X

Υπάρχει "long χανταϊός": Πώς είναι η ζωή μήνες μετά τη λοίμωξη από τον ιό

Σύμφωνα με έρευνα, οι ασθενείς με χανταϊό εξακολουθούσαν να παρουσιάζουν συμπτώματα μήνες μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο

Γράφει: TheToc team

Δύο βασικοί παράγοντες τροφοδοτούν τον φόβο γύρω από τον χανταϊό, ιδίως μετά τα πρόσφατα περιστατικά στο κρουαζιερόπλοιο: η μακρά περίοδος επώασης, που μπορεί να φτάσει έως και τις οκτώ εβδομάδες, και η απουσία εγκεκριμένης αντιιικής θεραπείας ή εμβολίου.

Όταν η λοίμωξη από το στέλεχος των Άνδεων του χανταϊού εξελίσσεται σε καρδιοπνευμονικό σύνδρομο (HCPS)- μια σοβαρή αναπνευστική νόσο με ποσοστό θνησιμότητας έως και 50%- η έγκαιρη εντατική φροντίδα είναι καθοριστικής σημασίας για την επιβίωση του ασθενούς.

Το στέλεχος των Άνδεων δεν είναι κάτι καινούριο. Οι επιστήμονες έχουν κατανοήσει πού κυκλοφορεί, πώς μεταδίδεται και με ποιον τρόπο προκαλεί νόσο. Γι’ αυτό και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) επισημαίνει ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις πως θα μπορούσε να εξελιχθεί σε πανδημία αντίστοιχη με την COVID-19.

Υπάρχει long χανταϊός;

Ωστόσο, η πανδημία της COVID-19 άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι επιστήμονες αντιμετωπίζουν τις λοιμώδεις νόσους, όχι μόνο ως προς την οξεία φάση της λοίμωξης αλλά και ως προς τις μακροχρόνιες επιπτώσεις που μπορεί να αντιμετωπίσουν οι ασθενείς, όπως αναφέρει το Euronews.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι ερευνητές άρχισαν να εξετάζουν κατά πόσο η λοίμωξη από το στέλεχος των Άνδεων μπορεί να προκαλεί παρατεταμένες επιπτώσεις, παρόμοιες με εκείνες που έχουν παρατηρηθεί στη long COVID-19 μετά από λοίμωξη με τον ιό SARS-CoV-2. Ερευνητές από το Pontificia Universidad Católica της Χιλής παρακολούθησαν 21 ασθενείς που είχαν νοσήσει από το συγκεκριμένο στέλεχος, για διάστημα τριών έως έξι μηνών μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο.

Οι ασθενείς κατηγοριοποιήθηκαν ανάλογα με τη σοβαρότητα της νόσου και το αν χρειάστηκαν εξωσωματική οξυγόνωση μεμβρανών (ECMO), μια εντατική θεραπεία υποστήριξης ζωής που χρησιμοποιείται όταν καταρρέουν η καρδιακή και η πνευμονική λειτουργία, προκειμένου να αξιολογηθούν η μακροπρόθεσμη ανάρρωση, τα συμπτώματα και η ποιότητα ζωής.

Επίμονα συμπτώματα

Διαπιστώθηκε πως όλοι οι ασθενείς εξακολουθούσαν να παρουσιάζουν συμπτώματα μήνες μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο. Συνολικά, και οι 21 ασθενείς ανέφεραν τουλάχιστον ένα επίμονο σύμπτωμα τρεις έως έξι μήνες μετά τη λοίμωξη με καρδιοπνευμονικό σύνδρομο. Περισσότερο από το 60% δήλωσε ότι δεν είχε αναρρώσει πλήρως, ενώ το συνολικό φορτίο συμπτωμάτων ήταν υψηλό, με τους ασθενείς να αναφέρουν κατά μέσο όρο 11 έως 12 συμπτώματα ο καθένας.

Μόνο οι πιο σοβαρές περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένων των ασθενών που χρειάστηκαν ECMO, είχαν λάβει αποκατάσταση, όπως φυσικοθεραπεία ή υποστήριξη. Αντίθετα, μεταξύ των λιγότερο σοβαρών περιστατικών, μόλις περίπου το 30% είχε αντίστοιχη παρακολούθηση μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο.

Αν και μόνο οι ασθενείς με σοβαρή νόσο ανέφεραν κινητικά προβλήματα και ταχυκαρδία, τόσο οι σοβαρές όσο και οι ηπιότερες περιπτώσεις παρουσίασαν ένα μείγμα σωματικών, ψυχολογικών και νευρολογικών συμπτωμάτων. Και οι δύο ομάδες δήλωσαν ότι η ποιότητα ζωής τους είχε επιδεινωθεί μετά τη νόσο. Τα συχνότερα προβλήματα δεν ήταν μόνο σωματικά αλλά και νευρολογικά ή ψυχολογικά. Η κόπωση, οι κινητικές δυσκολίες, η τριχόπτωση, η αϋπνία, το άγχος, τα προβλήματα μνήμης, οι εφιάλτες και οι αισθητηριακές διαταραχές συγκαταλέγονταν στα συχνότερα συμπτώματα.

Ασθενείς που δεν χρειάστηκαν ECMO εξακολουθούσαν επίσης να έχουν μακροχρόνια συμπτώματα, γεγονός που υποδηλώνει ότι η ίδια η νόσος ευθύνεται για τη μακρά περίοδο αποκατάστασης. Πολλοί επιζώντες άρχισαν να παίρνουν φάρμακα χωρίς ιατρική συνταγή- κυρίως παυσίπονα, βοηθήματα για τον ύπνο και βιταμίνες– προκειμένου να διαχειριστούν τα επίμονα συμπτώματα.

Το φαινόμενο αυτό ήταν ιδιαίτερα συχνό στους ασθενείς που δεν είχαν χρειαστεί ECMO και έφτανε ακόμη και το 100% μεταξύ όσων είχαν χαρακτηριστεί ως ήπια περιστατικά HCPS.

Μακρά επιστροφή στην καθημερινότητα

Πολλοί επιζώντες δυσκολεύτηκαν να επιστρέψουν στην καθημερινότητά τους. Σχεδόν ένας στους πέντε δεν είχε επιστρέψει ακόμη στην εργασία ή τις σπουδές του έξι μήνες αργότερα. Όσοι επέστρεψαν χρειάστηκαν κατά μέσο όρο περίπου 3,5 μήνες για να επανενταχθούν, ενώ αρκετοί ανέφεραν μειωμένη απόδοση.

Ο χρόνος ανάρρωσης ήταν παρόμοιος ανεξάρτητα από το πόσο σοβαρή ήταν η νόσος ή αν οι ασθενείς χρειάστηκαν ECMO. Το 45,5% των ασθενών που είχαν υποβληθεί σε ECMO δήλωσε ότι ένιωσε στιγματισμό στον χώρο εργασίας ή στο σχολείο, εξαιτίας του φόβου περί "μετάδοσης από τρωκτικά".

Τι πρέπει να αλλάξει σύμφωνα με τους επιστήμονες

Εκτός από τα επίμονα συμπτώματα, οι ασθενείς ανέφεραν επίσης κοινωνική απομόνωση, στιγματισμό στον χώρο εργασίας ή στο σχολείο και εκτεταμένη χρήση φαρμάκων χωρίς ιατρική συνταγή για τη διαχείριση των επίμονων συμπτωμάτων τους.

Οι συγγραφείς της μελέτης υποστηρίζουν ότι δεν αρκεί απλώς να κρατηθούν οι ασθενείς στη ζωή κατά την οξεία φάση της νόσου. Απαιτείται καλύτερη μακροχρόνια και πολυεπιστημονική φροντίδα μετά την έξοδο από το νοσοκομείο, καθώς και ισχυρότερη κοινωνική στήριξη και κατανόηση, ώστε οι επιζώντες να μπορέσουν να ξαναχτίσουν πλήρως τη ζωή τους.

Διαβάστε Επίσης