O Γιώργος Τσολάκης, ιδρυτής του γραφείου Tsolakis Architects, μέσα σε 16 χρόνια δημιουργικής δραστηριότητας, έχει υλοποιήσει έργα που θα ζήλευαν πολλοί συνάδελφοι του, από μουσεία και ιδρύματα μέχρι επαγγελματικά κτίρια και κατοικίες, διατηρώντας μια συνέπεια στην ποιότητα και την προσέγγιση που σπανίζει.
Το αρχιτεκτονικό γραφείο που ίδρυσε, με την επωνυμία Tsolakis architects, βρίσκεται στο πιο κεντρικό σημείο της Αθήνας, στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας 4. Στεγάζεται σε ένα νεοκλασικό κτίριο του Ερνέστου Τσίλλερ, που κάποτε φιλοξενούσε το εργαστήριο της εικαστικού Ναταλίας Μελά. Μόλις η βαριά ξύλινη πόρτα της εισόδου του ανοίγει, ο επισκέπτης βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν χώρο που αποπνέει από τους χώρους του ιστορία: γλυπτά και εκμαγεία της Ναταλίας Μελά, με αποτέλεσμα να βρίσκεσαι μέσα σε ένα γραφείο όπου δεκάδες αρχιτέκτονες εργάζονται περιτριγυρισμένοι από βιβλιοθήκες, έργα τέχνης και ένα πιάνο.
"Το να είσαι μέσα σε έναν τόσο ιστορικό χώρο, ανάμεσα από τα γλυπτά της Ναταλίας Μελά, είναι κάτι που σε γεμίζει με ευθύνη ώστε να καταφέρεις να δημιουργήσεις κάτι τόσο σημαντικό όσο εκείνοι οι άνθρωποι", εξηγεί ο Τσολάκης σε παλιότερη συνέντευξή του. Η επιλογή αυτού του χώρου δεν είναι τυχαία, είναι μια δήλωση αρχών εκ μέρους του γραφείου που ίδρυσε. Ο ίδιος πιστεύει ότι οι αρχιτέκτονες που δουλεύουν εκεί αντιλαμβάνονται έναν διαφορετικό τρόπο να βλέπουν τον χώρο και την αρχιτεκτονική, έναν τρόπο που δυστυχώς σπανίζει σήμερα.
"Δεν έχουμε πλέον τέτοιους χώρους όπως αυτούς που βλέπετε στο συγκεκριμένο κτίριο", επισημαίνει. Η μεγαλοπρεπής είσοδος με τον εντυπωσιακό πολυέλαιο, οι μεγάλοι χώροι υποδοχής που διανέμουν σε όλες τις επιμέρους αίθουσες, στοιχεία που στον βωμό του κέρδους έχουν χαθεί από τις σύγχρονες ελληνικές πολυκατοικίες, όπου οι είσοδοι έχουν εκφυλιστεί σε διαδρόμους πλάτους 1,20 μέτρων, όπως ορίζει η νομοθεσία. Αυτή η αντίθεση μεταξύ του τι ήταν και του τι έχει γίνει η ελληνική αρχιτεκτονική αποτελεί την πυξίδα της δουλειάς του Γιώργου Τσολάκη.
Η Κατοικία "Μονοπώλιο": Η δημιουργική αξιοποίηση ενός παλιού σπιιτού
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της φιλοσοφίας του Τσολάκη είναι η κατοικία "Μονοπώλιο" στην περιοχή Γραβιάς, στους πρόποδες του Παρνασσού. Εδώ, μια πατρική κατοικία που για δεκαετίες λειτούργησε ως Κρατικό Μονοπώλιο – τόπος όπου έμποροι προμηθεύονταν οινόπνευμα, σπίρτα, πετρέλαιο, τραπουλόχαρτα – μεταμορφώνεται σε κατοικία-μουσείο. Πετρόχτιστη, σκοτεινή και μυστηριώδης, καλείται να επαναφέρει βιώματα και μνήμες, καλύπτοντας ταυτόχρονα ανάγκες διημέρευσης και έκθεσης συλλεκτικών αντικειμένων.
Εδώ να σημειώσουμε ότι το "Κρατικό Μονοπώλιο" αναφέρεται στο σύστημα που υπήρχε στην Ελλάδα μέχρι τις δεκαετίες του '80-'90, όπου το κράτος είχε το αποκλειστικό δικαίωμα παραγωγής και διανομής συγκεκριμένων προϊόντων, μέσω του Γενικού Χημείου του Κράτους(Οινόπνευμα (αλκοόλ), σπίρτα, πετρέλαιο, τραπουλόχαρτα, αλάτι.
Για το συγκεκριμένο κτίριο στον Παρνασσό σημαίνει ότι λειτουργούσε ως κρατικό σημείο διανομής/κατάστημα όπου οι έμποροι της περιοχής μπορούσαν να προμηθευτούν προϊόντα που ήταν λοιπόν τότε, υπό κρατικό μονοπώλιο.
New Life
Το "Μονοπώλιο" αναβιώνει ως τόπος θύμησης μέσω ενός κεντρικού συνθετικού στοιχείου: μιας ξύλινης αυτοφερόμενης προθήκης που φέρει τα κειμήλια του παλιού καταστήματος και δεκάδες έργα τέχνης. Αυτή τοποθετείται πάνω σε μια σύγχρονη στέρεη βάση, της οποίας η φόρμα μεταβάλλεται σε όλο το μήκος της κατοικίας. Τα δύο στοιχεία λειτουργούν ως ένα σύστημα ετεροχρονικών αναφορών, απευθυνόμενα τόσο στην ιστορία του κτίσματος όσο και στον τρόπο με τον οποίο ο νέος χρήστης καλείται να οικειοποιηθεί τον χώρο.
Ο σχεδιασμός στοχεύει σε μια συνολική βιωματική εμπειρία συσχετισμένη με τον χρόνο και την ανάμνηση. Τα φυσικά υλικά προδίδουν την ηλικία τους, εξιστορούν μια καταγωγή. Οι πατίνες της φθοράς σκιαγραφούν το πέρασμα των ετών, ενώ τα χρώματα και οι υφές πλάθουν μια ετεροτοπία που δίνει αφορμές για μια ξεχωριστή μορφή κατοίκησης, με όρους μνήμης και αναπόλησης.
Το έργο του Γιώργου Τσολάκη αποδεικνύει ότι η αρχιτεκτονική μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από απλή κατασκευή – μπορεί να είναι φορέας ιστορίας, εμπειρίας και συναισθήματος.
Φωτογραφίες: Παναγιώτης Βουμβάκης
www.tsolakisarchitects.gr