Ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ζήτησε την επανένταξη της χώρας του στο αμερικανικό πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών F-35, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια εξέλιξη θα ενίσχυε τις σχέσεις με την Ουάσιγκτον και θα συνέβαλλε στην ασφάλεια του ΝΑΤΟ.
Οι γραπτές δηλώσεις του, σε απάντηση ερωτημάτων του Bloomberg, αποτυπώνουν την προσπάθειά του να αξιοποιήσει τη σχέση του με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, προκειμένου να αποκαταστήσει δεσμούς που είχαν διαταραχθεί πριν από σχεδόν μια δεκαετία, λόγω της αγοράς από την Τουρκία του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400. Η αυξανόμενη σύγκλιση προτεραιοτήτων μεταξύ Άγκυρας και Ουάσιγκτον —σε τομείς όπως η άμυνα, η ενέργεια και οι περιφερειακές συγκρούσεις— επαναπροσδιορίζει τη δύσκολη ισορροπία της Τουρκίας ανάμεσα στο ΝΑΤΟ και τη Ρωσία, τον μεγαλύτερο εμπορικό της εταίρο.
Ο Ερντογάν ανέφερε ότι έθεσε προσωπικά το ζήτημα στον Τραμπ κατά τη συνάντησή τους στον Λευκό Οίκο τον Σεπτέμβριο, χαρακτηρίζοντας "άδικη" την απόφαση αποκλεισμού της Τουρκίας από το πρόγραμμα F-35 λόγω της αγοράς ρωσικού στρατιωτικού εξοπλισμού.
"Με την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, δημιουργήθηκε μια ευκαιρία να μπουν οι σχέσεις Τουρκίας–ΗΠΑ σε πιο λογική και εποικοδομητική βάση", δήλωσε, χρησιμοποιώντας την επίσημη ονομασία "Türkiye”.
Όπως σημείωσε, η παραλαβή των αεροσκαφών F-35 για τα οποία η Τουρκία έχει ήδη πληρώσει και η επανένταξή της στο πρόγραμμα είναι "σημαντικές και αναγκαίες" τόσο για τις διμερείς σχέσεις όσο και για την άμυνα του ΝΑΤΟ.
Οι S-400 και οι σχέσεις με τη Μόσχα
Η Τουρκία εξετάζει το ενδεχόμενο επιστροφής των αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 που αγόρασε από τη Ρωσία, σύμφωνα με πρόσφατο ρεπορτάζ του Bloomberg. Ο Ερντογάν έθεσε το θέμα και στον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν κατά συνάντησή τους στο Τουρκμενιστάν, κίνηση που ερμηνεύεται ως προσπάθεια εξομάλυνσης των αμυντικών σχέσεων με τις ΗΠΑ, τις οποίες χαρακτήρισε "κεντρικό πυλώνα" των διμερών δεσμών.
Ο Αμερικανός πρέσβης στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, στενός σύμμαχος του Τραμπ, δήλωσε στα τέλη του περασμένου έτους ότι η Άγκυρα πλησιάζει στην εγκατάλειψη των S-400, εκτιμώντας ότι το ζήτημα θα μπορούσε να επιλυθεί μέσα σε τέσσερις έως έξι μήνες.
Παράλληλα, η Τουρκία επιδιώκει την αγορά αεροσκαφών F-16 Block 70 από τις ΗΠΑ, αν και το θέμα της τιμολόγησης παραμένει ανοιχτό. Ο Ερντογάν τόνισε ότι η Άγκυρα αναμένει όρους συμβατούς με το πνεύμα της συμμαχίας του ΝΑΤΟ, φέρνοντας ως παράδειγμα την αγορά μαχητικών Eurofighter.
Το αγκάθι της Halkbank
Ένα ακόμη σημείο τριβής στις σχέσεις Άγκυρας–Ουάσιγκτον αποτελεί η υπόθεση της κρατικής τράπεζας Halkbank, η οποία το 2019 κατηγορήθηκε ότι συμμετείχε σε πολυδισεκατομμυριαίο σχέδιο παράκαμψης των κυρώσεων κατά του Ιράν. Η τράπεζα αντιμετωπίζει κατηγορίες για απάτη, ξέπλυμα χρήματος και παραβίαση κυρώσεων.
Ο Ερντογάν δήλωσε ότι η Τουρκία θεωρεί τις κατηγορίες αβάσιμες και ότι βρίσκονται σε εξέλιξη διαβουλεύσεις ώστε η τράπεζα να μην υποστεί "άδικες ποινές", εκφράζοντας την ελπίδα για μια "δίκαιη και σύμφωνη με το δίκαιο λύση".
Ενέργεια και αμερικανικό LNG
Η Τουρκία είναι ο τρίτος μεγαλύτερος αγοραστής ρωσικού αργού πετρελαίου και δέχθηκε πιέσεις από την κυβέρνηση Τραμπ τον Σεπτέμβριο για να περιορίσει τις εισαγωγές από τη Μόσχα. Τα τουρκικά διυλιστήρια έχουν ήδη αρχίσει να μειώνουν τις αγορές, μετά τις νέες αμερικανικές κυρώσεις στους δύο μεγαλύτερους ρωσικούς πετρελαϊκούς ομίλους.
Σε μια προσπάθεια να κατευνάσει τις ανησυχίες των ΗΠΑ, η Άγκυρα αναθεωρεί τη στρατηγική της στο φυσικό αέριο, δίνοντας έμφαση στο αμερικανικό LNG και αναζητώντας επενδύσεις σε πετρελαϊκά και αεριοφόρα κοιτάσματα στις ΗΠΑ.
"Έχουμε αυξήσει σημαντικά τις προμήθειες LNG, ιδιαίτερα από τις ΗΠΑ, οι οποίες πλέον κατέχουν εξέχουσα θέση στην εφοδιαστική μας αλυσίδα", ανέφερε ο Τούρκος πρόεδρος, υπογραμμίζοντας ότι η Τουρκία δρα με γνώμονα τα εθνικά της συμφέροντα και την ενεργειακή της ασφάλεια.
Παρά ταύτα, σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία, η Ρωσία εξακολουθεί να καλύπτει το 61% των εισαγωγών πετρελαίου και το 40% των εισαγωγών φυσικού αερίου της Τουρκίας — μια εξάρτηση δεκαετιών που δύσκολα θα ανατραπεί σύντομα.
Περιφερειακές συγκρούσεις
Η ισορροπία ανάμεσα στις σχέσεις με τη Ρωσία και τους συμμάχους του ΝΑΤΟ έχει καταστεί ιδιαίτερα δύσκολη για την Άγκυρα μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία το 2022. Η Τουρκία δεν έχει επιβάλει κυρώσεις στη Μόσχα, ωστόσο έχει περιορίσει τη διέλευση ρωσικών πολεμικών πλοίων από τα Στενά και έχει αποστείλει οπλισμό στο Κίεβο.
Χάρη στη στάση αυτή, η Τουρκία παραμένει πιθανός οικοδεσπότης μελλοντικών ειρηνευτικών συνομιλιών και θα μπορούσε να διαδραματίσει ρόλο στην επιτήρηση μιας ενδεχόμενης εκεχειρίας, σύμφωνα με τον Ερντογάν.
"Η Τουρκία είναι ο μόνος παράγοντας που μπορεί να συνομιλεί απευθείας τόσο με τον κ. Πούτιν όσο και με τον πρόεδρο της Ουκρανίας", ανέφερε, προσθέτοντας ότι η χώρα του παραμένει ανοιχτή σε κάθε πρωτοβουλία.
Στη Μέση Ανατολή, η Άγκυρα διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στη διαμεσολάβηση για την κατάπαυση του πυρός μεταξύ Χαμάς και Ισραήλ τον Οκτώβριο. Ο Ερντογάν, σφοδρός επικριτής του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, υποστήριξε ότι μια διεθνής δύναμη σταθεροποίησης στη Γάζα δεν θα μπορούσε να αποκτήσει νομιμοποίηση χωρίς τη συμμετοχή της Τουρκίας.
"Η πολιτική μας βούληση είναι ξεκάθαρη: είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε κάθε ευθύνη για μια διαρκή ειρήνη στη Γάζα", τόνισε.