Νέα σελίδα μετά από μια περίοδο διπλωματικού ψύχους επιχειρούν χώρες της Ευρώπης και ο Καναδάς με την Κίνα, με στόχο την ενίσχυση των οικονομικών σχέσεων.
Απέναντι στον τελωνειακό πόλεμο που έχει εξαπολύσει η Ουάσινγκτον υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, χώρες της Δύσης στρέφονται εκ νέου προς το Πεκίνο, επιχειρώντας αναθέρμανση των σχέσεων υπό τον φόβο των δασμών με τους οποίους απειλεί ο Ντ. Τραμπ.
"Είναι προς το εθνικό μας συμφέρον να συνομιλήσουμε με την Κίνα, τη δεύτερη οικονομία στον κόσμο και τρίτο εμπορικό μας εταίρο", δήλωσε ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ, με την έναρξη της επίσκεψής του στο Πεκίνο.
Αντιμέτωπος με μια ζοφερή οικονομική συγκυρία, ο Στάρμερ μιλά για μια "ρεαλιστική" σύμπραξη με την Κίνα, έπειτα από χρόνια εντάσεων, κάνοντας λόγο για πρόοδο σε επιμέρους ζητήματα, όπως τα κινεζικά δικαιώματα επί του βρετανικού ουίσκι.
Στον ίδιο δρόμο κινήθηκε και ο Καναδάς. Στα μέσα Ιανουαρίου, ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ υπέγραψε με το Πεκίνο μια "προκαταρκτική αλλά ιστορική" εμπορική συμφωνία για τους αμοιβαίους δασμούς και την εισαγωγή ηλεκτρικών οχημάτων, βάζοντας τέλος σε πολυετείς εμπορικές τριβές.
Τους προηγούμενους μήνες, αντίστοιχες επισκέψεις στην κινεζική πρωτεύουσα πραγματοποίησαν ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, καθώς και οι πρωθυπουργοί της Ιρλανδίας και της Φινλανδίας. "Μια κούρσα έχει ξεκινήσει ανάμεσα στους Ευρωπαίους ηγέτες για να συναντήσουν τον Σι Τζινπίνγκ και να εξασφαλίσουν επενδύσεις και πρόσβαση στην κινεζική αγορά", σχολιάζει ο Hosuk Lee-Makiyama, ερευνητής του European Centre for International Political Economy.
Στοχευμένες αναπροσαρμογές και όχι στρατηγική στροφή
Σύμφωνα με την οικονομολόγο Yue Su της Economist Intelligence Unit, οι κινήσεις αυτές αντανακλούν "στοχευμένες και ελεγχόμενες αναπροσαρμογές" και όχι μια ουσιαστική στρατηγική στροφή προς την Κίνα. "Η απουσία προβλεψιμότητας της αμερικανικής πολιτικής αποτελεί το υπόβαθρο, όμως το βασικό κίνητρο είναι η διαχείριση του ρίσκου", επισημαίνει.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να ανησυχεί για το τεράστιο εμπορικό της έλλειμμα με την Κίνα, που ξεπερνά τα 300 δισεκατομμύρια δολάρια, καθώς και για τους περιορισμούς στην πρόσβαση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στην κινεζική αγορά.
Ωστόσο, όπως σημειώνει ο William Reinsch του CSIS, η εικόνα που έχει δημιουργηθεί είναι ότι "οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποτελούν πλέον αξιόπιστο εμπορικό εταίρο", ωθώντας τις δυτικές οικονομίες στη διαφοροποίηση των σχέσεών τους.
Συμβολικές κινήσεις και διαρκείς ανησυχίες
Παρά το άνοιγμα διαλόγου, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι οι κινήσεις αυτές παραμένουν σε μεγάλο βαθμό συμβολικές. Εμπορικές ανισορροπίες, τεχνολογικά ζητήματα και περιορισμοί στην κινεζική αγορά εξακολουθούν να υφίστανται, ενώ το Πεκίνο έχει αποδείξει την ικανότητά του να χρησιμοποιεί την οικονομική πίεση ως πολιτικό εργαλείο.
"Η πρόκληση είναι να συνομιλήσουμε με την Κίνα χωρίς να διακυβεύσουμε την εθνική μας ασφάλεια", παραδέχθηκε ο Κιρ Στάρμερ, συνοψίζοντας το δίλημμα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι δυτικές κυβερνήσεις.
Την ίδια στιγμή, ανησυχία προκαλέι η ενδεχόμενη αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει ήδη απειλήσει τον Καναδά με δασμούς 100% σε περίπτωση περαιτέρω εμπορικής προσέγγισης με την Κίνα.