Όσο δεν παγιώνεται μια λύση διπλωματικού χαρακτήρα μεταξύ ΗΠΑ - Ιράν, τόσο αυξάνεται η ανησυχία και στο διεθνή Τύπο αναφορικά με το οπλοστάσιο που διαθέτει η Τεχεράνη και τις μεθόδους βάσει των οποίων θα το αξιοποοιήσει, αποτρεπτικά σε περίπτωση αμερικανικών απειλών.
Το πυραυλικό πρόγραμμα του Ιράν ξεκίνησε στα πρώτα χρόνια της Ισλαμικής Δημοκρατίας λόγω αδυναμίας και όπως σημειώνει η Wall Street Journal, το ερώτημα είναι αν έχει γίνει αρκετά ισχυρό, ώστε να περιορίσει τις ενέργειες του Ντόναλντ Τραμπ στην Αραβική θάλασσα, την ώρα μάλιστα που απέδειξε στον πόλεμο των 12 ημερών ότι τρόποι ώστε να παρακαμφθούν οι αεράμυνες του Ισραήλ και των ΗΠΑ, υπάρχουν.
Τον Ιούνιο, η Τεχεράνη εκτόξευσε περίπου 500 πυραύλους κατά πολιτικών και στρατιωτικών στόχων στο Ισραήλ, χωρίς όμως να προκαλέσει σημαντική στρατηγική ζημιά. Παρά το γεγονός ότι το Ισραήλ κατέστρεψε πυραυλικές εγκαταστάσεις και αποθήκες κατά τη διάρκεια του 12ήμερου πολέμου, το καθεστώς βγήκε από τη σκληρή σύγκρουση με μεγάλο μέρος του οπλοστασίου του ανέπαφο.
Η Τεχεράνη απειλεί να εκτοξεύσει ξανά πυραύλους σε ευρύτερο φάσμα στόχων στην περιοχή εάν ο Τραμπ διατάξει επίθεση, όπως συμπεραίνεται στον απόηχο των δηλώσεων από τις έμμεσες επαφές μεταξύ τους στο Ομάν. Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα δε, κάτι τέτοιο, αυξάνει την πίεση για τον Λευκό Οίκο, καθώς ανησυχεί για την ικανότητα του Ιράν να πλήξει το Ισραήλ, τις αμερικανικές δυνάμεις και φιλικές αραβικές χώρες στον Περσικό Κόλπο, αφού εάν επιβεβαιωθεί το σενάριο των 2.000 μεσαίου βεληνεκούς βαλλιστικών πυραύλων, η κόντρα θα αποκτούσε ακόμα πιο επικίνδυνο χαρακτήρα.
Επιπλέον, το Ιράν, διαθέτει σημαντικά αποθέματα βραχείας εμβέλειας πυραύλων ικανών να πλήξουν αμερικανικές βάσεις στον Κόλπο και πλοία στα Στενά του Ορμούζ, καθώς και πυραύλους κρουζ κατά πλοίων.
Η αμερικανική κινητικότητα ως απόδειξη ανησυχίας
Οι Αμερικανοί στρατιωτικοί ηγέτες αντιμετωπίζουν την απειλή με σοβαρότητα. Ο Τραμπ ανέβαλε την τελευταία στιγμή τα σχέδια για επίθεση στο Ιράν στα μέσα Ιανουαρίου, αφού πείστηκε ότι οι ΗΠΑ δεν διέθεταν αρκετές δυνάμεις στην περιοχή για να πραγματοποιήσουν την αποφασιστική επίθεση που ήθελε, αντιμετωπίζοντας παράλληλα την ιρανική αντίδραση και τη δαιχείριση της κλιμάκωσης.
Το Πεντάγωνο μεταφέρει περισσότερα συστήματα πυραυλικής άμυνας στη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένου του Περσικού Κόλπου και άλλων αραβικών χωρών. "Αν δεν κάνουν συμφωνία, οι συνέπειες θα είναι πολύ σοβαρές", δήλωσε την Παρασκευή ο Τραμπ, αναφερόμενος στο Ιράν.
Υπενθυμίζεται ότι, πριν από τις συνομιλίες που ξεκίνησαν την Παρασκευή στο Ομάν με στόχο την αποτροπή σύγκρουσης, οι ΗΠΑ απαίτησαν από το Ιράν να περιορίσει το πυραυλικό του πρόγραμμα ως προϋπόθεση για μια συμφωνία που θα περιόριζε επίσης τον πυρηνικό εμπλουτισμό και την υποστήριξη σε περιφερειακές παραστρατιωτικές ομάδες όπως η Χεζμπολάχ και η Χαμάς.
Εν αναμονή της συνάντησης Τραμπ - Νετανιάχου
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου θα συζητήσει για το Ιράν με τον Τραμπ την Τετάρτη στην Ουάσιγκτον, σύμφωνα με το γραφείο του. "Ο πρωθυπουργός πιστεύει ότι σε οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις πρέπει να περιλαμβάνονται περιορισμοί στους βαλλιστικούς πυραύλους και η διακοπή της υποστήριξης του ιρανικού άξονα", ανέφερε το γραφείο του Νετανιάχου το Σάββατο.
Ωστόσο, Ιρανοί αξιωματούχοι αρνούνται να συζητήσουν οποιουσδήποτε περιορισμούς στα πυραυλικά αποθέματα της χώρας.
Οι χιλιάδες βαλλιστικοί πύραυλοι που κατασκεύασε το Ιράν κατά τις τελευταίες δεκαετίες, αντιγράφοντας ρωσική και αμερικανική τεχνολογία, έχουν χρησιμοποιηθεί προηγουμένως για να πλήξουν αεροπορικές βάσεις, ενεργειακές εγκαταστάσεις και πόλεις στην περιοχή. Η Τεχεράνη μερικές φορές περιόριζε τις ανταποδοτικές επιθέσεις της, ακόμη και παρέχοντας σύντομη προειδοποίηση για τους στόχους της, για να δείξει στις ΗΠΑ ότι δεν επιδιώκει ευρύτερο πόλεμο.
Αναλυτές εκτιμούν ότι το Ιράν βασίζεται στην αβεβαιότητα για το κατά πόσο περισσότεροι πύραυλοι θα πλήξουν τους στόχους αυτή τη φορά, προκειμένου να αποτραπεί μια ακόμη στρατιωτική αντιπαράθεση.
Οι σκληροπυρηνικοί στην Τεχεράνη λένε ότι το πυραυλικό πρόγραμμα του Ιράν ήταν ο βασικός λόγος που οι ΗΠΑ δεν επιτέθηκαν και επέλεξαν τις διαπραγματεύσεις.