Ήταν 30 Μαΐου του 1924 όταν ένας άντρας σηκώθηκε από τα έδρανα της αντιπολίτευσης στη Βουλή των Αντιπροσώπων της Ιταλίας. Το όνομά του ήταν Τζάκομο Ματεότι, η φωνή του ήταν σταθερή και η σκηνή σκοτεινή. Τα λόγια του ήταν δυνατά, η καταγγελία της βίας και του εκφοβισμού στις πρόσφατες εκλογές ήταν λεπτομερής και συγκεκριμένη.
"Υπερασπιζόμαστε την ελευθερία του ιταλικού λαού, στον οποίο στέλνουμε τους θερμότερους χαιρετισμούς μας, και πιστεύουμε ότι υπερασπιζόμαστε την αξιοπρέπειά του απαιτώντας από την Εκλογική Επιτροπή να αναβάλει τις εκλογές που αμαυρώθηκαν από βία". Αυτή ήταν μία από τις κατηγορίς που εξόργισε τον Μπενίτο Μουσολίνι.
Με τα πολυπληθή στοιχεία που διέθετε, πολλά εκ των οποίων αφορούσαν και οικονομικά σκάνδαλα, ο Ματεότι απειλούσε, ούτε λίγο ούτε πολύ, να τινάξει στον αέρα τη γνησιότητα της εκλογικής ετυμηγορίας, σημειώνοντας στο λόγο του μεταξύ άλλων "...κανείς ψηφοφόρος δεν ήταν ελεύθερος, ...υπάρχει μια ένοπλη μιλίτσια με αποκλειστικό προορισμό να υποστηρίξει τον αρχηγό του φασισμού...".
Από τη φλογισμένη ομιλία του ήταν επόμενο μέσα στη βουλή να ξεσπάσει θύελλα αντιδράσεων. Επεμβαίνοντας τότε με οργισμένο ύφος ο Ρομπέρτο Φαρινάτσι, εκ των ηγετών του Φασιστικού Κόμματος, τον διακόπτει λέγοντάς του:
- "Έλα τελείωνε, γιατί θα κάνουμε ό,τι δεν έχουμε κάνει!".
- "Αυτό είναι το επάγγελμά σας!", απάντησε απότομα ο Ματτεόττι, συμπληρώνοντας: "Εγώ εκθέτω τα γεγονότα που αν ήταν δίκαια δεν θα έπρεπε να προκαλούν θορύβους. Τα γεγονότα ή είναι αληθινά ή αποδεικνύονται ψευδή... Γι' αυτούς τους λόγους ζητούμε την ακύρωση των εκλογών".
Έντεκα ημέρες αργότερα, στις 10 Ιουνίου, ο βουλευτής φεύγει από το σπίτι του στις 4:15 μ.μ. για να πάει στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Το ταξίδι του διακόπτεται στη Λουνγκοτέβερε Αρνάλντο ντα Μπρέσια, όπου τον περίμενε ένα αυτοκίνητο που μετέφερε πολλά άτομα, τα οποία αργότερα αναγνωρίστηκαν ως μέλη της φασιστικής πολιτοφυλακής.
Χρειάστηκαν τρία άτομα για να κάμψουν την αντίσταση του σοσιαλιστή βουλευτή, ο οποίος, αφού αιφνιδιάστηκε, φορτώθηκε σε μια μπλε Lancia Kappa 2535. Αλλά απτόητος, ο Ματεότι πολέμησε και μέσα στο αυτοκίνητο μέχρι που μαχαιρώθηκε.
Το σώμα του δεν βρέθηκε παρά στις 16 Αυγούστου. Αλλά η επίθεση του 1924 ήταν μόνο η τελευταία σε μια μακρά σειρά, που ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1921, όταν πολιορκήθηκε μέσα στο Εργατικό Επιμελητήριο της Φεράρα, του οποίου ήταν γραμματέας, για πάνω από τρεις ώρες από φασιστικές ομάδες κρούσης υπό τη διοίκηση του Ίταλο Μπάλμπο. Ο εκφοβισμός συνεχίστηκε και τα τρία χρόνια μεταξύ των γεγονότων της Φεράρα και του θανάτου του, αλλά το μαχητικό του πνεύμα δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει να καταγγέλλει τον φασισμό του Μουσολίνι.
Με τη δολοφονία του Τζάκομο Ματεότι, κάθε ίχνος δημοκρατίας εξαφανίστηκε στην Ιταλία. Ο φασισμός έδειξε τα αληθινά του χρώματα και κάθε σκέψη για συνεργασία και εκδημοκρατισμό του Φασιστικού Κόμματος εξαφανίστηκε. Ο φασισμός πλέον κυριαρχούσε στους ιταλικούς θεσμούς και μέσα σε λίγα χρόνια θα φίμωνε κάθε φωνή που προσπαθούσε να του αντιταχθεί.
Έτσι 6 μήνες αργότερα στις 3 Ιανουαρίου του 1925, ο Μουσολίνι σε μια αποφασιστική αλλά και διάσημη ομιλία του, αποκρούοντας τις δημοσιογραφικές επιθέσεις σε βάρος του κινήματός του, κατέληγε "η Ιταλία χρειάζεται σταθερότητα και ο φασισμός θα εξασφαλίσει τη σταθερότητα στην Ιταλία με οποιονδήποτε τρόπο κι αν απαιτηθεί". Ουσιαστικά από την ημερομηνία αυτή ξεκινά η φασιστική δικτατορία στην Ιταλία.
Ωστόσο, παρά τα πολλά χρόνια του καθεστώτος, η ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης δεν πέθανε, αλλά συνέχισε να αναπτύσσεται διακριτικά μέχρι που εξερράγη μαζί με την αντίσταση κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Γιατί, όπως είπε ο Ματεότι στους Μελανοχίτωνες λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του: "Σκοτώστε με, αλλά ποτέ δεν θα σκοτώσετε την ιδέα που υπάρχει μέσα μου".
Δείτε δραματοποιημένη την διάσημη ομιλία του Τζάκομο Ματέοτι από την τηλεοπτική σειρά "Mussolini: Son Of The Century"