Η αρχιτεκτονική εκφράζει με το γνώριμο για αυτήν "λεξιλόγιο" των υλικών τη σκιά, τη στοά, την αυλή, την αίσθηση του ενδιάμεσου χώρου, τη συνύπαρξη μέσα-έξω που χαρακτηρίζει πάνω-κάτω, όλα τα σπίτια στη Μεσόγειο.
Στον σύγχρονο ελληνικό αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, οι διεθνείς τάσεις δεν υιοθετούνται τυφλά ως μόδα, αλλά αποτελούν αφορμή διαλόγου και επαναδιατύπωσης. Ενώ η βιωσιμότητα μετατρέπεται σε ουσιαστικές χωρικές αποφάσεις, οι νέες εργασιακές συνθήκες ενσωματώνονται διακριτικά στη δομή των κτιρίων, και η ψηφιοποίηση συνυπάρχει με την παραδοσιακή μακέτα.
Αυτή είναι η φιλοσοφία πίσω από τις μεγάλες τάσεις της αρχιτεκτονικής στη χώρα μας, όπως μας την περιγράφουν παρακάτω, οι επικεφαλής των δύο μεγαλύτερων βραβείων στη χώρα.
Η φιλοσοφία του Δημήτρη Ποτηρόπουλου συν-ιδρυτή των Potiropoulos+Partners
"Στη σημερινή συνθήκη της κλιματικής κρίσης και της ραγδαία αυξανόμενης αστικοποίησης, η αρχιτεκτονική καλείται να λειτουργήσει ως πολιτισμικός και κοινωνικός κινητήριος παράγοντας, ικανός να διαμορφώνει τρόπους ζωής και να επαναπροσδιορίζει τη σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον.
Στο πλαίσιο αυτό, ο βιοφιλικός σχεδιασμός (biophilic design) αναδεικνύεται ως μια συνεκτική, φιλοσοφική προσέγγιση και πρακτική που συνδέει τη βιωσιμότητα με την βιωματική εμπειρία, διαπραγματευόμενος τον αρχιτεκτονικό χώρο ως ενεργό πεδίο σχέσεων ανάμεσα στον άνθρωπο, τη φύση και τον χρόνο.
Στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό η έννοια της βιοφιλίας -η οποία βασίζεται στην έμφυτη ανθρώπινη ανάγκη για επαφή με τον φυσικό κόσμο- μεταφράζεται σε ένα σύνολο ουσιαστικών
χωρικών ποιοτήτων που επιτρέπουν στη φύση να γίνεται αισθητή.
Όπως: το φυσικό φως που μεταβάλλεται μέσα στην ημέρα, η ποιότητα και κίνηση του αέρα, η υφή και η θερμοκρασία των υλικών, ακόμη, η δομή του χώρου και οι αναλογίες του που προσφέρουν αίσθηση προσανατολισμού και ασφάλειας, η προέκταση της φύσης στο εσωτερικό των κτιρίων και οι θέες.
Όταν τα στοιχεία αυτά ενσωματώνονται με συνέπεια στην επινόηση της "ιδέας" και στην εξέλιξή της στην συνέχεια, η αρχιτεκτονική δεν μιμείται τη φύση, αλλά επαναφέρει μια πιο
άμεση και ουσιαστική σχέση μαζί της”.
Η βιωσιμότητα παύει να αφορά μόνο τεχνικές επιδόσεις ή στατιστικές, και αποκτά ευρύτερη σημασία, καθώς σχετίζεται με την ικανότητα της αρχιτεκτονικής, τόσο σε επίπεδο σχεδιαστικής προσέγγισης όσο και υλοποίησης, να επεξεργάζεται περιβάλλοντα που παραμένουν οικοσυστημικά αποτελεσματικά, αλλά και λειτουργικά και επίκαιρα μέσα στον χρόνο.
Η αειφόρος προσέγγιση λαμβάνει υπόψη το σύνολο του κύκλου ζωής του κτιρίου: από την επιλογή υλικών, κατασκευαστικών μεθόδων και εξοπλισμού, έως τη φθορά, την επαναχρησιμοποίηση και την προσαρμογή σε νέες ανάγκες. Ο βιοφιλικός σχεδιασμός ενισχύει αυτή τη λογική, προτείνοντας λύσεις που βασίζονται σε παθητικές στρατηγικές: φυσικός φωτισμός, υλικά με μακροχρόνια αντοχή και χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα κ.ο.κ.
Καθοριστικό ρόλο σε όλο αυτό τo process αναλαμβάνει η έννοια της ευελιξίας. Τα σύγχρονα περιβάλλοντα καλούνται να ανταποκριθούν σε μεταβαλλόμενα πρότυπα εργασίας, κοινωνικής
ζωής και χρήσης, χωρίς να πρέπει να εξαρτώνται από συνεχείς επεμβάσεις. Η προσαρμοστικότητα δεν αφορά μόνο τεχνικές λύσεις, αλλά και έναν τρόπο σκέψης που χειρίζεται τον αρχιτεκτονικό χώρο ως ανοιχτό σύστημα.
Χώροι με ελαστική δομή, ευέλικτες υποδομές και δυνατότητα πολλαπλών αναγνώσεων μπορούν να εναλλάσσουν ρόλο και ύφος χωρίς απώλεια ποιότητας. Σε περιβάλλοντα εργασίας, φιλοξενίας, εμπορίου και εκθέσεων, αυτό μεταφράζεται σε μια αρχιτεκτονική που εναλλάσσει χρήσεις, ρυθμούς και βαθμούς ιδιωτικότητας, προσφέροντας ελευθερία τόσο στον χρήστη όσο και στον οργανισμό.
Έτσι, η καινοτομία δεν εκφράζεται ως εντυπωσιακή χειρονομία, αλλά ως στρατηγική πρόβλεψης και μακροπρόθεσμης φροντίδας.
Στο επίπεδο αυτό, ακριβώς, η έννοια της καινοτομίας αποκτά κυρίως βιωματικό χαρακτήρα. Οι χώροι δεν καινοτομούν επειδή ενσωματώνουν νέες τεχνολογίες ή εξαιρετικά προηγμένες
οικοδομικές τεχνικές, αλλά επαναπροσδιορίζοντας τον τρόπο με τον οποίο βιώνονται. Κατά συνέπεια, τα λεγόμενα "experiential spaces" λειτουργούν ως επεκτάσεις της βιοφιλικής και βιώσιμης σκέψης, με το να αξιοποιούν την ευελιξία και την προσαρμοστικότητα για να δημιουργήσουν εναλλασσόμενες αφηγήσεις.
Μέσα από μεταβαλλόμενες χωρικές διατάξεις, αισθητηριακές μετατοπίσεις, "σκηνικά" που εξελίσσονται χωρίς υλική σπατάλη και άνοιγμα προς τη φύση, ο αρχιτεκτονικός χώρος παραμένει ζωντανός και επίκαιρος.
Το βιωματικό στοιχείο αποτελεί βασικό μηχανισμό σύνδεσης, μνήμης και ταυτότητας. Ενεργοποιεί τις αισθήσεις, το συναίσθημα και τη συμμετοχή, ενισχύει την αλληλεπίδραση ανθρώπου-χώρου, δημιουργεί συναισθηματική σύνδεση.
Σε συνδυασμό με τη βιωσιμότητα και την ευελιξία, ο βιοφιλικός σχεδιασμός συνθέτει περιβάλλοντα εννοιολογημένα, που δεν δηλώνουν απλώς αξίες, αλλά τις ενσωματώνουν μέσω ενός συνειδητού και βιώσιμου τρόπου ζωής. Προτείνει μια αρχιτεκτονική αντίληψη που αποκτά περιεχόμενο και αντέχει στον χρόνο όχι μέσω της αισθητικής υπερβολής, αλλά μέσα από τη νοηματική της συνέπεια και την υπεύθυνη στάση της απέναντι στον άνθρωπο και τον πλανήτη.
Σε μια εποχή διαρκών μεταβολών, η προσέγγιση αυτή δεν διαπραγματεύεται απλώς ποιοτικότερους χώρους, αλλά επανατοποθετεί το ίδιο το ερώτημα της κατοίκησης”.
Γραφείο 1: Urban Soul Project
Το αρχιτεκτονικό γραφείο Urban Soul Project ιδρύθηκε με βάση την ιδέα της ενότητας μεταξύ σχεδιασμού και κατασκευής.
Αποτελείται από μια ομάδα επαγγελματιών διαφόρων ειδικοτήτων, συμπεριλαμβανομένων αρχιτεκτόνων, πολιτικών και ηλεκτρολόγων μηχανικών, σχεδιαστών εσωτερικών χώρων και υπευθύνων διαχείρισης έργων. Ο στόχος του είναι να συνδυάσει σύγχρονο και παραδοσιακό σχεδιασμό με τα υψηλότερα πρότυπα ποιότητας στην κατασκευή, μέσω νέων τεχνολογιών, υλικών και παραδοσιακών τεχνικών.
Το όραμά του είναι να προσφέρει μια ολοκληρωμένη λύση στον σχεδιασμό και την κατασκευή
εξατομικευμένων οικιστικών ή εμπορικών έργων.
Το ελληνικό design σύμφωνα με τον Τάσο Γεωργαντζή
"Ως Urban Soul Project, βιώνουμε τις τάσεις του σύγχρονου αρχιτεκτονικού σχεδιασμού όχι ως "μόδα" που πρέπει να ακολουθήσουμε, αλλά ως ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούμαστε να τοποθετήσουμε με συνέπεια τη δουλειά μας.
Κάθε νέα τάση είναι για εμάς αφορμή για διάλογο: τι σημαίνει, τι προσφέρει πραγματικά στον άνθρωπο που θα ζήσει ή θα εργαστεί σε έναν χώρο και πώς μπορεί να σταθεί μέσα στο ελληνικό και μεσογειακό περιβάλλον, κλιματικά, πολιτισμικά και οικονομικά.
Η έννοια της βιωσιμότητας, για παράδειγμα, έχει πλέον περάσει από το επίπεδο του "πράσινου" branding στην ουσία του σχεδιασμού. Τη βιώνουμε μέσα από αποφάσεις για
προσανατολισμό, σκίαση, φυσικό φωτισμό και αερισμό, επιλογή υλικών με μικρότερο αποτύπωμα, αλλά και μέσα από πιο "σιωπηλές" επιλογές: πώς οργανώνεται ένα κτίριο ώστε να είναι ευέλικτο στον χρόνο και να μπορεί να αλλάξει χρήση χωρίς να γκρεμιστεί και να ξαναχτιστεί από την αρχή. Στόχος μας είναι να δημιουργούμε κτίρια που λειτουργούν καλά από την πρώτη μέρα, αλλά έχουν και τη δυνατότητα να εξελιχθούν, να υποδεχθούν νέες τεχνολογίες και νέους τρόπους κατοίκησης ή εργασίας.
Ταυτόχρονα, παρατηρούμε πως οι κοινωνικές και εργασιακές συνθήκες αλλάζουν γρήγορα: νέες μορφές τουρισμού, υβριδικά μοντέλα εργασίας, μεγαλύτερη ευαισθησία στην ψυχική υγεία και την καθημερινή άνεση.
Αυτές οι αλλαγές δεν αντιμετωπίζονται μόνο με "concept", αλλά με πολύ συγκεκριμένες χωρικές αποφάσεις: πώς σχεδιάζονται οι κοινόχρηστοι χώροι, πού τοποθετούνται οι μεταβάσεις, πώς εξασφαλίζεται ιδιωτικότητα χωρίς απομόνωση.
Στα έργα μας προσπαθούμε αυτές οι νέες ανάγκες να ενσωματώνονται διακριτικά στη δομή του κτιρίου και όχι ως πρόσθετο "διακοσμητικό" στρώμα.
Παράλληλα, βλέπουμε όλο και πιο έντονα την τάση για εμπειρία–κεντρικούς χώρους: ξενοδοχεία που θέλουν να προσφέρουν κάτι πέρα από το κλασικό δωμάτιο, χώρους εργασίας που δεν είναι απλά "γραφεία" αλλά τόποι συνάντησης, συνεργασίας και ευεξίας.
Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι βρισκόμαστε συνεχώς ανάμεσα σε δύο άκρα: από τη μία την επιθυμία για εντυπωσιασμό και εικόνα, και από την άλλη την ανάγκη για λειτουργικότητα, διαχρονικότητα και έναν σχεδιασμό που δεν θα κουράσει μετά από έξι μήνες χρήσης.
Ως USP προσπαθούμε κάθε φορά να βρίσκουμε μια ισορροπία, ώστε η εμπειρία να είναι έντονη αλλά και καθημερινά ζήσιμη.
Η ψηφιοποίηση του επαγγέλματος είναι επίσης μια τάση που δεν παρακολουθούμε απ’ έξω· τη ζούμε καθημερινά. Τα ψηφιακά εργαλεία μοντελοποίησης, οι τρισδιάστατες προσομοιώσεις, ο κοινός σχεδιαστικός "χώρος" με μηχανικούς και συμβούλους μας επιτρέπουν να συντονίζουμε πιο σύνθετα έργα, να μειώνουμε σφάλματα και να επικοινωνούμε πιο καθαρά με πελάτες και
συνεργάτες.
Παρ’ όλα αυτά, προσπαθούμε να μην χάνουμε τη φυσική κλίμακα: το σκίτσο, το mock-up, τη μακέτα που μας επιτρέπουν να "νιώσουμε" τον χώρο πριν χτιστεί, να ελέγξουμε τις αναλογίες, το φως, την υλικότητα.
Μια ακόμη ισχυρή τάση που συναντάμε είναι η επανανοηματοδότηση της "τοπικότητας". Οι πελάτες ζητούν κάτι "σύγχρονο", αλλά ταυτόχρονα "δεμένο με τον τόπο". Αυτό για εμάς δεν σημαίνει απλώς να χρησιμοποιούμε πέτρα ή ξύλο, αλλά να μεταφράζουμε αξίες: τη σκιά, τη στοά, την αυλή, την αίσθηση του ενδιάμεσου χώρου, τη συνύπαρξη μέσα-έξω που χαρακτηρίζει τη Μεσόγειο.
Τελικά, οι τάσεις λειτουργούν σαν φίλτρο μέσα από το οποίο επαναδιατυπώνουμε τη δική μας αρχιτεκτονική στάση. Παρακολουθούμε διεθνείς εξελίξεις, δοκιμάζουμε, υιοθετούμε ό,τι έχει νόημα, αλλά προσπαθούμε να μένουμε σταθεροί σε μερικές βασικές αρχές: καθαρότητα ιδέας, σαφήνεια στη λειτουργία, σεβασμό στον χρήστη και στο περιβάλλον, και έναν σχεδιασμό που να αντέχει όχι μόνο στις προδιαγραφές, αλλά και στη ζωή.
Εκεί, για εμάς, βρίσκεται η πραγματική αξία του σύγχρονου αρχιτεκτονικού σχεδιασμού.