Πριν από κάθε Μουντιάλ, όλοι έχουμε τις βεβαιότητές μας. Κάποιες μπορεί να επιβεβαιωθούν, ενώ άλλες δίνουν τη θέση τους σε πιο απρόβλεπτες ιστορίες. Πριν από την πρώτη σέντρα, γνωρίζουμε τα φαβορί, τους πιθανούς πρώτους σκόρερ, τους σταρ, τους ανερχόμενους παίκτες και τα ακριβότερα ρόστερ. Σχεδόν πάντα, όμως, θα εμφανιστεί μια εθνική ομάδα μικρότερης δυναμικότητας, ένας άγνωστος τερματοφύλακας ή ένα γκολ που δεν υπήρχε στο πλάνο και θα τα κάνει όλα άνω κάτω.
Εκεί κρύβεται και η γοητεία του Παγκοσμίου Κυπέλλου: δεν είναι μόνο το ποδόσφαιρο που βλέπουμε, αλλά και το γεγονός ότι στα 90 λεπτά ενός νοκ άουτ αγώνα δεν υπάρχουν ισχυροί και ανίσχυροι.
Γιατί αγαπάμε τα αουτσάιντερ στο Μουντιάλ
Αυτός είναι και ο λόγος που ο ουδέτερος θεατής σπάνια παραμένει πραγματικά ουδέτερος. Όταν βλέπουμε ένα μεγαθήριο να σφυροκοπά μια μικρότερη ομάδα, τασσόμαστε ασυναίσθητα στο πλευρό της. Κάθε απόκρουση γίνεται προσωπική ευχαρίστηση, κάθε μεγάλη αμυντική προσπάθεια προσωπική νίκη και κάθε δυνατό τάκλιν μια πράξη αντίστασης απέναντι στο κατεστημένο. Η κοινωνική ψυχολογία περιγράφει αυτή την κατάσταση ως "underdog effect": έχουμε την τάση να συμπαθούμε τον αδύναμο, εκείνον που διαθέτει τους λιγότερους πόρους. Δεν αγαπάμε απλώς τον πιθανό ηττημένο. Αγαπάμε εκείνον που αρνείται να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι θα χάσει.
Το χάος του ποδοσφαίρου είναι το κατάλληλο περιβάλλον για να γεννηθούν τέτοιοι μύθοι. Είναι το άθλημα στο οποίο το γεγονός ότι είσαι καλύτερη ομάδα στα χαρτιά δεν σου εξασφαλίζει και τη νίκη. Ένα δοκάρι, μια γκολάρα, μια ηρωική άμυνα ή ένα κακό βράδυ είναι ικανά να αφήσουν ένα μεγάλο φαβορί εκτός διοργάνωσης. Συγκριτική μελέτη δώδεκα ομαδικών αθλημάτων κατέταξε το ποδόσφαιρο ανάμεσα σε εκείνα στα οποία ο πιο αδύναμος έχει αυξημένες πιθανότητες να κερδίσει.
Σε αυτόν, ίσως, βλέπουμε και τον ίδιο μας τον εαυτό. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξεκινούν τη ζωή τους από προνομιακές αφετηρίες. Πολλοί γνωρίζουν τι σημαίνει να αρχίζεις με λιγότερες ευκαιρίες, να μην αναγνωρίζεται η προσπάθειά σου ή να συγκρίνεσαι με κάποιον που διαθέτει περισσότερα μέσα. Η νίκη ενός αουτσάιντερ λειτουργεί ως συμβολική δικαίωση μιας αφανούς πάλης.
Κάπου εδώ ξεκινά και η συζήτηση για τη δυσφορία απέναντι στους μεγάλους σταρ και στις ισχυρές ομάδες του Μουντιάλ. Παίκτες όπως ο Λαμίν Γιαμάλ, ο Κιλιάν Εμπαπέ, ο Λιονέλ Μέσι και αρκετοί άλλοι βρίσκονται σε διαφορετικές φάσεις της καριέρας τους, όμως μοιράζονται το ίδιο παράδοξο: όσο περισσότερο θαυμάζονται, τόσο εντονότερη γίνεται η ανάγκη να εμφανιστεί κάποιος που θα τους σταματήσει.
Ο Λαμίν Γιαμάλ έχει σχεδόν αγιοποιηθεί από τον ποδοσφαιρικό κόσμο πολύ πρόωρα. Συμβολίζει το παιδί-θαύμα που λατρεύεται πριν καν συμπληρώσει τα 18 του χρόνια. Ο Εμπαπέ δεν είναι απλώς ένας σπουδαίος ποδοσφαιριστής. Εκπροσωπεί την ισχυρή Γαλλία, την Παρί Σεν Ζερμέν της τεράστιας οικονομικής δύναμης και τη "Βασίλισσα" Ρεάλ Μαδρίτης. Μια κακή στιγμή, ένα χαμένο πέναλτι ή ένα άστοχο τετ α τετ αρκούν για να "τιμωρηθεί" το hype που περιβάλλει τον καθένα, για διαφορετικούς λόγους.
Μερικοί ποδοσφαιριστές μοιάζουν κατασκευασμένοι για να νικούν, να θριαμβεύουν και να διαλύουν τα ρεκόρ. Όσο περισσότερο συμβαίνει αυτό, τόσο περισσότερο ο αντίπαλός τους μετατρέπεται, στα μάτια του ουδέτερου, σε φορέα αντίστασης απέναντι στο κατεστημένο. Δεν χρειάζεται ο σταρ να είναι αλαζόνας. Αρκεί η εικόνα του να έχει συνδεθεί με την αναπόφευκτη επιτυχία. Το κοινό δεν επιθυμεί την πτώση του επειδή τον αντιπαθεί προσωπικά, αλλά επειδή η ήττα του θα αποδείκνυε ότι είναι τρωτός και ότι ακόμη και οι ποδοσφαιρικές μηχανές μπορεί να παρουσιάσουν ρωγμές.
Υπάρχουν και πιο σύνθετα παραδείγματα, όπως αυτό του Μέσι. Για χρόνια ήταν και ο ίδιος ένας ιδιότυπος αουτσάιντερ: ένας από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών δεν είχε κατακτήσει το Μουντιάλ, το μοναδικό μεγάλο τρόπαιο που έλειπε από τη συλλογή του. Το 2022, η αφήγηση ολοκληρώθηκε με την κατάκτηση του τροπαίου στο Κατάρ. Ο "καταραμένος" έγινε παγκόσμιος πρωταθλητής.
Ένα μέρος του κοινού εξακολουθεί να τον λατρεύει. Ένα άλλο αντιδρά όχι στον ίδιο, αλλά στην αίσθηση ότι η λατρεία προς το πρόσωπό του είναι σχεδόν υποχρεωτική. Όταν η αφήγηση ενός ολόκληρου τουρνουά χτίζεται γύρω από έναν παίκτη, αρκετοί θέλουν να δουν μια νέα ιστορία και το ποδόσφαιρο να συνεχίζει να γυρίζει χωρίς εκείνον στο επίκεντρο.
Στη δυσφορία απέναντι στα φαβορί υπάρχει και κάτι περισσότερο. Μελέτες γύρω από το schadenfreude περιγράφουν την απόλαυση που μπορεί να προκαλεί η πτώση του ισχυρού. Η χαρά για την αποτυχία ενός προσώπου γίνεται εντονότερη όταν εκείνο θεωρείται κυρίαρχο ή απειλεί, έστω και έμμεσα, την ομάδα που υποστηρίζουμε.
Στο ποδόσφαιρο, όπου η οπαδική ταυτότητα δημιουργεί ισχυρό αίσθημα ένταξης, συμπερίληψης και αντιπαλότητας, ο σταρ δεν είναι απλώς ένας αθλητής. Ο Γιαμάλ γίνεται η Μπαρτσελόνα και η Ισπανία, ο Εμπαπέ η Ρεάλ Μαδρίτης και η Γαλλία, ενώ ο Μέσι ταυτίζεται με την Αργεντινή και την Μπαρτσελόνα, αναζωπυρώνοντας παράλληλα ολόκληρη την παλιά διαμάχη με τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Πάνω τους προβάλλονται συλλογικές κόντρες, φθόνος και κόπωση από την υπερπροβολή. Η έρευνα γύρω από την ποδοσφαιρική ταύτιση επιβεβαιώνει ότι η υποστήριξη μιας ομάδας εμπεριέχει τόσο το συναίσθημα του ανήκειν όσο και την αντιπαλότητα απέναντι στις υπόλοιπες ομάδες.
Αυτό που τελικά μένει από ένα Μουντιάλ δεν είναι μόνο ο νικητής και τα στατιστικά, αλλά και τα δράματα. Είναι εκείνοι που στην αρχή δεν είχαν καμία τύχη, αλλά τα έβαλαν με την ιστορική ποδοσφαιρική νομοτέλεια και επέζησαν. Το φαβορί μάς δείχνει τι μπορεί να πετύχει μια υπερδύναμη όταν όλα πάνε βάσει σχεδίου. Το αουτσάιντερ μάς θυμίζει ότι τίποτα δεν τελειώνει μέχρι πραγματικά να έχει τελειώσει.
Γι’ αυτό αγαπάμε την πορεία προς την κορυφή περισσότερο ακόμη και από την ίδια την κορυφή. Έτσι, όταν οι ήρωές μας γίνουν αυτοκράτορες, το πλήθος αναζητά αυτόματα τον υποψήφιο που θα τους γκρεμίσει.