X

Η ιστορία της ελληνικής αρχιτεκτονικής

H ιστορία ενός λειτουργήματος στην Ελλάδα, που συμβάλλει στο κοινωνικό ευ ζην και ακόμη και σήμερα αποδεικνύει ότι είναι διεθνούς κλάσης

Η ελληνική αρχιτεκτονική ξεκινά πολύ πριν από τον Παρθενώνα. Στην Κρήτη, ο μινωικός πολιτισμός (περ. 2000-1450 π.Χ.) έχτισε ανάκτορα όπως η Κνωσός, η Φαιστός και τα Μάλια: σύνθετα συγκροτήματα χωρίς τείχη, οργανωμένα γύρω από μια κεντρική αυλή, με φωταγωγούς, αποχετευτικά συστήματα και χαρακτηριστικούς κίονες που στενεύουν προς τα κάτω.

Αντίθετα, οι Μυκηναίοι στην ηπειρωτική Ελλάδα (περ. 1600-1100 π.Χ.) προτίμησαν την ασφάλεια. Οι ακροπόλεις τους, όπως οι Μυκήνες και η Τίρυνθα, περιβάλλονταν από "κυκλώπεια" τείχη από τεράστιους ογκόλιθους. Στον πυρήνα τους βρισκόταν το μέγαρο, μια ορθογώνια αίθουσα με εστία, που αργότερα θα επηρεάσει τη μορφή του ναού. Οι θολωτοί τάφοι, με κορυφαίο τον "Θησαυρό του Ατρέα", δείχνουν εντυπωσιακή τεχνική γνώση.

Η αρχαϊκή και η κλασική εποχή

Μετά την κατάρρευση του μυκηναϊκού κόσμου, η αρχιτεκτονική αναγεννήθηκε σταδιακά. Οι πρώτοι ναοί ήταν από ξύλο και πλίνθους. Από τον 7ο αιώνα π.Χ. η πέτρα και το μάρμαρο αντικατέστησαν τα φθαρτά υλικά, και διαμορφώθηκαν οι αρχιτεκτονικοί ρυθμοί. Ο δωρικός, λιτός και στιβαρός, κυριάρχησε στην ηπειρωτική Ελλάδα και στη Μεγάλη Ελλάδα (Ποσειδωνία, Ακράγαντας). Ο ιωνικός, πιο λεπτός, με έλικες στο κιονόκρανο, αναπτύχθηκε στα νησιά και στη Μικρά Ασία, όπου υψώθηκαν κολοσσιαίοι ναοί όπως το Αρτεμίσιο της Εφέσου.

Η κορύφωση ήρθε τον 5ο αιώνα π.Χ. στην Αθήνα του Περικλή. Ο Παρθενώνας (447-432 π.Χ.), έργο των Ικτίνου και Καλλικράτη υπό την εποπτεία του Φειδία, συνδυάζει δωρικό εξωτερικό με ιωνικά στοιχεία. Οι αρχιτέκτονες εφάρμοσαν διορθώσεις οπτικής: ο στυλοβάτης καμπυλώνεται ελαφρά, οι κίονες γέρνουν προς τα μέσα και φουσκώνουν ανεπαίσθητα (ένταση), ώστε το κτίριο να μοιάζει απόλυτα ευθύγραμμο και ζωντανό. Τα Προπύλαια, το Ερέχθειο με τις Καρυάτιδες και ο ναός της Αθηνάς Νίκης συμπλήρωσαν το πρόγραμμα της Ακρόπολης.

Η ελληνική αρχιτεκτονική όμως δεν ήταν μόνο ναοί. Η πόλη απέκτησε αγορές με στοές, βουλευτήρια, γυμνάσια, στάδια και θέατρα. Το θέατρο της Επιδαύρου, του 4ου αιώνα π.Χ., παραμένει υπόδειγμα ακουστικής. Παράλληλα, ο Ιππόδαμος ο Μιλήσιος καθιέρωσε το ορθογώνιο πολεοδομικό σύστημα, που εφαρμόστηκε στον Πειραιά και στη Ρόδο.

Η ελληνιστική περίοδος

Μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η ελληνική αρχιτεκτονική απλώθηκε από την Αίγυπτο ως την Ινδία. Ο κορινθιακός ρυθμός, με κιονόκρανα από φύλλα άκανθας, κέρδισε έδαφος. Τα κτίρια έγιναν μεγαλύτερα και πιο θεατρικά: ο Βωμός της Περγάμου, το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού και ο Φάρος της Αλεξάνδρειας εντυπωσίαζαν με την κλίμακα τους. Οι Ρωμαίοι υιοθέτησαν αυτό το λεξιλόγιο και το μετέδωσαν σε όλη την αυτοκρατορία.

Βυζάντιο και μεταβυζαντινά χρόνια

Με τον χριστιανισμό, το κέντρο βάρους μετατοπίστηκε στον ναό ως χώρο συνάθροισης. Η Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης (537 μ.Χ.) με τον τεράστιο τρούλο της έγινε πρότυπο. Χτίστηκε μέσα σε μόλις πέντε χρόνια (532-537 μ.Χ.) με εντολή του Ιουστινιανού, μετά την καταστροφή της προηγούμενης βασιλικής στη Στάση του Νίκα. Οι αρχιτέκτονές της, ο Ανθέμιος από τις Τράλλεις και ο Ισίδωρος ο Μιλήσιος, ήταν μαθηματικοί και μηχανικοί περισσότερο παρά χτίστες, και αυτό φαίνεται στην τόλμη του σχεδιασμού.

Συνδύασαν την επιμήκη βασιλική με το κεντρικό τρουλαίο κτίριο, στηρίζοντας έναν τεράστιο τρούλο διαμέτρου περίπου 31 μέτρων πάνω σε τετράγωνη κάτοψη με τη βοήθεια των σφαιρικών τριγώνων (λοφίων). Στη βάση του τρούλου ανοίγονται σαράντα παράθυρα, και το φως που εισχωρεί από αυτά κάνει τον θόλο να μοιάζει σαν να αιωρείται, σαν να κρέμεται από τον ουρανό, όπως έγραψε ο σύγχρονός του ιστορικός Προκόπιος. Ο αρχικός τρούλος κατέρρευσε μετά από σεισμό το 558 και ξαναχτίστηκε ψηλότερος από τον Ισίδωρο τον Νεότερο. Τα χρυσά ψηφιδωτά, τα πολύχρωμα μάρμαρα από όλη τη Μεσόγειο και η αίσθηση ενός εσωτερικού χώρου χωρίς όρια έκαναν την Αγία Σοφία το πρότυπο της ορθόδοξης ναοδομίας για αιώνες.

Μετά την Άλωση του 1453 μετατράπηκε σε τέμενος και απέκτησε μιναρέδες, ενώ ο ίδιος ο ναός επηρέασε βαθιά την οθωμανική αρχιτεκτονική, κυρίως τα τζαμιά του Σινάν. Το 1934 έγινε μουσείο και το 2020 επανήλθε σε τέμενος, απόφαση που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις διεθνώς.

Στον ελλαδικό χώρο ο σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός με τρούλο κυριάρχησε, με αριστουργήματα όπως ο Όσιος Λουκάς, η Μονή Δαφνίου και οι εκκλησίες της Θεσσαλονίκης όπως, από τα παλαιοχριστιανικά χρόνια ξεχωρίζουν η Ροτόντα, ρωμαϊκό κυκλικό κτίριο της εποχής του Γαλέριου που μετατράπηκε σε ναό με εξαιρετικά ψηφιδωτά στον τρούλο, η Αχειροποίητος, βασιλική του 5ου αιώνα, ο Άγιος Δημήτριος, η μεγάλη βασιλική του πολιούχου που ξαναχτίστηκε μετά την πυρκαγιά του 1917, και ο μικρός Όσιος Δαβίδ με το περίφημο ψηφιδωτό της αψίδας.

Από τη μεσοβυζαντινή περίοδο σημαντική είναι η Αγία Σοφία της Θεσσαλονίκης (8ος αιώνας), μεταβατικός τύπος ανάμεσα στη βασιλική και τον τρουλαίο ναό, και η Παναγία των Χαλκέων (1028), καθαρό δείγμα σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού από τούβλο. Από την ύστερη, παλαιολόγια εποχή ξεχωρίζουν οι Άγιοι Απόστολοι, με πλούσια κεραμοπλαστική διακόσμηση και ψηφιδωτά, ο Άγιος Νικόλαος ο Ορφανός με τις εξαιρετικές τοιχογραφίες του, η Αγία Αικατερίνη και η Μονή Βλατάδων στην Άνω Πόλη. Στον Μυστρά . Στη Φραγκοκρατία και την Οθωμανική περίοδο προστέθηκαν κάστρα, τζαμιά, λουτρά και η πλούσια λαϊκή αρχιτεκτονική: τα πέτρινα σπίτια του Ζαγορίου, τα αρχοντικά της Καστοριάς, οι κυκλαδίτικοι οικισμοί.

Μυστράς

Η Μητρόπολη του Αγίου Δημητρίου (τέλη 13ου αιώνα) ήταν αρχικά τρίκλιτη βασιλική. Τον 15ο αιώνα προστέθηκε στο πάνω μέρος σταυροειδής κάτοψη με τρούλους, δημιουργώντας ένα υβριδικό κτίριο. Εδώ, σύμφωνα με την παράδοση, στέφθηκε ο τελευταίος αυτοκράτορας, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος.

Στη Μονή Βροντοχίου βρίσκονται δύο σημαντικοί ναοί. Οι Άγιοι Θεόδωροι είναι οκταγωνικού τύπου, με μεγάλο τρούλο, ενώ η Οδηγήτρια (Αφεντικό), των αρχών του 14ου αιώνα, εγκαινίασε τον λεγόμενο "τύπο του Μυστρά": βασιλική στο ισόγειο και σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός με πέντε τρούλους στο επίπεδο των υπερώων.

Η Παντάνασσα (1428), η μόνη μονή του Μυστρά που κατοικείται ακόμη από μοναχές, ακολουθεί τον ίδιο τύπο. Ξεχωρίζει για το καμπαναριό της με γοτθικές επιρροές και την πλούσια εξωτερική διακόσμηση, απόδειξη της επαφής με τη Δύση.

Η Περίβλεπτος (14ος αιώνας) είναι μικρός σταυροειδής ναός σφηνωμένος στον βράχο, γνωστός κυρίως για τις εξαιρετικές τοιχογραφίες του, από τα κορυφαία δείγματα της παλαιολόγειας ζωγραφικής. Η Αγία Σοφία, το καθολικό του ανακτόρου, και η Ευαγγελίστρια συμπληρώνουν το σύνολο.

Διαβάστε Επίσης

Κοσμική αρχιτεκτονική

Το Παλάτι των Δεσποτών είναι από τα ελάχιστα βυζαντινά ανάκτορα που σώζονται. Αποτελείται από διαδοχικές πτέρυγες, με κυριότερη ένα μεγάλο τριώροφο κτίριο με την αίθουσα του θρόνου, που διακρινόταν από τα γοτθικά παράθυρα και τα τζάκια του. Αναστηλώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες και σήμερα στεγάζει εκθεσιακούς χώρους.

Σώζονται επίσης αρχοντικά, όπως ο Οίκος Λάσκαρη και ο Οίκος Φραγκόπουλου, πολυώροφα σπίτια με κατοικία στους πάνω ορόφους και αποθήκες στο ισόγειο, καθώς και τμήματα της οχύρωσης με τις πύλες της, όπως η Πύλη της Μονεμβασίας, που χώριζε την Άνω από την Κάτω Πόλη.

Νεοκλασικισμός και νεωτερικότητα

Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, ο νεοκλασικισμός εξέφρασε τη σύνδεση με την αρχαιότητα. Αρχιτέκτονες όπως ο Hansen και ο Ziller έδωσαν στην Αθήνα την Ακαδημία, το Πανεπιστήμιο και το Ζάππειο. Τον 20ό αιώνα το μοντέρνο κίνημα βρήκε στην Ελλάδα γόνιμο έδαφος, με τα σχολεία της δεκαετίας του 1930 και το έργο του Δημήτρη Πικιώνη, που διαμόρφωσε τους πεζόδρομους γύρω από την Ακρόπολη σε διάλογο με το τοπίο. Η μεταπολεμική αντιπαροχή άλλαξε ριζικά τις πόλεις, ενώ σύγχρονα έργα, όπως το Μουσείο της Ακρόπολης του Bernard Tschumi, συνεχίζουν τον διάλογο ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν.

Η νέα εποχή: μουσεία και κατοικίες

Η πιο συμβολική πρόκληση των τελευταίων χρόνων είναι η επέκταση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, του μεγαλύτερου μουσείου αρχαίας τέχνης στη χώρα. Τον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό κέρδισε η σύμπραξη του Βρετανού David Chipperfield με το γραφείο του Αλέξανδρου Τομπάζη, ενός από τους πρωτοπόρους της βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα. Η πρόταση δεν ανταγωνίζεται το νεοκλασικό κτίριο του 19ου αιώνα. Οι νέες αίθουσες τοποθετούνται κυρίως κάτω από το επίπεδο του εδάφους, μπροστά από την ιστορική πρόσοψη, και στη στέγη τους διαμορφώνεται ένας υπερυψωμένος κήπος ανοιχτός στο κοινό.

Έτσι, το μουσείο αποκτά χώρους για εκθέματα που σήμερα μένουν στις αποθήκες, ενώ η γειτονιά των Εξαρχείων και της Πατησίων κερδίζει έναν νέο δημόσιο χώρο πρασίνου. Το έργο συνεχίζει τη γραμμή του Μουσείου της Ακρόπολης: σύγχρονη αρχιτεκτονική που υποχωρεί με σεβασμό μπροστά στην ιστορία.

Παράλληλα, ένα νέο κύμα ιδιωτικής αρχιτεκτονικής αλλάζει την όψη της Αθηναϊκής Ριβιέρας, από τη Γλυφάδα και τη Βούλα ως τη Βουλιαγμένη, τη Βάρκιζα και το Λαγονήσι(αλλά και στα Βόρεια Προάστεια). Οι σύγχρονες design κατοικίες της παραλιακής ζώνης υιοθετούν μια μινιμαλιστική γλώσσα: καθαροί όγκοι, μεγάλα ανοίγματα με θέα στον Σαρωνικό, εμφανές μπετόν, τοπική πέτρα και ξύλο, πισίνες υπερχείλισης που μοιάζουν να ενώνονται με τη θάλασσα. Πολλές αντλούν έμπνευση από την κυκλαδίτικη παράδοση, με λευκές επιφάνειες, πέργκολες, σκιά και φυσικό αερισμό, την οποία μεταφράζουν σε σύγχρονους όρους.

Στο ίδιο κύμα εντάσσεται η ανάπλαση του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού, με νέες γειτονιές, ένα μεγάλο μητροπολιτικό πάρκο και τον Riviera Tower του γραφείου Foster + Partners, τον πρώτο οικιστικό ουρανοξύστη της Ελλάδας. Η εξέλιξη αυτή προκαλεί και συζητήσεις για την πρόσβαση στην ακτή, την πυκνότητα και το gentrfication της περιοχής. Δείχνει όμως ότι η ελληνική αρχιτεκτονική εξακολουθεί να αναζητά τη σχέση της με το φως, τη θάλασσα και το τοπίο.