Η μπασκετμπολίστρια λησταρχίνα που απέδρασε από τον Κορυδαλλό αποκαλύπτει

Η Ολιβέρα Τσίρκοβις, διεθνής μπασκετμπολίστρια σύνδεσε το όνομά της με τη σπείρα "Ροζ Πάνθηρες". Μίλησε για τη ζωή της, τη φυλακή και το αγαπημένο της Παγκράτι.

i-mpasketmpolistria-listarxina-pou-apedrase-apo-ton-korudallo-apokaluptei
SHARE THIS
0
SHARES

Η ζωή της Όλια, το χαϊδευτικό της είναι αυτό, ήταν μία περιπέτεια. Αγωνίστηκε με τα χρώματα της Γιουγκοσλαβίας και φόρεσε τη φανέλα Παναθηναϊκού και Παγκρατίου. Μπλέχτηκε όμως με την παρανομία και συγκεκριμένα με τη συμμορία, «Ροζ Πάνθηρες».

Μίλησε στον Alpha και στην εκπομπή ΑΥΤΟΨΙΑ, όπου και είπε:

«Δεν μετανιώνω. Αυτή είναι η ζωή μου και αυτό με έκανε αυτό που είμαι σήμερα».

 

Η Όλια Τσίρκοβιτς με ύψος 1,92 ήταν ένα από τα μεγάλα αστέρια. Έπαιζε για την τότε πρωταθλήτρια Ευρώπης Τούζλα. Όμως, το ξέσπασμα του πολέμου το 1991 την έφερε στην Ελλάδα για να αγωνιστεί με τα χρώματα του Παγκρατίου.

«Ο Θεός και όλα τα αστέρια ήθελαν να μείνω Ελλάδα. Ότι έκανα έβαζα καλάθι, έπεφτα και έβαζα καλάθι».

Μετά ήρθε ο έρωτας, περίπου τρία χρόνα αργότερα, οπότε και άρχισε η ιστορία της παρανομίας. Αλλά κέρδισε το βραβείο της ζωής της καθώς γεννήθηκε ο γιος της, Νικολα, στο Μέγας Αλέξανδρος το 1996. Όπως είπε, ο Σέρβος άντρας της έκανε τις παρανομίες του πίσω στην πατρίδα τους και μοίραζε τα λεφτά, γεγονός που την εντυπωσίασε.

«Μου άνοιξε μια πόρτα όπου γνώρισα άλλους ανθρώπους, παράνομους και δεν ήταν όπως έλεγε ο μπαμπάς μου «Είναι κακοί, είναι κλέφτες». Εγώ γνώρισα ανθρώπους σαν παιδιά. Πολύ ανοιχτοί, σαν παιδιά τα κάνουνε.
-Αντί να τρομάξεις από αυτούς γοητεύτηκες;
-Ακριβώς. Αυτό είναι λίγο περίεργο. Μια μπασκετμπολίστρια που είχα τα πάντα άρχισα λίγο να νιώθω συμπάθεια.»

 

Η Όλια εξήγησε πως ο πόλεμος στη Σερβία πως έχει αλλάξει και τους ανθρώπους αλλά και τον τρόπο ζωής τους. 

«Είναι νόμιμο να ανοίξεις ένα σπίτι και να έχεις Κλέμενς ρούχα, χρυσό, ό,τι να ‘ναι. Οι Σέρβοι πήγαιναν στην Ευρώπη και έφερναν κλεμμένα επώνυμα ρούχα και τέτοια και λέω «γιατί όχι;» Να αγοράζω εγώ φτηνά και να τα πουλάω νόμιμα. Ήταν νόμιμο γιατί είχαμε εμπάργκο και η Σερβία μας άφηνε να κάνουμε τα πάντα..».

Χάρη στις γνωριμίες της πουλούσε ό,τι της έφερναν. Τόσο γρήγορα που άρχισε να χρηματοδοτεί ομάδες να κλέβουν σε όλη την Ευρώπη και να ξεπουλά. 

«Ήμουν σίγουρη ότι δεν είμαι παράνομη. Ήμουν περήφανη πόσο έξυπνη είμαι και πόσο γρήγορα βγάζω τα λεφτά» λέει τώρα η Όλια.

 

Οι "Ροζ Πάνθηρες" και η πρώτη φυλάκιση

Έχοντας χωρίσει από τον πατέρα του παιδιού της, ερωτεύεται μέλος της συμμορίας και θα ακολουθήσει σε ένα «χτύπημα» στην Ελλάδα, στη Χερσόνησο της Κρήτης. Ένας ξεχασμένος λοστός κάτω από το κάθισμα και ένας έλεγχος από τους αστυνομικούς θα την οδηγήσει στην πρώτη της καταδίκη, 6 χρόνια ποινή φυλάκισης. 

«Και η Όλια ξυπνάει σαν πριγκίπισσα. Δεν καταλαβαίνει τι γίνεται.» Τα πρωτοσέλιδα της εποχής έγραφαν για την αμαζόνα μπασκετμπολίστρια και τρόμαξε. «Παίρνω τον γιο μου και του λέω: Νικόλα, ο άνθρωπος που πήγα για κάτι δουλειές κάτι έκανε και έμπλεξα. Είμαι στη φυλακή. Μοιάζει με ξενοδοχείο που ξεκουράζεσαι όλη μέρα, που έχουμε φαγητό και είναι ωραία». Ο γιος τότε ήταν 10 ετών. Η συμμορία ακόμη δεν είχε αποκτήσει το όνομα «Ροζ Πάνθηρες».

Αυτό έγινε με την επιστροφή της στη Σερβία, όταν και μπήκε ακόμα πιο βαθιά στην παρανομία. Τότε αρχίζει και η ιστορία για τους «Ροζ Πάνθηρες». Όπως λέει η Όλια Τσίρκοβιτς, δεν είναι τα πράγματα έτσι όπως τα έχει διαβάσει η κοινή γνώμη. Δεν υπήρχε ένας αρχηγός και μια οργάνωση. Ήταν πολλές και διαφορετικές ομάδες. 

«Στη Γαλλία η αστυνομία δεν μπορούσε να βγάλει άκρη. Γίνεται κάτι τέτοιο που είναι απλή κλοπή, δεν είναι ληστεία. Δεν κινδύνευε κανεις. Δεν μπορεις να ακούσεις μεγάλη ποινή. Ο μοναδικός τρόπος ήταν να την βγάλουν εγκληματική οργάνωση. Αν έχεις εγκληματική οργάνωση παίρνεις 5-10 χρόνια. Ήταν πολύ έξυπνο αυτό που έκανε η αστυνομία της Γαλλίας».

Θα βρεθεί στην Ελλάδα για μια ληστεία, στην Καλλιθέα. Σύμφωνα με την εξιστόρησή της μια άλλη ληστεία σημειώνεται μπροστά τους, οπότε και θα βρεθούν στο στόχαστρο των αστυνομικών. Ο φίλος της θα πυροβολήσει και θα πυροβοληθεί.

«40 μέρες ήταν σε κώμα. Δεν ξέρω πως έζησε αυτός ο άνθρωπος. Όλοι φύγανε αλλά εγώ έμεινα. Είπαμε αυτό το έργο που έχουμε αισθήματα, να ονειρεύομαι, δεν μπορούσα να τον αφήσω».

Προφυλακίζεται στον Κορυδαλλο αλλά από την αρχή, λέει, ήταν αποφασισμένη να αποδράσει. 

Εκεί θα γνωρίσει και την κόρη του Άκη Τσοχατζόπουλου, Αρετή.

«-Διαβάζω ότι ο άνθρωπος που άθελά του σε βοήθησε να αποδράσεις ήταν η Αρετή Τσοχατζόπουλου. Τι εννοώ. Ότι είπε ότι εκείνη είναι μια καλλιτέχνιδα που ζωγραφίζει τέλεια και αφήστε την κοπέλα να ζωγραφίσει τη φυλακή.
-Με καλή έννοια ναι μπορεί. Ένιωσα λίγο τύψεις γιατί αυτή με εντελώς καλή έννοια, δεν μπορούσε ένας κρατούμενος, ούτε η Αρετή να προτείνει στους εργαζόμενους κάτι».

Η ευκαιρία ήρθε όταν η αρχιφύλακας της πρότεινε να ζωγραφίσει το δωμάτιο της διευθύντριας που έλειπε. Χρυσή ευκαιρία, λέει η ίδια. 15 μέτρα από την πόρτα του Κορυδαλλού, 15 μέτρα από την ελευθερία. Έχει συνεννοηθεί να έρθει ένας συνεργός, δήθεν ότι φέρνει χρώματα για την κρατούμενη-ζωγράφο. Και όταν άνοιξε η πόρτα μπήκε σε εφαρμογή το υπόλοιπο σχέδιο.
«-Ποτε δεν είχαμε πειράξει κόσμο. Απλά οι γυναίκες είναι περίεργες με το φόβο. Αρχίζουν να φωνάζουν, να ουρλιάζουν… του είπα να την χτυπήσει να μην ουρλιάζει.
-Την σωφρονιστική υπάλληλο;
-Την αρχιφύλακα. Του είπα αν κάνω έτσι με το κεφάλι χτύπησέ την και την χτύπησε και αυτή έπεσε. Δεν μπορούσε να καταλάβει, η ίδια είπε Βόμβα...ήμουν πολύ χαλαρή, βγήκα έξω με ωραία ρούχα, περπάτημα, ο άλλος με κρατούσε σαν να πάμε για βραδινό»
Ωστόσο, θυμάται πως αντί να ανέβει στη μεγάλη κυβισμού μηχανή ανέβηκε σε ένα παπάκι. «Πηγαίναμε σαν πληγωμένο σαλιγκάρι» λέει γελώντας. «Με το παπάκι σε δυο λεπτα ήμουν σε ένα σπίτι νοικιασμένο. Τελείωσε η υπόθεση, τέλος. Απόδραση τέλος».

Πλέον η Όλια Τσίρκοβιτς ζει μια νέα ζωή. Έχει γράψει δύο βιβλία και άλλο ένα που μόλις εκδόθηκε. Η αυτοβιογραφία της. Το πρώτο πούλησε πάνω από 50.000 αντίτυπα. Παράλληλα κάνει κοινωφελές έργο πηγαίνοντας στις φυλακές της χώρας της και παραδίδει μαθήματα ζωγραφικής και ζωγραφιζει τις φυλακές. Ακόμη σχεδιάζει τσάντες με δικές της ζωγραφιές.

Ακόμα όμως αντιμετωπίζει το το απαγορευτικό εισόδου για τη χώρα μας και να δραστηριοποιηθεί επαγγελματικά και στην Ελλάδα, «χωρίς παρανομίες» συμπληρώνει γελώντας. Και να πιει επιτέλους έναν καφέ στο αγαπημένο της Παγκράτι.

 

 

Φωτό: instagram

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ακολούθησε το theTOC.gr στο Facebook