Στα 93 του χρόνια, ο Δημήτρης Αντωνακάκης εξακολουθεί να εργάζεται σαν αρχιτέκτονας, στο ίδιο γραφείο, το Atelier 66, που ίδρυσε το 1965 μαζί με τη σύζυγό του Σουζάνα και την Ελένη Γκούση-Δεσύλλα. Είναι, μαζί με τον Δημήτρη Πικιώνη, ο μόνος Έλληνας αρχιτέκτονας που ο σπουδαίος θεωρητικός Kenneth Frampton αναφέρει ως παράδειγμα εφαρμογής του "κριτικού τοπικισμού" στη Μεσόγειο, μιας στάσης απέναντι στην αρχιτεκτονική που σέβεται τον τόπο χωρίς να τον νοσταλγεί, και αγκαλιάζει τη νεωτερικότητα χωρίς να την αντιγράφει.
Το έργο του, η πολυκατοικία στην οδό Τσάμη Καρατάση, το σχολείο στην Οία, τα σπίτια στην Κρήτη, συνιστά, όπως λέει ο ίδιος, μια "κριτική περιφερειακή στάση απέναντι στη διεθνή ομοιομορφία". Δίδαξε επί δεκαετίες στο ΕΜΠ, διαμορφώνοντας γενιές αρχιτεκτόνων γύρω από μια ιδέα: ότι η αρχιτεκτονική δεν είναι στιλ, είναι σχέση με τον τόπο.
"Δεν δίνω οδηγίες"
Μιλώντας μου για τον τρόπο διδασκαλίας του, ο Αντωνακάκης εξηγεί πως η δουλειά του δασκάλου δεν είναι να δίνει λύσεις, αλλά να ανοίγει δρόμους: "Αποφεύγω να δίνω οδηγίες. Επιχειρώ να καλλιεργώ την περιέργεια με αναφορές σε πηγές που είναι προσιτές σε αυτούς, όπως είναι το θέατρο, η λογοτεχνία, ο κινηματογράφος αλλά και η φιλοσοφία και κάθε άλλη μορφή Τέχνης, για να τους πείσω ότι για κάθε πρόβλημα υπάρχουν πάμπολλες λύσεις". Και προσθέτει τη ρήση που θα μπορούσε να συνοψίσει ολόκληρη τη φιλοσοφία του: "Τέλεια λύση δεν υπάρχει".
Ρωτώντας τον πώς μεταφράζεται η μνήμη ενός τόπου σε αρχιτεκτονική σύνθεση, χωρίς να παγιδεύεται στη νοσταλγία, απαντά πως ο τόπος "είναι εκείνος που απελευθερώνει την δυναμική και ελεύθερη αντιμετώπιση του σχεδιασμού", και ότι οι απαιτήσεις ενός προγράμματος δεν πρέπει να διαβάζονται σαν "τετραγωνικά μέτρα που δε λένε τίποτα", αλλά ως ερμηνεία της ζωής των ανθρώπων που θα κατοικήσουν τον χώρο. Είναι, λέει, "στράτευση στην υπηρεσία του ανθρώπου".
Δεν λείπει και η οργή για όσα θεωρεί κατάχρηση εξουσίας στον δημόσιο χώρο. Μιλώντας για την Αττικό Μετρό και την πλατεία Κολωνακίου, δεν διστάζει: "Κατέστρεψε με ασύλληπτη βαρβαρότητα την πλατεία Κολωνακίου χωρίς αιτιολογία και χωρίς τις απαιτούμενες εγκρίσεις από αρχιτέκτονες, πολεοδόμους και αρχιτέκτονες τοπίου". Επικαλείται μάλιστα τον Πικιώνη, που έγραφε ήδη το 1928 ότι η διαχείριση του δημόσιου χώρου πρέπει να γίνεται "μόνον από τους έχοντες πραγματικά δικαιώματα προς τούτο", μια φράση που, σχεδόν έναν αιώνα μετά, εξακολουθεί να ηχεί επίκαιρη.
Παρόμοια κριτική διάθεση κρατά και για το Μουσείο της Ακρόπολης, θυμίζοντας πως η άρνηση παράτασης ενός μήνα το 2001, εν ονόματι των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, οδήγησε τελικά σε ένα έργο που ολοκληρώθηκε το 2009 και, κατά τη γνώμη του, σε ένα κτίριο κατώτερο των όσων φιλοξενεί.
Σουζάνα: Η άλλη μισή ιστορία
Καμία αφήγηση για τον Δημήτρη Αντωνακάκη δεν μπορεί να είναι πλήρης χωρίς τη σύζυγό του, Σουζάνα. Το ζευγάρι, που θα μπορούσε κανείς να πει πως έγραψε μαζί μία ενιαία βιογραφία, ίδρυσε το Atelier 66 θυσιάζοντας συνειδητά την ατομική υπογραφή υπέρ μιας συλλογικής, συνθετικής αρχιτεκτονικής. Το πρώτο μεγάλο τους σημείο αναφοράς, το Αρχαιολογικό Μουσείο Χίου, κέρδισε τον πανελλήνιο διαγωνισμό του 1965 και ολοκληρώθηκε γύρω στο 1970, σχεδιασμένο όχι ως κτίριο-βιτρίνα αλλά ως "ζωντανός οργανισμός" μέσα στην πόλη.
Η Σουζάνα, που έφυγε από τη ζωή το 2020, άφησε δικό της αποτύπωμα και στο χρώμα της ελληνικής αρχιτεκτονικής, φτιάχνοντας ένα προσωπικό χρωματολόγιο βασισμένο στον Le Corbusier και στα μαθήματα του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα. Είχε γράψει κάποτε πως "η αρχιτεκτονική υπήρξε για αιώνες από τους στυλοβάτες του πολιτισμού", μια φράση που το ίδιο το έργο του ζευγαριού, από τη Χίο ως τα Σπάτα και την Πέρδικα Αίγινας, φαίνεται να επιβεβαιώνει έμπρακτα.
Το 1985, η μονογραφία της Rizzoli για το Atelier 66 τους έβγαλε στον κόσμο· το 2023, το Archisearch Lifetime Achievement Award ήρθε να επισφραγίσει μια πορεία που δεν ανήκει μόνο στην ιστορία της ελληνικής αρχιτεκτονικής, αλλά και σε αυτήν της σχέσης δύο ανθρώπων που έμαθαν να χτίζουν μαζί, με σεβασμό στον τόπο και στον άνθρωπο.