποίο ξεκινάει από τις αρχές του 20ου αιώνα και φτάνει μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1940. Ο συγγραφέας είναι κοινωνιολόγος και επιστημονικός υπεύθυνος έρευνας και εκπαίδευσης στη Μονάδα Απεξάρτησης 18 Άνω στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής (Δαφνί).

Βλέποντας το θέμα του σε μακρά ιστορική προοπτική, ο Δ. Υφαντής συνδέει τη χρήση των ναρκωτικών με τον εξαστισμό, τη βιομηχανική επανάσταση και τη γέννηση της νεώτερης τεχνολογίας. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες οι άνθρωποι θα απομακρυνθούν από την ασφάλεια της αγροτικής κοινότητας για να έρθουν αντιμέτωποι με καταστάσεις οι οποίες σκοτεινιάζουν τον ψυχισμό και τη συνείδησή τους, απομονώνοντάς τους από τον φιλικό, τον οικογενειακό και τον συλλογικό τους περίγυρο. Η καταφυγή στις ουσίες αποκαλύπτει την άρνηση του χρήστη να μετατρέψει το σώμα και την εργασία του σε εμπόρευμα. Το άμεσο αποτέλεσμα είναι η απώλεια του εαυτού: ο άκρατος ατομικισμός, ο καταναγκασμός και, βεβαίως, οι πολλαπλοί περιορισμοί της ελευθερίας. Η ιατρική, η φαρμακολογία και η βιολογία, σημειώνει ο Υφαντής, μιλούν για έναν άπειρο αριθμό εξαρτήσεων (ακόμα και για εξαρτήσεις από την τηλοψία ή από το διαδίκτυο), παραβλέποντας το υπαρξιακό κενό το οποίο έχει προλάβει να οδηγήσει στην εξάρτηση από τα ναρκωτικά. Το πρόσωπο που χρησιμοποιεί τα ναρκωτικά έχει νιώσει, προτού καταλήξει σε αυτά, να γκρεμίζονται όλες οι γέφυρες επικοινωνίας με το περιβάλλον του. Οι χρήστες δεν είναι «ασθενείς» και «εκφυλισμένοι», όπως ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα ισχυρίστηκαν η ιατρική και η ψυχιατρική, αλλά άτομα που έχουν αποβληθεί από την κοινωνία και είναι πια έτοιμα να ρισκάρουν τα πάντα, φλερτάροντας κάποτε ευθέως ακόμα και με τον θάνατο.

Η Ελλάδα δεν θα μπορούσε προφανώς να αποτελέσει εξαίρεση σε μια τέτοια διαδρομή. Η χρήση του χασίς συμπίπτει, από το 1891 κιόλας, με την αστυφιλία, τη βιομηχανοποίηση και τη θεαματική πύκνωση των μεταναστευτικών ροών. Από την Πειραϊκή, τους Στύλους του Ολυμπίου Διός και το Παναθηναϊκό Στάδιο μέχρι τον λόφο των Μουσών, την Ακρόπολη και τη Θεσσαλονίκη, οι χρήστες του χασίς αρχίζουν σταδιακά να ανακαλύπτουν τους τόπους οι οποίοι θα προσφέρουν το σκηνικό για τη φυγή τους από μια σκληρή και εξαθλιωμένη καθημερινότητα, όπου δύσκολα μπορεί κανείς να ελπίζει ή να προσδοκά κάποια (την οποιαδήποτε) σωτήρια λύση. Οι ιατρικές, οι δικαστικές και οι ποινικές αρχές της εποχής δεν επιζητούν ωστόσο να καταλάβουν τις αφετηρίες και τις αιτίες της χασισοποσίας – εκείνο το οποίο πρωτίστως τις ενδιαφέρει είναι να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν μέτρα. Οι εξαρτημένοι θεωρούνται αποκλειστικά υπεύθυνοι για την κατάστασή τους ενώ στην αντίπερα όχθη το τραγούδι (κυρίως το ρεμπέτικο), το θέατρο και η λογοτεχνία (ποίηση και πεζογραφία) σπεύδουν να ανιχνεύσουν το πεδίο των ναρκωτικών χωρίς ηθικολογικές προεκτάσεις αφού οι καλλιτέχνες ξέρουν τις περισσότερες φορές από πρώτο χέρι τι θα πει εξάρτηση.

Ένα άλλο (συνακόλουθο με τα προηγούμενα) θέμα της μελέτης του Υφαντή είναι οι υπηρεσίες υγείας και οι θεραπείες εξάρτησης στη μεσοπολεμική Ελλάδα. Οι χρήστες χωρίζονται εν προκειμένω σε χρήστες χασίς και σε χρήστες οπιούχων-κοκαΐνης. Με την κοκαΐνη, οι εξαρτημένοι θα περάσουν από τη συντροφικότητα της χρήσης του χασίς, όπου όλα γίνονται από κοινού, στην ατομικότητα της χρήσης της κοκαΐνης, όπου κυριαρχεί ο εγκλεισμός στην προσωπική κόλαση (αξίζει τον κόπο να διαβάσουμε στο παράρτημα τα πρώτα χρονολογικώς ιατρικά ιστορικά από το Δρομοκαϊτειο για τη μορφίνη, την κοκαΐνη και την κάνναβη). Οι λόγοι για την απόφαση εισαγωγής για θεραπεία ποικίλλουν: μπορεί κάποιος να ζητήσει ιατρική βοήθεια γιατί τον πιέζουν η οικογένεια, οι δικαστικές του εκκρεμότητες και η αστυνομία, μπορεί ωστόσο να πάει στην κλινική ή στο νοσοκομείο και επειδή χρειάζεται να αντιμετωπίσει βαριά ψυχικά, σωματικά και οικονομικά προβλήματα. Και ενώ, όπως πολύ χαρακτηριστικά παρατηρεί ο μελετητής, όλοι δείχνουν να φρονούν ακράδαντα πως η θεραπεία θα οδηγήσει στην απεξάρτηση, ουδείς είναι όντως πεπεισμένος γι’ αυτό – λιγότερο από όλους, οι ίδιοι οι εξαρτημένοι που δεν ζητούν παρά σπανίως με δική τους πρωτοβουλία την ιατρική συνδρομή.

Αντίθετα από όσα έχουν διακηρύξει κατά καιρούς η ιατρική και η νομική, που επινόησαν και ενεργοποίησαν μόνο ελεγκτικούς μηχανισμούς, η εξάρτηση από τα ναρκωτικά έχει μιαν εδραία κοινωνική, οικονομική, ταξική και ιστορική βάση χωρίς την οποία αδυνατούμε να κατανοήσουμε οιαδήποτε φάση της εξέλιξής της. Και αυτό είναι που προσφέρει κυρίως το βιβλίο του Υφαντή: την κοινωνική ματιά σε ένα ζήτημα που μόνο κατά τα φαινόμενα έχει να κάνει με το ατομικό και το προσωπικό.

Ακολούθησε το theTOC.gr στο Facebook