X

Η άγνωστη πρωτιά του Σκλαβενίτη

Στον Σκλαβενίτη υπάρχει και μία πρωτιά λιγότερο γνωστή και μάλλον η πιο απρόσμενη

Γράφει: TheToc team

Οι πρωτιές δεν λείπουν από τον Σκλαβενίτη. Είναι η μεγαλύτερη αλυσίδα σούπερ μάρκετ της χώρας, βρίσκεται σταθερά στην κορυφή των προτιμήσεων των καταναλωτών, ενώ σε επίπεδο Ομίλου είναι και ο μεγαλύτερος ιδιωτικός εργοδότης στην Ελλάδα.

Υπάρχει όμως και μία πρωτιά πολύ λιγότερο γνωστή. Και μάλλον η πιο απρόσμενη.

Αφορά το ψητό κοτόπουλο.

Σύμφωνα με στοιχεία που διαθέτει το Capital, η Ελληνικές Υπεραγορές Σκλαβενίτης Α.Ε.Ε. διακινεί περισσότερους από 8.000 τόνους ολόκληρου ψημένου κοτόπουλου τον χρόνο. Αν προστεθούν περίπου 2.000 τόνοι από ψητό μπούτι κοτόπουλου, η συνολική ποσότητα προσεγγίζει –και πιθανότατα ξεπερνά– τους 10.000 τόνους ετησίως.

Με μέσο βάρος περίπου 1,5 κιλό ανά ολόκληρο κοτόπουλο, οι 8.000 τόνοι αντιστοιχούν σε περισσότερα από 5 εκατ. κοτόπουλα τον χρόνο ή περίπου 16.000-17.000 κάθε ημέρα λειτουργίας των καταστημάτων.

Η κλίμακα συνδέεται ασφαλώς και με το μέγεθος του δικτύου. Η Ελληνικές Υπεραγορές Σκλαβενίτης διαθέτει 468 καταστήματα στην Ελλάδα, εξυπηρετώντας κατά μέσο όρο περισσότερους από 720.000 πελάτες ημερησίως.

Μια ένδειξη του μεγέθους δίνει και η σύγκριση με την υπόλοιπη αγορά. Εκτιμάται ότι στην ΑΒ Βασιλόπουλος η αντίστοιχη ετήσια ποσότητα ολόκληρου ψημένου κοτόπουλου κινείται κοντά στο 1,5 εκατ. κιλά.

Το ενδιαφέρον, ωστόσο, δεν εξαντλείται στους αριθμούς. Το ψητό κοτόπουλο ήταν μία από τις πρώτες μαζικές λύσεις έτοιμου φαγητού που γνώρισε το ελληνικό νοικοκυριό. Πολύ πριν εμφανιστούν τα ready meals, το food-to-go και το convenience, είχε ήδη καλύψει την ίδια ανάγκη: ένα έτοιμο γεύμα χωρίς μαγείρεμα στο σπίτι.

Και σήμερα, παρά τον πολλαπλασιασμό των επιλογών, εξακολουθεί να βρίσκεται στην κορυφή. Κάτι που επιβεβαιώνει και η νέα έρευνα του ΙΕΛΚΑ, η οποία κατατάσσει το ψητό κοτόπουλο στις πρώτες επιλογές των καταναλωτών για έτοιμο φαγητό, μαζί με τις σαλάτες, τις πίτες και τα σφολιατοειδή και τα μαγειρευτά των τμημάτων deli.

Η ίδια έρευνα αποτυπώνει και τη μεταβολή των καταναλωτικών συνηθειών. Το 29% των καταναλωτών αγοράζει πλέον έτοιμα γεύματα από τα σούπερ μάρκετ, έναντι 16% το 2016, ενώ η μέση δαπάνη για έτοιμο φαγητό φθάνει τα 14,79 ευρώ την εβδομάδα, ή περίπου 770 ευρώ τον χρόνο ανά νοικοκυριό. Κύριος λόγος είναι η έλλειψη χρόνου, την οποία επικαλείται το 41% των καταναλωτών, ενώ ένα ακόμη 19% θεωρεί ότι δεν συμφέρει οικονομικά να μαγειρεύει για ένα ή δύο άτομα.

Η στροφή αυτή έχει ήδη συντελεστεί στις ευρωπαϊκές αγορές, όπου τα προϊόντα άμεσης κατανάλωσης στο οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων αναπτύσσονται με ρυθμό περίπου 7%, ταχύτερα από το σύνολο της αγοράς. Η τάση είναι ακόμη εντονότερη στις νεότερες ηλικίες. Σύμφωνα με τη State of Grocery Retail Europe 2026 της McKinsey, το 82% της Gen Z αγοράζει grab-and-go ή ready-to-(h)eat γεύματα τουλάχιστον μία φορά τον μήνα και το 47% τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. Στους millennials τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 72% και 40%.

Διαβάστε Επίσης

Το στοίχημα των 100 εκατ. ευρώ

Στον Σκλαβενίτη, το έτοιμο φαγητό έχει αποκτήσει σημαντικό επιχειρηματικό αποτύπωμα. Σύμφωνα με πληροφορίες, η συγκεκριμένη δραστηριότητα αποφέρει ετησίως περισσότερα από 60 εκατ. ευρώ και το επόμενο βήμα ανεβάζει σημαντικά τον πήχη. Στη Μαγούλα βρίσκεται σε εξέλιξη επένδυση περίπου 100 εκατ. ευρώ για νέα μονάδα έτοιμου φαγητού, με δυνατότητα παραγωγής έως 250.000 μερίδων ημερησίως και εξαγωγικό προσανατολισμό.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και το Food to Go, το νέο format που λάνσαρε η εταιρεία μέσα στο 2026, με έτοιμα γεύματα, καφέ, snacks, σαλάτες, σάντουιτς, παγωτά και επιδόρπια.

Σήμερα λειτουργούν τέσσερα πιλοτικά σημεία σε Σύνταγμα, Αμπελοκήπους, Μαρούσι και Κουκάκι. Το concept αποτελεί ουσιαστικά τη μετεξέλιξη της "Σπιτικής Κουζίνας", την οποία απέκτησε ο Σκλαβενίτης το καλοκαίρι του 2025.

Στα σχέδια περιλαμβάνονται νέα σημεία, αλλά και ανάπτυξη μέσω franchise σε εργαζομένους της επιχείρησης και επαγγελματίες της εστίασης. Το πρώτο κατάστημα που διαχειρίζεται franchisee λειτουργεί ήδη στο λιμάνι του Πειραιά.

Η κίνηση διευρύνει τα όρια του παραδοσιακού λιανεμπορίου. Το σούπερ μάρκετ δεν διεκδικεί πλέον μόνο μεγαλύτερο μέρος από το εβδομαδιαίο καλάθι του νοικοκυριού, αλλά και από την καθημερινή δαπάνη για φαγητό που μέχρι σήμερα κατευθυνόταν κυρίως σε μαγειρεία, καφέ, ψητοπωλεία και delivery.

Η αγορά κοτόπουλου

Η πρωτιά στο ψητό κοτόπουλο αποκτά μεγαλύτερη διάσταση αν τοποθετηθεί στο πλαίσιο της συνολικής αγοράς.

Η εγχώρια παραγωγή κοτόπουλου ξεπερνά τους 300.000 τόνους και καλύπτει περισσότερο από το 85% της ζήτησης, ενώ οι εξαγωγές κινούνται κοντά στους 50.000 τόνους. Οι εισαγωγές εκτιμάται ότι έφθασαν το 2025 περίπου τους 90.000 τόνους, με σημαντικές ποσότητες από Ουκρανία και Βραζιλία, ασκώντας πίεση στους Έλληνες παραγωγούς και ιδιαίτερα στις πωλήσεις προς την αγορά HoReCa.

Στο οργανωμένο λιανεμπόριο, οι πωλήσεις νωπού κοτόπουλου έφθασαν το 2025 τα 365,6 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 11,2%, ενώ στο πρώτο εξάμηνο του 2026 διαμορφώθηκαν στα 191,3 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 10,2%.

Τη μεγαλύτερη δυναμική εμφανίζουν τα συσκευασμένα τεμαχισμένα προϊόντα και τα ready-to-cook.

Πηγή: capital.gr

Διαβάστε Επίσης