Μετά από μια σκοτεινή αρχιτεκτονικά περίοδο που συνδυάζεται στο μυαλό μου με το αντίκτυπο της οικονομικής κρίσης στην Πάτρα, η πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, ανακάμπτει από τα μέσα του 2010 και μετά και αρχιτεκτονικά.
Ίσως λοιπόν, η "Villa Roja”να αποτελεί επιβεβαίωση αυτής της ανάκαμψης που βιώνει η Πάτρα και οι γύρω περιοχές και σχεδιαστικά(εκεί έχει γίνει και το "House Π” των Point Architects) όπου η πόλη άρχισε σταδιακά να ανακάμπτει, αξιοποιώντας μεταξύ άλλων τον τουρισμό, το λιμάνι και την πανεπιστημιακή της ταυτότητα.
Villa Roja: Μια Μεσογειακή νότα στην Πατρινή "Suburbia”
Στα προάστια της Πάτρας, κρυμμένη μέσα σε πυκνή βλάστηση που αποδίδει αυτόν τον διαχρονικό χαρακτήρα, βρίσκεται η Villa Roja ένα έργο ανακαίνισης που αποτελεί ένα από τα πιο ολοκληρωμένα παραδείγματα σύγχρονης κατοικίας στη Δυτική Ελλάδα. Το γραφείο Amalgama Arch. Lab, με επικεφαλής την αρχιτέκτονα Φωτεινή Γεννατού, ανέλαβε τη ριζική μεταμόρφωση δύο κτιρίων, μιας διώροφης κατοικίας και ενός παραδοσιακού πέτρινου ξενώνα ,αποδίδοντας στη συνολική έκταση των 6.400 τετραγωνικών μέτρων μια αίσθηση διαχρονικής κομψότητας που σπάνια συναντά κανείς στην ελληνική επαρχία.
Το κτιριακό συγκρότημα φέρει τα ίχνη τριών διαφορετικών οικοδομικών φάσεων, 1984, 1993 και 2003, και το αρχιτεκτονικό ζητούμενο ήταν να ενοποιηθούν αυτές οι στρωματογραφίες σε ένα συνεκτικό αφήγημα χώρου. Αυτό επιτυγχάνεται με επιδεξιότητα: η ανακατασκευασμένη σκάλα από δρύινο ξύλο, το ειδικά σχεδιασμένο βιβλιοστάσιο, η κουζίνα ντυμένη με μάρμαρο και το παρακείμενο πάντρι συνθέτουν μια εσωτερική ατμόσφαιρα που συνδυάζει τη ζεστασιά του παρελθόντος με την αρτιότητα του σύγχρονου σχεδιασμού.
Η παλέτα υλικών αποτελεί τον ιδεολογικό άξονα ολόκληρου του έργου. Μαρμάρινες επιφάνειες, ξύλινα δάπεδα, πλακάκια cotto και προσεκτικά επιλεγμένες υφές συνθέτουν μια εκφραστική γλώσσα που αναπνέει φυσικότητα σε κάθε γωνία. Τα πλατιά ανοίγματα επιτρέπουν στο φυσικό φως να διαρρέει μέσα από τους πλάτανους του κήπου, διαγράφοντας κάθε φορά διαφορετικά μοτίβα πάνω στους τοίχους. Τα πέντε μπάνια του σπιτιού αντιμετωπίζονται ως αυτόνομες αρχιτεκτονικές ιστορίες: από τη ζωηρή μαρμαρένια σύνθεση του παιδικού μπάνιου έως τη σχεδόν ασκητική ηρεμία του master suite, κάθε ένα δηλώνει τον χαρακτήρα του χρήστη του.
Ξεχωριστό κεφάλαιο αποτελεί ο πέτρινος ξενώνας αρχών του 20ού αιώνα, ένα κτίριο σε σχήμα Γ που παλαιότερα στέγαζε κελάρι, δωμάτια φιλοξενούμενων και χώρους βοηθητικού προσωπικού. Η επέμβαση εδώ ακολουθεί φιλοσοφία προσεκτικής αποκατάστασης και προσαρμοστικής επαναχρησιμοποίησης: η πέτρινη τοιχοποιία διατηρείται απέριττα εκτεθειμένη, η ξύλινη στέγη ανακατασκευάζεται ώστε να βελτιωθεί η στατική της συμπεριφορά χωρίς να χαθεί ο παραδοσιακός χαρακτήρας της, ενώ διευρυμένα ανοίγματα εισάγουν φως και αποκαλύπτουν την υλική πυκνότητα του κτίσματος. Το εσωτερικό λειτουργεί πλέον ως ενιαίο διαμέρισμα με ζώνες καθιστικού, τραπεζαρίας και κουζίνας, ενώ ο χώρος αναπαύλης συνυπάρχει με ένα πλήρως εξοπλισμένο ιδιωτικό στούντιο μουσικής. Τα εκτεθειμένα ξύλινα δοκάρια και οι πέτρινοι τοίχοι διατηρούν αλώβητη τη σύνδεση με το παρελθόν.
Η ενοποίηση του εξωτερικού χώρου αντιμετωπίζεται με ισότιμη αρχιτεκτονική σοβαρότητα. Πέτρινα μονοπάτια συνδέουν τα δύο κτίρια, ενώ η κολυμβητική δεξαμενή, η υπαίθρια κουζίνα με φούρνο ξύλου, οι πέργκολες, ο ελαιώνας και οι κηπευτικές ζώνες συνθέτουν ένα ζωντανό τοπίο που ενσωματώνει τη φύση στην καθημερινότητα. Η ελιά, το λαχανόκηπο, οι αιωνόβιες πλατάνες — τίποτα δεν είναι διακοσμητικό, όλα ανήκουν οργανικά στη λογική του τόπου.
Σε ποια περιοχή του κόσμου παραπέμπει η τεχνοτροπία της;
Η Villa Roja δεν θυμίζει την τυπική ελληνική κατοικία. Ανακαλεί με έντονο τρόπο την αγροτική αρχιτεκτονική παράδοση της κεντρικής Ιταλίας, και συγκεκριμένα τον κόσμο της τοσκανικής εξοχής. Η τριάδα πέτρα-μάρμαρο-ξύλο, τα cotto πλακάκια, η εκτεθειμένη ξύλινη κατασκευή της στέγης, ο φούρνος ξύλου, ο ελαιώνας και η αίσθηση μιας ιδιοκτησίας που έχει ανθρώπινη ιστορία βαθύτερη από τη μνήμη ενός γενιάς, όλα αυτά συνηχούν με το ιδεώδες της ιταλικής "casa colonica" ή του "podere" της Τοσκάνης και της Ουμβρίας.
Ταυτόχρονα, τα μπλε πλαίσια παραθύρων που ξεπηδούν ανέμελα από την πέτρα εισάγουν μια καθαρά αιγαιοπελαγίτικη νότα, ενώ η φιλοσοφία της αδιάσπαστης σχέσης εσωτερικού-εξωτερικού, με την ημίυπαιθρια κουζίνα και τις πέργκολες, θυμίζει τη νοτιοιβηρική παράδοση που προανέφερα, Ανδαλουσία και Καταλονία, όπου η ζωή ζυμώνεται εξίσου μέσα και έξω από τα τοιχώματα της κατοικίας.
Η Villa Roja λοιπόν δεν ανήκει σε κάποιον μόνο τόπο. Είναι μια σύνθεση της ευρύτερης δυτικής Μεσογείου, ιταλική αγροτική κομψότητα, ελληνική ευαισθησία στο φυσικό τοπίο, ισπανική ελευθεριότητα στον υπαίθριο χώρο, που αγκαλιάζει ωστόσο με αφοσίωση τον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο της: τα προάστια της Πάτρας, το 2025.