Νέα προσπάθεια της Γκισλέιν Μάξγουελ να ανατρέψει την καταδίκη της για διακίνηση ανηλίκων με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση απορρίφθηκε από αμερικανικό δικαστήριο, με τον δικαστή να χαρακτηρίζει τους ισχυρισμούς της "επιπόλαιους" και "αβάσιμους".
Η 64χρονη εκτίει ποινή κάθειρξης 20 ετών για τον ρόλο της στη στρατολόγηση κοριτσιών για τον Τζέφρι Έπσταϊν, ο οποίος είχε καταδικαστεί για σεξουαλικά εγκλήματα και πέθανε στη φυλακή το 2019. Η Μάξγουελ κρίθηκε ένοχη τον Δεκέμβριο του 2021.
Στη νέα προσφυγή της αμφισβήτησε τις πέντε κακουργηματικές καταδίκες της, υποστηρίζοντας ότι τα συνταγματικά της δικαιώματα είχαν "παραβιαστεί με πολλούς τρόπους".
Ωστόσο, δικαστής στη Νέα Υόρκη απέρριψε κατηγορηματικά την προσφυγή, χαρακτηρίζοντάς την "μακροσκελή και ασυνάρτητη".
Η Μάξγουελ υποστήριξε ότι έγγραφα που σχετίζονται με την υπόθεση Έπσταϊν και δημοσιοποιήθηκαν νωρίτερα φέτος από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης ενίσχυαν τον ισχυρισμό της ότι είχε καταδικαστεί άδικα.
Ο δικαστής, όμως, έκρινε ότι τα συγκεκριμένα στοιχεία, αντί να την απαλλάσσουν, "την ενοχοποιούν ή ενισχύουν την ορθότητα της καταδίκης της".
Στην απόφασή του σημείωσε ακόμη ότι η προσφυγή της "απέχει πολύ από το να πετύχει τον στόχο της", επισημαίνοντας ότι σχεδόν όλοι οι ισχυρισμοί της προσκρούουν σε δικονομικά εμπόδια και ότι τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη δίκη απέδειξαν με σαφήνεια την ενοχή της.
Όπως ανέφερε, οι θέσεις της βασίζονται σε μεγάλο βαθμό "σε εικασίες, διαστρεβλώσεις ή και ξεκάθαρα ψεύδη", ενώ δεν υπάρχει, σύμφωνα με τον ίδιο, κανένα πραγματικό στοιχείο που θα μπορούσε να αλλάξει την έκβαση της δίκης.
Ο δικαστής προειδοποίησε επίσης τη Μάξγουελ ότι τυχόν νέα παρόμοια προσφυγή δεν θα θεωρούνταν ότι υποβάλλεται καλόπιστα.
Η Μάξγουελ καταδικάστηκε το 2021 για τη διευκόλυνση της κακοποίησης κοριτσιών από τον Έπσταϊν. Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, στρατολογούσε και χειραγωγούσε κορίτσια, ορισμένα ηλικίας μόλις 14 ετών, την περίοδο 1994-2004, προτού αυτά κακοποιηθούν από τον Έπσταϊν.
Τον Φεβρουάριο του 2026 εμφανίστηκε μέσω τηλεδιάσκεψης ενώπιον της Επιτροπής Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων, ωστόσο αρνήθηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις, επικαλούμενη το δικαίωμά της στη σιωπή βάσει της Πέμπτης Τροπολογίας του αμερικανικού Συντάγματος.
Ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος της Επιτροπής, Τζέιμς Κόμερ, είχε χαρακτηρίσει την εξέλιξη "πολύ απογοητευτική", σημειώνοντας ότι υπήρχαν πολλά ερωτήματα τόσο για τα εγκλήματα της ίδιας και του Έπσταϊν όσο και για πιθανούς συνεργούς.
Η Μάξγουελ έχει ζητήσει στο παρελθόν προεδρική χάρη από τον Ντόναλντ Τραμπ.
Όταν ο Τραμπ ρωτήθηκε τον περασμένο Οκτώβριο αν θα εξέταζε το ενδεχόμενο να της απονείμει χάρη, απάντησε ότι ούτε το απέκλειε ούτε το εξέταζε, προσθέτοντας ότι θα συζητούσε το θέμα με το υπουργείο Δικαιοσύνης.
Τον περασμένο μήνα, η Γερουσία των ΗΠΑ ενέκρινε ψήφισμα με το οποίο εξέφρασε την αντίθεσή της στο ενδεχόμενο προεδρικής χάρης για τη Μάξγουελ.