Τα κενά στο τιμόνι των λεωφορείων εξακολουθούν να αποτελούν έναν από τους μεγαλύτερους "πονοκεφάλους" για τις αστικές συγκοινωνίες της Αττικής. Η έλλειψη οδηγών επιβαρύνει τη λειτουργία του δικτύου και μεταφράζεται καθημερινά σε λιγότερα δρομολόγια και μεγαλύτερη ταλαιπωρία για το επιβατικό κοινό.
Τα τελευταία χρόνια οι Οδικές Συγκοινωνίες (ΟΣΥ) αντιμετωπίζουν μια σταθερή "αιμορραγία" προσωπικού. Κάθε χρόνο αποχωρούν περίπου 150 εργαζόμενοι – κυρίως οδηγοί – λόγω συνταξιοδοτήσεων, μετατάξεων και παραιτήσεων, χωρίς τα κενά να καλύπτονται επαρκώς. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που πιέζεται όλο και περισσότερο, με άμεση επίπτωση στην ποιότητα του συγκοινωνιακού έργου και στη δυνατότητα εκτέλεσης των προγραμματισμένων δρομολογίων.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, οι ΟΣΥ επιχειρούν να καλύψουν μέρος των κενών προχωρώντας σε 500 προσλήψεις οδηγών με συμβάσεις ορισμένου χρόνου διάρκειας 8 μηνών, μετά και την πρόσφατη προκήρυξη για 290 μόνιμες θέσεις οδηγών. Σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση, οι συμβάσεις θα λήγουν αυτοδικαίως μετά την παρέλευση του οκταμήνου, χωρίς δυνατότητα παράτασης, την ώρα που οι συνολικές ελλείψεις οδηγών στο σύστημα των αστικών συγκοινωνιών εκτιμώνται περίπου στις 600 θέσεις.
Παράλληλα, προωθείται η δημιουργία σχολής οδηγών από τις ΟΣΥ, μια πρωτοβουλία που υποστηρίζεται από την ηγεσία του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών και στοχεύει στη δημιουργία μιας νέας "δεξαμενής" επαγγελματιών οδηγών, ώστε να μπορούν να εντάσσονται ταχύτερα στο συγκοινωνιακό έργο.
Η ανάγκη ενίσχυσης του προσωπικού γίνεται ακόμη πιο πιεστική, καθώς το επόμενο διάστημα αναμένεται να ενταχθούν στον στόλο 125 νέα ηλεκτρικά λεωφορεία, γεγονός που αναδεικνύει ότι το κρίσιμο ζήτημα πλέον δεν είναι μόνο η ανανέωση του στόλου, αλλά κυρίως η επάρκεια οδηγών για την αξιοποίησή του, ώστε να μπορούν να εκτελούνται κανονικά τα δρομολόγια και να βελτιωθεί η εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού.
Το πρόβλημα αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στα στοιχεία λειτουργίας των συγκοινωνιών. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση πεπραγμένων των ΟΣΥ για το 2024, λεωφορεία και τρόλεϊ έχασαν 504.769 δρομολόγια, με το 87,3% αυτών να οφείλεται στην έλλειψη προσωπικού.
Ακόμη όμως και όταν γίνονται προσλήψεις, η παραμονή των οδηγών δεν είναι εξασφαλισμένη. Η μη αναγνώριση της προϋπηρεσίας στον ιδιωτικό τομέα λειτουργεί συχνά ως αντικίνητρο, οδηγώντας αρκετούς σε παραίτηση λίγο μετά την πρόσληψή τους. Παράλληλα, αρκετοί νέοι οδηγοί εγκαταλείπουν το επάγγελμα ύστερα από σύντομο χρονικό διάστημα, ερχόμενοι αντιμέτωποι με τις δύσκολες συνθήκες που επικρατούν καθημερινά στους δρόμους της Αθήνας.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική αν ληφθεί υπόψη η ηλικιακή σύνθεση του προσωπικού. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, μόλις 70 εργαζόμενοι – περίπου 1,5% του συνόλου – είναι κάτω των 35 ετών, ενώ το μεγαλύτερο τμήμα του προσωπικού, 2.564 εργαζόμενοι ή 56,5%, είναι άνω των 50 ετών, γεγονός που προμηνύει νέο κύμα αποχωρήσεων τα επόμενα χρόνια. Η έλλειψη οδηγών δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, καθώς παρόμοια προβλήματα καταγράφονται σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις.
Στην Αθήνα όμως οι συνέπειες γίνονται καθημερινά αισθητές από το επιβατικό κοινό, με λιγότερα δρομολόγια, μεγαλύτερους χρόνους αναμονής και αυξημένη ταλαιπωρία στις στάσεις.
Πάντως, παρά τις σημαντικές ελλείψεις προσωπικού που συνεχίζουν να πιέζουν το συγκοινωνιακό έργο, ο σχεδιασμός για την ανανέωση και τον εκσυγχρονισμό του στόλου προχωρά. Ήδη έχει εγκριθεί η χρηματοδότηση για 50 λεωφορεία υδρογόνου κυψελών καυσίμου (FCEV) μέσω του Modernization Fund, η προμήθεια 38 τρόλεϊ τεχνολογίας IMC, σε συνδυασμό με τον ανασχεδιασμό του εναέριου δικτύου τους, καθώς και η προμήθεια 79 ηλεκτρικών λεωφορείων μέσω χρηματοδότησης ΕΣΠΑ. Παράλληλα, αναμένεται η έγκριση από το υπουργείο Οικονομικών για την προμήθεια επιπλέον 200 ηλεκτρικών λεωφορείων μέσω χρονομίσθωσης.
Πηγή: capital