Η παγκοσμίως αναγνωρισμένη Γιαπωνέζα καλλιτέχνιδα Γιαγιόι Κουσάμα έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 97 ετών, σύμφωνα με ανακοίνωση της εταιρείας της την Πέμπτη (27/8). Η ίδια άφησε την τελευταία της πνοή στις 14 Αυγούστου, σε νοσοκομείο του Τόκιο.
Η Γιαγιόι Κουσάμα έγινε διεθνώς γνωστή μέσα από τα χαρακτηριστικά πουά μοτίβα της, τις επαναλήψεις και τις εντυπωσιακές εγκαταστάσεις "Infinity Mirror Rooms", επηρεάζοντας βαθιά την πορεία της σύγχρονης τέχνης.
"Αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή της —που διήρκεσε 97 χρόνια— στη διεθνή της καριέρα ως avant-garde καλλιτέχνης, δραστηριοποιούμενη σε διάφορους τομείς, κυρίως στις εικαστικές τέχνες, αλλά και την περφόρμανς, τη μυθιστοριογραφία και την ποίηση", αναφέρεται στην ανακοίνωση της εταιρείας της.
"Μέχρι το τέλος, δεν άφησε ποτέ το πινέλο της, συνεχίζοντας να εξερευνά την αιώνια αγάπη και την ψυχή", σημειώνεται για τη Γιαπωνέζα καλλιτέχνιδα.

Τα δύσκολα παιδικά χρόνια της Γιαγιόι Κουσάμα
Η Γιαγιόι Κουσάμα γεννήθηκε το 1929 στο Ματσουμότο της Ιαπωνίας και μεγάλωσε σε οικογενειακό αγρόκτημα που βρισκόταν στην κατοχή της οικογένειάς της για περίπου έναν αιώνα.
Από μικρή ηλικία βρέθηκε αντιμέτωπη με έντονες ψευδαισθήσεις. Όπως έχει περιγράψει η ίδια στο ντοκιμαντέρ "Kusama: Infinity", κατά την παιδική της ηλικία έβλεπε και άκουγε πράγματα μέσα στα χωράφια με τα λουλούδια, μεταξύ άλλων βιολέτες που "μιλούσαν". Οι εμπειρίες αυτές αποτέλεσαν αργότερα σημαντική πηγή έμπνευσης για το έργο της.
Η οικογένειά της, ωστόσο, δεν ενθάρρυνε τις καλλιτεχνικές της φιλοδοξίες. Η Κουσάμα προοριζόταν για έναν πρόωρο γάμο, ενώ η ίδια επέμενε να ζωγραφίζει, παρά την έλλειψη αποδοχής. Η μητέρα της, μάλιστα, έφτανε στο σημείο να της παίρνει τα σχέδια και να τα καταστρέφει πριν ολοκληρωθούν.
Η ίδια έχει μιλήσει και για τη δύσκολη σχέση των γονιών της. Σύμφωνα με όσα αποκάλυψε στο ντοκιμαντέρ, ο γάμος τους ήταν δυστυχισμένος και η μητέρα της την έβαζε συχνά να παρακολουθεί τις εξωσυζυγικές σχέσεις του πατέρα της. Η εμπειρία αυτή, όπως έχει πει, της δημιούργησε έναν διαρκή φόβο απέναντι στο σεξ, ενώ χρησιμοποίησε την τέχνη ως τρόπο επεξεργασίας του τραύματος. Παράλληλα, σε όλη τη ζωή της αντιμετώπισε την ψυχική ασθένεια ως μία "Λερναία Ύδρα" που έπρεπε διαρκώς να διαχειρίζεται.

Από την Ιαπωνία στη Νέα Υόρκη
Για ένα διάστημα σπούδασε στη Σχολή Τεχνών και Χειροτεχνίας του Κιότο. Θαυμάζοντας ιδιαίτερα την Αμερικανίδα ζωγράφο Τζόρτζια Ο'Κιφ, αποφάσισε να της στείλει ένα γράμμα. Η Ο'Κιφ όχι μόνο της απάντησε, αλλά εξελίχθηκε αργότερα σε σημαντικό υποστηρικτή της νεαρής καλλιτέχνιδας, τον οποίο η ίδια χαρακτήρισε "πρώτο και μεγαλύτερο ευεργέτη" της.
Η επιθυμία της να εγκαταλείψει την Ιαπωνία και να αναζητήσει την τύχη της στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν έντονη. Σε ηλικία 27 ετών έφτασε αρχικά στο Σιάτλ και στη συνέχεια στη Νέα Υόρκη, μόλις 13 χρόνια μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η προσαρμογή της κάθε άλλο παρά εύκολη ήταν. "Αυτή ήταν μια εποχή που η Ιαπωνία ήταν ακόμα στο μυαλό πολλών στις ΗΠΑ ως εχθρός", έχει πει η Alexandra Munroe, ανώτερη επιμελήτρια Ασιατικής Τέχνης στο Guggenheim. "Και ξέρουμε ότι η Αμερική είναι μια ρατσιστική χώρα. Η εχθρότητα προς τους Ασιάτες αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας εδώ και αιώνες. Πρέπει να ήταν πολύ δύσκολο για εκείνη".
Τα περίπου 15 χρόνια που έμεινε στη Νέα Υόρκη αποτέλεσαν καθοριστική περίοδο για την καριέρα της. Εκεί δημιούργησε έργα όπως οι πίνακες "Infinity Net", ορισμένοι από τους οποίους σήμερα φτάνουν σε τιμές έως και 8 εκατομμύρια δολάρια.
Στην αρχή, όμως, δυσκολεύτηκε ακόμη και να βρει γκαλερί πρόθυμες να παρουσιάσουν τη δουλειά της. Απευθυνόταν συνεχώς σε χώρους τέχνης, αλλά συχνά εισέπραττε αρνητικές απαντήσεις. Η απόρριψη την επηρέαζε βαθιά και, όπως έχει περιγράψει, υπήρχαν φορές που έκλαιγε επί ημέρες.
Παράλληλα, πίστευε ότι ορισμένοι άνδρες καλλιτέχνες, ανάμεσά τους και ο Άντι Γουόρχολ, τον οποίο αποκαλούσε "στενό φίλο", χρησιμοποιούσαν ιδέες που είχαν εμφανιστεί πρώτα στο δικό της έργο. Οι διαρκείς απογοητεύσεις και η αίσθηση ότι δεν αναγνωριζόταν η δουλειά της συνέβαλαν στην επιδείνωση της ψυχολογικής της κατάστασης και σε μια απόπειρα αυτοκτονίας.
"Η Κουσάμα αντιμετώπισε τρομερή προκατάληψη στον κόσμο της τέχνης", δήλωσε στην The Post ο Χάνφορντ Γιανγκ, αρχιτέκτονας και επί μακρόν καθηγητής του Ινστιτούτου Pratt και παλιός φίλος της. "Ήταν πολύ καλή, αλλά καμία από τις μεγάλες γκαλερί δεν την φιλοξενούσε επειδή, πρώτον, ήταν Γιαπωνέζα και, δεύτερον, ήταν γυναίκα… Πάλευε στη Νέα Υόρκη. Δεν είχε χρήματα. Την έβλεπα να κλαίει", ανέφερε.
Έτρωγε από τα σκουπίδια ενός ιχθυοπωλείου
Η καθημερινότητά της στη Νέα Υόρκη ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Στην αυτοβιογραφία της "Infinity Net: The Autobiography of Yayoi Kusama" περιγράφει τα πρώτα διαμερίσματα όπου έζησε στο Μανχάταν ως "επίγεια κόλαση".
Οι οικονομικές δυσκολίες ήταν τέτοιες ώστε χρησιμοποιούσε για κρεβάτι μια πόρτα που είχε βρει στον δρόμο και έτρωγε "από τα σκουπίδια ενός ιχθυοπωλείου". Για να αντιμετωπίσει το κρύο, ζωγράφιζε ολόκληρες νύχτες, καθώς δεν υπήρχε θέρμανση στο σπίτι της.
Παρά τις αντιξοότητες, δεν εγκατέλειψε ποτέ την προσπάθεια να κάνει γνωστή τη δουλειά της. Σε μια χαρακτηριστική περίπτωση, μετέφερε μόνη της έναν τεράστιο καμβά, ψηλότερο από την ίδια, διανύοντας 40 οικοδομικά τετράγωνα μέχρι το Whitney, προκειμένου να τον παρουσιάσει, μόνο και μόνο για να απορριφθεί.
Συμμετείχε σε πάρτι αναζητώντας ανθρώπους που θα μπορούσαν να στηρίξουν οικονομικά την καλλιτεχνική της πορεία, πήγαινε χωρίς πρόσκληση σε εκδηλώσεις και δημιούργησε σχέσεις με σημαντικούς καλλιτέχνες της εποχής, μεταξύ των οποίων ο Άντι Γουόρχολ και ο Ντόναλντ Τζουντ. Όταν η Τζόρτζια Ο'Κιφ βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, φρόντισε επίσης να την φέρει σε επαφή με ανθρώπους της αγοράς τέχνης.
Η πρώτη ατομική έκθεση της Κουσάμα πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1959, σε γκαλερί που είχε δημιουργηθεί από καλλιτέχνες. Ο Ντόναλντ Τζουντ, Αμερικανός καλλιτέχνης που συνδέθηκε με το κίνημα του μινιμαλισμού, αγόρασε ένα έργο της έναντι 200 δολαρίων. Για την Κουσάμα, η στήριξη ενός καταξιωμένου άνδρα συναδέλφου είχε ιδιαίτερη σημασία.

Τα μαλακά γλυπτά και η κόντρα με τον Γουόρχολ
Το 1962, η Κουσάμα άρχισε να πειραματίζεται με τα λεγόμενα "soft sculptures". Κάλυπτε αντικείμενα όπως καναπέδες και σιδερώστρες με χειροποίητες φαλλικές κατασκευές. "Κανείς δεν έκανε τότε μαλακή γλυπτική", είχε πει η ίδια στο ντοκιμαντέρ.
Λίγο αργότερα, την ίδια χρονιά, ο Κλάες Όλντενμπουργκ παρουσίασε και εκείνος μαλακά γλυπτά. Η Κουσάμα θεώρησε ότι είχε υιοθετήσει μια ιδέα που είχε ήδη αναπτύξει η ίδια. "Η σύζυγός του με τράβηξε στην άκρη και μου είπε: 'Γιαγιόι, συγχώρεσέ μας'", έχει υποστηρίξει η Γιαπωνέζα καλλιτέχνιδα.
Έναν χρόνο αργότερα, το 1963, πραγματοποίησε ατομική έκθεση στη γκαλερί Gertrude Stein. Εκεί παρουσίασε την πρώτη της εγκατάσταση, "Aggregation: One Thousand Boats Show". Το έργο περιλάμβανε μια βάρκα καλυμμένη με μαλακές φαλλικές μορφές, ενώ ολόκληρος ο χώρος ήταν επενδυμένος με επαναλαμβανόμενες εικόνες της.
Στην αυτοβιογραφία της περιγράφει την αντίδραση του Γουόρχολ, του "στενού της φίλου" αλλά και "αντιπάλου" της, όταν επισκέφθηκε την έκθεση: φώναξε "Γιαγιόι, τι είναι αυτό; Είναι φανταστικό!".
Ωστόσο, η σχέση τους δοκιμάστηκε όταν ο Γουόρχολ παρουσίασε αργότερα μια εγκατάσταση με επαναλαμβανόμενες ταπετσαρίες αγελάδων στους τοίχους και το ταβάνι της γκαλερί Leo Castelli. Η Κουσάμα θεώρησε ότι το έργο έμοιαζε έντονα με τη δική της προσέγγιση.
"Ήταν πολύ αναστατωμένη", είπε ο Γιανγκ. "Ήταν πολύ παρόμοια… και κανείς δεν έδωσε στην Κουσάμα καμία αναγνώριση", πρόσθεσε.

Πήδηξε από το παράθυρο και επέζησε
Το 1965 αποτέλεσε ακόμη μία κρίσιμη καμπή. Η Κουσάμα παρουσίασε στην τότε μικρή γκαλερί Castellane το πρώτο της δωμάτιο με καθρέφτες. Η γκαλερί προσπάθησε να πουλήσει το έργο έναντι 5.000 δολαρίων, χωρίς επιτυχία. Σήμερα, αντίστοιχες εγκαταστάσεις της πωλούνται περίπου 2 εκατομμύρια δολάρια η καθεμία.
Μερικούς μήνες αργότερα, ο Λουκάς Σαμαράς, καλλιτέχνης του οποίου έργα ανήκουν στη μόνιμη συλλογή του Whitney, παρουσίασε με τη σειρά του ένα δωμάτιο με καθρέφτες στην πιο γνωστή γκαλερί Pace.
Για την Κουσάμα, η εξέλιξη αυτή ήταν η "σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι". Όπως αναφέρεται στο ντοκιμαντέρ, σε μια περίοδο έντονης ψυχολογικής πίεσης αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει πηδώντας από παράθυρο. Επέζησε, καθώς έπεσε πάνω σε ένα ποδήλατο.
Μετά το περιστατικό, αποφάσισε να προστατεύσει περισσότερο τη δουλειά της. Κάλυψε τα παράθυρα του στούντιό της στο Γκρίνουιτς Βίλατζ, ώστε άλλοι καλλιτέχνες να μην μπορούν να βλέπουν και, όπως φοβόταν, να αντιγράφουν τις ιδέες της.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές του ’70, η Κουσάμα άρχισε να διοργανώνει γυμνά "Happenings", στα οποία ζωγράφιζε τα σώματα γυμνών εθελοντών. Παράλληλα, συμμετείχε σε πολιτικές διαμαρτυρίες κατά του πολέμου του Βιετνάμ.
Μέχρι τότε, το έργο της είχε ήδη παρουσιαστεί σε σημαντικές ευρωπαϊκές διοργανώσεις και το όνομά της ήταν γνωστό στη νεοϋορκέζικη καλλιτεχνική σκηνή. Η οικονομική επιτυχία, όμως, εξακολουθούσε να μην είναι σταθερή.
Η Κουσάμα δεν παντρεύτηκε και δεν απέκτησε παιδιά, είχε όμως ερωτικές σχέσεις. Ανάμεσα στους ανθρώπους που συνδέθηκαν μαζί της ήταν και ο διάσημος καλλιτέχνης Τζόζεφ Κορνέλ. Η ίδια έχει περιγράψει τη σχέση τους ως ιδιαίτερη, υποστηρίζοντας ότι οι δυο τους επικοινωνούσαν καλά επειδή "δεν άρεσε το σεξ" και στους δύο. Ο Κορνέλ πέθανε το 1972 από καρδιακή ανεπάρκεια.
Τον επόμενο χρόνο, η Κουσάμα αποφάσισε να αφήσει πίσω της τη Νέα Υόρκη. Απογοητευμένη από τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε η καλλιτεχνική αγορά, αλλά και από την κυριαρχία λευκών ανδρών στον χώρο, ενώ παράλληλα αντιμετώπιζε ολοένα εντονότερη κατάθλιψη, επέστρεψε στην Ιαπωνία.
Εκεί, τελικά, εισήχθη στο Seiwa Hospital, ένα ψυχιατρικό ίδρυμα, όπου έμελλε να περάσει αρκετά χρόνια της ζωής της.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr

