Σε μια προσπάθεια να ανατρέψει το αρνητικό κλίμα που καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις για τους Ρεπουμπλικανούς, ο Ντόναλντ Τραμπ συνέχισε την Κυριακή τις προεκλογικές του περιοδείες, μόλις δύο ημέρες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ.
Οι μετρήσεις της κοινής γνώμης δείχνουν ότι το κόμμα του αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες, με το εκλογικό αποτέλεσμα να αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την πορεία της δεύτερης προεδρικής θητείας του. Μια ενδεχόμενη απώλεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας θα μπορούσε, μάλιστα, να περιορίσει τις δυνατότητές του να συγκεντρώσει ακόμη περισσότερες εξουσίες.
Ο Αμερικανός πρόεδρος, ηλικίας 80 ετών, έχει εντείνει τις δημόσιες εμφανίσεις του το τελευταίο διάστημα, επιδιώκοντας να ενισχύσει την παρουσία των υποψηφίων του σε κρίσιμες εκλογικές περιφέρειες. Την Κυριακή βρέθηκε στην Άιοβα, πολιτεία στην οποία είχε εξασφαλίσει ευρεία επικράτηση στις προεδρικές εκλογές του 2024.
Ντόναλντ Τραμπ: Θα νικήσουμε
Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του, η οποία διακόπηκε αρκετές φορές από παρεμβάσεις διαδηλωτών, επανέλαβε με έμφαση: "Θα νικήσουμε".
Ο Τραμπ υποστήριξε ότι οι διαδηλωτές είχαν χρηματιστεί για να διαμαρτυρηθούν και απηύθυνε έκκληση στους οπαδούς του να συμμετάσχουν ενεργά στην εκλογική διαδικασία, προκειμένου να "εμποδίσουν τους κομμουνιστές και τους τζιχαντιστές που μισούν την Αμερική να πάρουν τον έλεγχο των ΗΠΑ, κυριεύοντας το αμερικανικό Κογκρέσο".
Αναφερόμενος στα πεπραγμένα της κυβέρνησής του, ο Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος προειδοποίησε: "Αυτά που έχουμε κάνει είναι άνευ προηγουμένου και θα τα κατεδαφίσουν όλα". Από τότε που επέστρεψε στον Λευκό Οίκο, τον Ιανουάριο του 2025, έχει προχωρήσει σε διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της εκτελεστικής εξουσίας, έχοντας εξασφαλίσει την υποστήριξη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
Οι διαδοχικές επισκέψεις του σε πολιτείες που παραδοσιακά αποτελούν εκλογικά στηρίγματα των συντηρητικών, όπως η Άιοβα και το Κάνσας, καταδεικνύουν τη σημασία που αποδίδει το επιτελείο του στην αναμέτρηση. Παρά τις δημόσιες διαβεβαιώσεις του για επικράτηση, η εντατικοποίηση της προεκλογικής του δραστηριότητας έρχεται σε μια περίοδο αυξημένης πίεσης για τους Ρεπουμπλικανούς.
Η ανησυχία δεν περιορίζεται στις πολιτείες όπου οι Δημοκρατικοί διατηρούν παραδοσιακά ισχυρή παρουσία. Σε αρκετές περιοχές που θεωρούνται ασφαλείς για τους Ρεπουμπλικανούς, οι υποψήφιοι των δύο κομμάτων εμφανίζονται να κινούνται σε ιδιαίτερα κοντινά ποσοστά. Μεταξύ των ζητημάτων που επηρεάζουν τη στάση των ψηφοφόρων βρίσκονται η αύξηση του κόστους ζωής και η πολεμική σύγκρουση στο Ιράν. Η στρατιωτική επιχείρηση, την οποία διέταξε ο Τραμπ, βρίσκεται σε αντίθεση με τις προεκλογικές υποσχέσεις του για τερματισμό των αμερικανικών στρατιωτικών εμπλοκών στο εξωτερικό, τους λεγόμενους "αιώνιους πολέμους".
Οι Δημοκρατικοί διεκδικούν τον έλεγχο του Κογκρέσου
Η εκλογική αναμέτρηση αναμένεται να κρίνει τη σύνθεση και των δύο νομοθετικών σωμάτων. Οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν να ανακτήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, όπου τίθενται προς ανανέωση όλες οι έδρες, ενώ διατηρούν ελπίδες και για τη Γερουσία, στην οποία ανανεώνεται περίπου το ένα τρίτο των εδρών. Η πιθανότητα αλλαγής των πολιτικών συσχετισμών στη Γερουσία θεωρούνταν μέχρι πρόσφατα ιδιαίτερα απομακρυσμένη.
Την επιφυλακτική αισιοδοξία του Δημοκρατικού στρατοπέδου εξέφρασε στο CNN ο γερουσιαστής της Τζόρτζια Ραφαέλ Γουόρνοκ, ο οποίος χαρακτήρισε τον εαυτό του "Νευρικός αλλά αισιόδοξος". Παράλληλα, αναφέρθηκε στην ανάγκη να "επιβληθούν περιορισμοί σε αυτόν τον πρόεδρο", κατηγορώντας τον ότι "κυριολεκτικά λεηλατεί τη χώρα μας" και την "ξεπουλάει κομμάτι-κομμάτι".
Στα στοιχεία που επικαλούνται οι Δημοκρατικοί συγκαταλέγεται και η μαζική συμμετοχή στην πρόωρη ψηφοφορία. Περισσότεροι από 50 εκατομμύρια Αμερικανοί έχουν ήδη ασκήσει το εκλογικό τους δικαίωμα, καταγράφοντας αριθμό-ρεκόρ. Τα πρώτα στοιχεία του Πανεπιστημίου της Φλόριντας δείχνουν ότι η πλειονότητα όσων έχουν ψηφίσει πρόωρα φαίνεται να προσανατολίζεται προς τους Δημοκρατικούς.
Ωστόσο, στο επιτελείο της αντιπολίτευσης επικρατεί και συγκρατημένη στάση. Η εμπειρία προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων, κατά τις οποίες οι δημοσκοπήσεις δεν αποτύπωσαν με ακρίβεια τη συμμετοχή των υποστηρικτών του Τραμπ, αποτελεί λόγο επιφύλαξης. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στη δυναμική της εκλογικής βάσης του κινήματος MAGA, η οποία έχει αποδειχθεί καθοριστική σε προηγούμενες αναμετρήσεις.
Προβλήματα αντιμετωπίζουν, πάντως, και οι Δημοκρατικοί, καθώς στο Μίσιγκαν η βουλευτής του κόμματος Χέιλι Στίβενς ανακοίνωσε ότι θα στηρίξει τον Ρεπουμπλικάνο Μάικ Ρότζερς. Η απόφασή της να μην υποστηρίξει τον Δημοκρατικό Άμπντουλ Ελ Σάγεντ συνδέεται με τις διαφωνίες τους γύρω από το ζήτημα του Ισραήλ, προκαλώντας αναταράξεις στο εσωτερικό του κόμματος σε μια πολιτεία με ιδιαίτερη εκλογική βαρύτητα.
Προετοιμάζεται ο Τραμπ να αμφισβητήσει το εκλογικό αποτέλεσμα;
Η ιστορική τάση των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ ευνοεί συνήθως το κόμμα της αντιπολίτευσης, καθώς το κυβερνών κόμμα χάνει έδρες κατά τη διάρκεια της προεδρικής θητείας. Στην παρούσα συγκυρία, η εικόνα επιβαρύνεται από τα χαμηλά ποσοστά δημοτικότητας του Ντόναλντ Τραμπ. Σύμφωνα με δημοσκόπηση που παρουσίασε την Κυριακή το NBC News, η αποδοχή του Αμερικανού προέδρου βρίσκεται σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, με τη σχετική μέτρηση να αγγίζει το 60%.
Μια ενδεχόμενη επικράτηση των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων ή στη Γερουσία θα άλλαζε σημαντικά τις ισορροπίες στην Ουάσιγκτον. Η αντιπολίτευση θα αποκτούσε μεγαλύτερο έλεγχο στη νομοθετική διαδικασία, καθώς και στις αποφάσεις που αφορούν τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Επιπλέον, θα μπορούσε να εντείνει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο των κυβερνητικών αποφάσεων και να απαιτήσει εξηγήσεις από τον πρόεδρο για τις πολιτικές του επιλογές. Μέχρι σήμερα, ο Τραμπ έχει προωθήσει σημαντικές αλλαγές τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στη διεθνή πολιτική, χωρίς να συναντήσει ουσιαστικά εμπόδια από το Κογκρέσο.
Ιδιαίτερα υψηλό είναι και το οικονομικό κόστος της εκλογικής διαδικασίας. Οι συνολικές δαπάνες για την προεκλογική διαφήμιση εκτιμάται ότι έχουν φτάσει τουλάχιστον τα 11 δισεκατομμύρια δολάρια, επιβεβαιώνοντας την έκταση των οικονομικών πόρων που διατίθενται για την εκστρατεία.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η υπόσχεση του Τραμπ για οικονομική ενίσχυση ύψους 5.000 δολαρίων ανά πολίτη, σε περίπτωση εκλογικής επικράτησης των Ρεπουμπλικανών. Ο πρόεδρος έχει επαναλάβει αρκετές φορές τη συγκεκριμένη εξαγγελία, η οποία, ωστόσο, συνοδεύεται από ερωτήματα σχετικά με τη συνταγματική και νομική της βάση, αλλά και με την εξεύρεση των απαραίτητων πόρων για την υλοποίησή της.
Παράλληλα, η στάση του απέναντι στην εκλογική διαδικασία προκαλεί πρόσθετο προβληματισμό. Ο Τραμπ εξακολουθεί να μην αποδέχεται την ήττα του από τον Τζο Μπάιντεν στις εκλογές του 2020 και έχει αφήσει να διαφανεί ότι είναι έτοιμος να αμφισβητήσει αποτελέσματα τα οποία δεν θα είναι σύμφωνα με τις επιδιώξεις του.
Ενδεικτική της στάσης αυτής είναι η πρόσφατη δικαστική κίνηση της κυβέρνησής του στην Αλάσκα. Με την προσφυγή της επιχείρησε να αποτρέψει την επικύρωση ενδεχόμενης νίκης των Δημοκρατικών και την ανάδειξη γερουσιαστή της αντιπολίτευσης από την πολιτεία.
Το δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή την Κυριακή, ωστόσο η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε ότι δεν πρόκειται να σταματήσει εκεί και ότι θα καταθέσει έφεση κατά της απόφασης.