X

Κατοχή, δωσίλογοι και μαυραγορίτες: Πώς το μεταπολεμικό κράτος "ξέχασε" να τους τιμωρήσει

Η ιστορία της νομιμοποίησης του κατοχικού πλούτου και η σιωπηλή συγκάλυψη μιας τεράστιας κοινωνικής αδικίας

Στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων, η περίοδος 1941-1944 έχει καταγραφεί ως εποχή απόλυτης εξαθλίωσης. Ενώ χιλιάδες άνθρωποι πέθαιναν στους δρόμους από την πείνα και το κρύο, κάποιοι άλλοι έβλεπαν στην ανθρώπινη δυστυχία την ευκαιρία να αποκτήσουν τεράστιες περιουσίες.

Οι "πλουτήσαντες" της Κατοχής -μαυραγορίτες, οικονομικοί συνεργάτες των κατακτητών και δωσίλογοι- πρωταγωνίστησαν σε μια βίαιη αναδιανομή πλούτου, που μετέφερε περιουσίες
από τα χέρια των εξαθλιωμένων στα χέρια εκείνων που είχαν πρόσβαση σε τρόφιμα, εμπορεύματα, και μηχανισμούς εξουσίας.

Ο πλουτισμός τους στηρίχθηκε στην εκμετάλλευση της απόλυτης ανάγκης. Άνθρωποι που δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαγητό αναγκάζονταν να πουλήσουν σπίτια, οικόπεδα, κοσμήματα και οικογενειακά κειμήλια, πολλές φορές έναντι ελάχιστων ποσοτήτων λαδιού, αλευριού ή άλλων βασικών αγαθών.

Για τον απελπισμένο ιδιοκτήτη, η πώληση σήμαινε τη μοναδική δυνατότητα να κρατήσει στη ζωή την οικογένειά του. Για τον μαυραγορίτη, όμως, ήταν μια ευκαιρία απόκτησης περιουσίας σε εξευτελιστικές τιμές. Έτσι, μέσα στην τραγωδία της Κατοχής, η δυστυχία των πολλών έγινε η
ευκαιρία των λίγων.

Διαβάστε Επίσης

Τι απέγιναν οι περιουσίες μετά την Απελευθέρωση; Πόσοι από τους μαυραγορίτες και τους οικονομικούς συνεργάτες τιμωρήθηκαν;

Μετά την Απελευθέρωση, ο λαός απαιτούσε δικαιοσύνη. Εκείνοι που είχαν αναγκαστεί να παραδώσουν τα σπίτια τους για λίγους τενεκέδες λάδι και μερικά σακιά αλεύρι ζητούσαν πίσω τις περιουσίες τους.

Η κυβέρνηση του Νικολάου Πλαστήρα εξέδωσε τον Αναγκαστικό Νόμο 182 (ΦΕΚ 56 - 12.03.1945 ) "ΠΕΡΙ ΕΙΔΙΚΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΟΛΕΜΙΚΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟΝ ΠΛΟΥΤΗΣΑΝΤΩΝ", που υποτίθεται ότι θα τιμωρούσε τον παράνομο πλουτισμό των μαυραγοριτών της Κατοχής.

Μαύρη Αγορά, Αθήνα 1944. Φωτογραφία Δημήτρης Χαρισιάδης (αρχείο Μουσείου Μπενάκη)

Δυστυχώς όμως, ο Αναγκαστικός Νόμος, δεν στόχευε στην επανάκτηση της περιουσίας των φτωχών, αλλά στα έσοδα του Κράτους. Δεν ήταν νόμος αποκατάστασης της αδικίας, ήταν νόμος εισπρακτικός.

Το μεταπολεμικό κράτος δεν ενδιαφερόταν να επιστρέψει το σπίτι στον πραγματικό ιδιοκτήτη. Ενδιαφερόταν να πάρει τον φόρο από τον πλούτο που συσσώρευσε ο μαυραγορίτης.

Αν ο μαυραγορίτης είχε αποκτήσει 10 ακίνητα στην Κατοχή, το κράτος έλεγε: "Θα μου πληρώσεις τον φόρο για αυτά τα 10 ακίνητα". Με αυτόν τον τρόπο, το κράτος γινόταν "συνέταιρος" στο πλιάτσικο. Αν και ο νόμος δεν απαγόρευε στον προηγούμενο ιδιοκτήτη να διεκδικήσει το ακίνητο, με το που πλήρωνε ο μαυραγορίτης τον φόρο, το σπίτι ήταν πολύ δύσκολο να αμφισβητηθεί.

Ο πολίτης που είχε δώσει το σπίτι του για 3 τενεκέδες λάδι βρισκόταν σε μια τραγική θέση: Όχι μόνο έχασε το σπίτι του, αλλά το κράτος -αντί να ακυρώσει τη συναλλαγή- προχωρούσε σε φορολόγηση του αγοραστή, "κλειδώνοντας" έτσι ουσιαστικά, την ιδιοκτησία στα χέρια του μαυραγορίτη.

Ο Αναγκαστικός Νόμος δεν αφορούσε την ιδιωτική διαφορά (πωλητή-αγοραστή), αλλά τη δημόσια απαίτηση (κράτους-μαυραγορίτη). Το κράτος του 1945 ήταν χρεοκοπημένο. Χρειαζόταν επειγόντως χρήματα για να πληρώσει στρατό, υπαλλήλους και τις στοιχειώδεις λειτουργίες του. Προτεραιότητα του ήταν η άντληση ρευστότητας από οπουδήποτε. Η οικονομική του στρατηγική ήταν: "Να φορολογήσουμε τους μαυραγορίτες για να έχουμε έσοδα".

Αποτέλεσμα: Ο μαυραγορίτης πλήρωνε ένα μέρος των κερδών του στο κράτος και, ως αντάλλαγμα, το κράτος του παρείχε "ασυλία" και τρόπο για νομιμοποίηση της λείας του.

Αυτή η ασυλία δεν αφορούσε μόνο τους μαυραγορίτες (οικονομικούς συνεργάτες), αλλά επεκτάθηκε και στους Δωσίλογους -τους πολιτικούς και στρατιωτικούς συνεργάτες των Ναζί. Μεταμφιεσμένοι πλέον σε "εθνικόφρονες", πολλοί από αυτούς ενσωματώθηκαν στον κρατικό μηχανισμό της μεταπολεμικής Ελλάδας, αποφεύγοντας την τιμωρία για τα εγκλήματά τους.

Τι θα γινόταν αν κάποιος που είχε χάσει το σπίτι του πήγαινε τον αγοραστή στα δικαστήρια

Στην πράξη, όποιος τολμούσε να διεκδικήσει το δίκιο του στα δικαστήρια, ερχόταν αντιμέτωπος με σχεδόν ανυπέρβλητα τείχη. Οι μαυραγορίτες είχαν φροντίσει στην Κατοχή να αγοράζουν τα σπίτια τηρώντας όλες τις γραφειοκρατικές διαδικασίες. Έστω και αν το τίμημα ήταν λίγα τσουβάλια αλεύρι και λίγο λάδι, στα συμβόλαια εμφανιζόταν πως η πώληση είχε γίνει με
χρήματα.

Αθήνα, φθινόπωρο 1944. Ο λαός ζητούσε την τιμωρία των μαυραγοριτών

Το συμβόλαιο βέβαια ήταν εικονικό: Σχεδόν πάντα, το τίμημα που αναγραφόταν στο συμβόλαιο ήταν πολύ μεγαλύτερο από αυτό που είχε δοθεί στην πραγματικότητα, για να φαίνεται η αγοραπωλησία "λογική" στα μάτια του κράτους.

Για να ακυρωθεί ένα συμβόλαιο, έπρεπε ο προηγούμενος ιδιοκτήτης να αποδείξει στο δικαστήριο ότι υπήρξε "πλάνη, απάτη ή εξαναγκασμός". Ο δικαστής της εποχής θα ρωτούσε: "Σας έβαλε το πιστόλι στον κρόταφο ή εσείς υπογράψατε με τη θέλησή σας;". Αν απαντούσε "υπέγραψα γιατί δεν είχα να φάω", ο νόμος το ερμήνευε ως ελεύθερη επιλογή (έστω και υπό πίεση ανάγκης), και όχι ως εξαναγκασμό.

Διαβάστε Επίσης

Και κάποιες ελάχιστες εξαιρέσεις

Το 1949 ψηφίστηκε ο Αναγκαστικός Νόμος 1323/1949, που έδινε τη δυνατότητα ακύρωσης συγκεκριμένων κατοχικών αγοραπωλησιών και επιστροφής των ακινήτων στους προηγούμενους ιδιοκτήτες. Δεν ήταν η πρώτη προσπάθεια αντιμετώπισης του προβλήματος.

Ήταν όμως μια καθοριστική ρύθμιση, μετά από χρόνια αντιπαράθεσης μεταξύ των οργανώσεων πωλητών και αγοραστών. Ορίστηκε προθεσμία 6 μηνών για την κατάθεση αιτήσεων ακυρώσεως αγοραπωλησιών. Κατατέθηκαν χιλιάδες αιτήσεις. Η ιστορικός Ευγενία Μπουρνόβα αναφέρει ότι το αρχείο του Πρωτοδικείου Αθηνών περιλαμβάνει περίπου 10.000 αγωγές σχετικές με διεκδικήσεις ακινήτων βάσει του Α.Ν. 1323/1949. Ξεκίνησε δικαστικός αγώνας.

Δεν επρόκειτο, όμως, για μια γενική ακύρωση όλων των συναλλαγών της Κατοχής. Για τα μεγάλα ακίνητα, η ιδιοκτησία παρέμενε στον αγοραστή. Ο προηγούμενος ιδιοκτήτης μπορούσε απλώς να διεκδικήσει συμπληρωματικό τίμημα. Για τα μικρομεσαία ακίνητα υπήρχε δυνατότητα δικαστικής ακύρωσης της αγοραπωλησίας, εφόσον πληρούνταν συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Ο νόμος έθετε αυστηρά περιουσιακά και οικονομικά κριτήρια. Κάθε πωλητής ήταν υποχρεωμένος να αποδείξει στο δικαστήριο ότι δεν είχε καμία αξιόλογη περιουσία και επιπλέον έπρεπε να επιστρέψει στον αγοραστή τα χρήματα (που έδειχνε το εικονικό συμβόλαιο πως είχε λάβει) εντόκως σε τέσσερις τετραμηνιαίες δόσεις, με ετήσιο τόκο 6% από την τελεσιδικία της απόφασης.

Το ποσό υπολογιζόταν με αναγωγή στην τιμή της χρυσής αγγλικής λίρας, όχι απλώς με βάση τον αριθμό των δραχμών που αναγραφόταν στο συμβόλαιο. Στην πράξη ήταν αδύνατο να καταβληθούν αυτά τα χρήματα από την πλειονότητα των πωλητών, αφού είχαν ήδη χάσει τις περιουσίες τους.

Επίσης, πολλοί από τους μαυραγορίτες, είχαν μεταπουλήσει τα ακίνητα σε τρίτους (καλόπιστους αγοραστές), κάνοντας την ανάκτηση νομικά δύσκολη έως αδύνατη.

Στη μεταπολεμική Ελλάδα, υπήρξαν ελάχιστες περιπτώσεις όπου ο πωλητής κατάφερε να πάρει πίσω το σπίτι του, αλλά αυτό απαιτούσε: Τεράστια δικαστικά έξοδα (που οι φτωχοί δεν είχαν), όπως και πολιτική υποστήριξη, κάτι που ήταν αδύνατο αν ο πωλητής ήταν "ύποπτος" για αριστερά φρονήματα (αρκετοί από αυτούς που έχασαν τα σπίτια τους ήταν ΕΑΜίτες, οπότε το κράτος του Εμφυλίου δεν είχε κανέναν λόγο να τους βοηθήσει).

Έτσι, η αποκατάσταση της ιδιοκτησίας κατέστη για πολλούς όχι μόνο οικονομικό, αλλά και πολιτικό ζήτημα, με το κράτος του Εμφυλίου να μην έχει κανένα συμφέρον να δικαιώσει τους "εσωτερικούς εχθρούς" του.

Συσσίτιο στην Κατοχή. Πειραιάς, 1942-1943. Φωτογραφία Βούλα Παπαϊωάννου και δεξιά η εισαγωγή του Αναγκαστικού Νόμου 1945.

Μια κληρονομιά που δεν "παραγράφεται"

Η ιστορία των "πλουτησάντων" της Κατοχής δεν είναι απλώς μια σκοτεινή σελίδα του παρελθόντος. Είναι η αθέατη ρίζα πολλών κοινωνικών ανισοτήτων που ταλαιπώρησαν την Ελλάδα στις δεκαετίες που ακολούθησαν.

Το γεγονός ότι το μεταπολεμικό κράτος επέλεξε να "νομιμοποιήσει" την αρπαγή, αντί να αποκαταστήσει τα θύματα, δημιούργησε ένα επικίνδυνο προηγούμενο: το μήνυμα πως η ισχύς και η διαπλοκή υπερισχύουν του δικαίου.

Πολλές από τις περιουσίες που άλλαξαν χέρια με έναν τενεκέ λάδι, έγιναν η "μαγιά" για τη δημιουργία της μεταπολεμικής οικονομικής ελίτ. Τα ερείπια της Κατοχής δεν ήταν μόνο κτίρια, αλλά και ανθρώπινες ζωές που διαλύθηκαν, ενώ οι ένοχοι -μαυραγορίτες και δωσίλογοι- όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, αλλά ενσωματώθηκαν στον κορμό του νέου κράτους, συχνά με το πέπλο του "εθνικόφρονος" επιχειρηματία.

Η δικαιοσύνη που δεν αποδόθηκε το 1945 δεν αφορούσε μόνο την επιστροφή ενός οικοπέδου ή ενός σπιτιού. Αφορούσε την ηθική θεμελίωση της χώρας. Όταν ένα κράτος επιλέγει να "ξεχάσει" τους προδότες και τους εκμεταλλευτές για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της στιγμής, αφήνει πίσω του μια πληγή που δεν κλείνει ποτέ.

Η ιστορία αυτή μας υπενθυμίζει πως η κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι πολυτέλεια, αλλά η απαραίτητη προϋπόθεση για να μην χτίζεται η ευημερία των λίγων πάνω στα συντρίμμια της αξιοπρέπειας των πολλών.

*Κεντρική φωτογραφία: Συσσίτιο κατά τη διάρκεια της Κατοχής (Αθήνα, 1941). Φωτογραφία Βούλα Παπαϊωάννου (αρχείο Μουσείου Μπενάκη).