Έντονη ήταν η αντίδραση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι στη συμφωνία του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ, με τον Ουκρανό πρόεδρο να εκφράζει την αντίθεσή του και να προειδοποιεί για τις συνέπειες που μπορεί να έχει η απόφαση στον πόλεμο.
Όπως υποστήριξε ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, τα έσοδα που θα προκύψουν από τις πωλήσεις πετρελαϊκών προϊόντων θα ενισχύσουν τη δυνατότητα της Ρωσίας να συνεχίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της, την ώρα που βρίσκονται σε εξέλιξη προσπάθειες για την επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας.
Μιλώντας σε δημοσιογράφους, ο Ζελένσκι χαρακτήρισε την απόφαση αδύναμη και ασύμβατη με τις σχέσεις που θα έπρεπε να έχουν οι εταίροι μεταξύ τους.
Παράλληλα, εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για την επιλογή της Ουάσιγκτον να προχωρήσει σε μια συμφωνία που, κατά την άποψή του, προσφέρει οικονομική ανάσα στη Ρωσία, αντί να ασκεί μεγαλύτερη πίεση στη Μόσχα για τον τερματισμό των εχθροπραξιών.
Βολοντίμιρ Ζελένσκι: "Τα δώρα στον Πούτιν δεν θα φέρουν ειρήνη"
Σε ακόμη πιο αιχμηρό τόνο, ο Ουκρανός πρόεδρος τοποθετήθηκε μέσω ανάρτησής του στην πλατφόρμα X, τονίζοντας ότι οι παραχωρήσεις προς τον Ρώσο ηγέτη δεν πρόκειται να οδηγήσουν στην ειρήνη.
Υποστήριξε, μάλιστα, ότι η δυνατότητα της Ρωσίας να εξάγει πετρελαϊκά προϊόντα μπορεί να λειτουργήσει ως οικονομική ενίσχυση για τη συνέχιση του πολέμου, αντί να συμβάλει στην αποκλιμάκωση.
Ο Ζελένσκι προειδοποίησε ότι η Μόσχα ενδέχεται να αξιοποιήσει τα έσοδα από το ντίζελ για να συνεχίσει τις στρατιωτικές της επιχειρήσεις, κάνοντας λόγο για έναν πόλεμο που πρέπει να τερματιστεί και όχι να παραταθεί.
Για τον λόγο αυτό, ζήτησε ουσιαστική αποκλιμάκωση σε αμοιβαία βάση, υπογραμμίζοντας ότι οποιαδήποτε αλλαγή στάσης απέναντι στη Ρωσία θα πρέπει να συνοδεύεται από αντίστοιχες κινήσεις της Μόσχας.
Η παρέμβαση του Ουκρανού προέδρου έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να προωθήσει νέες πρωτοβουλίες για τον τερματισμό του πολέμου, ενώ η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ έχει ήδη προκαλέσει ένταση στις σχέσεις Ουάσιγκτον και Κιέβου.
Ο Ζελένσκι εκτιμά ότι η συγκεκριμένη επιλογή μπορεί να υπονομεύσει τις διαπραγματευτικές προσπάθειες, καθώς ενδέχεται να ενισχύσει οικονομικά τη Ρωσία χωρίς να εξασφαλίζει αντίστοιχες δεσμεύσεις για τον περιορισμό των στρατιωτικών ενεργειών της.