Η ζωή του Λαυρέντη Λαυρεντιάδη µοιάζει µε παραµύθι. Ξεκίνησε ευχάριστο, αλλά κατέληξε σε εφιάλτη. Είναι µια ιστορία ραγδαίας ανόδου και επιτυχίας, πτώσης και συντριβής και τελικά µιας φήµης που λίγοι θα ζήλευαν. Για περισσότερο από δύο δεκαετίες ο ίδιος βρέθηκε στην καρδιά της ελληνικής επιχειρηµατικής σκηνής, γνωρίζοντας εκρηκτική άνοδο, που τον ανέδειξε σε έναν από τους ισχυρότερους επιχειρηµατίες της γενιάς του, προτού η επιχειρηµατική του φιγούρα επισκιαστεί από µια σειρά ιδιαίτερα σοβαρών δικαστικών υποθέσεων, οι οποίες σηµάδεψαν την ελληνική επιχειρηµατική και τραπεζική ιστορία των τελευταίων δεκαετιών.
Γεννηµένος το 1972 στην Αθήνα, ο "Λούα-Λούα" ή "love radio" –όπως τον αποκαλούσαν στην αγορά– µεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η επιχειρηµατικότητα δεν ήταν απλώς επαγγελµατική επιλογή, αλλά καθηµερινός τρόπος ζωής. Τα πρώτα του χρόνια κύλησαν στου Ρέντη και αργότερα στη Νίκαια, δίπλα στους γονείς του, Βασίλη και Ζαφειρία, και την αδελφή του, µέσα σε µια οικογένεια που είχε ήδη διαµορφώσει τη δική της σχέση µε τον επιχειρηµατικό κόσµο.
Φοίτησε στην Ιωνίδειο Σχολή Πειραιά και, όπως πολλοί γνήσιοι Πειραιώτες, ανέπτυξε από νωρίς βαθιά αγάπη για τον Ολυµπιακό.
Ο θάνατος που άλλαξε τα πάντα
Η ενηλικίωση ήρθε βίαια και πολύ νωρίς. Το 1990, σε ηλικία µόλις 18 ετών, έχασε τον πατέρα του. Η Νεοχηµική, µια εταιρεία πετροχηµικών µε 24 εργαζοµένους, έπρεπε να συνεχίσει να λειτουργεί – και ο νεαρός τότε Λαυρεντιάδης ανέλαβε τη διοίκησή της, µπαίνοντας απότοµα σε έναν κόσµο που µέχρι εκείνη τη στιγµή παρακολουθούσε, αλλά δεν είχε ακόµη κληθεί να διαχειριστεί µόνος του. Λίγο αργότερα ήρθε και ένα δεύτερο χτύπηµα. Έπειτα από σειρά ιατρικών εξετάσεων, οι γιατροί διέγνωσαν µια εξαιρετικά σπάνια ασθένεια που αργότερα θα εξελισσόταν σε νεανική ρευµατοειδή αρθρίτιδα, σύµφωνα µε δηµοσιεύµατα της εποχής.
Η οικοδόµηση της αυτοκρατορίας της Νεοχηµικής
Παρά τις προσωπικές περιπέτειες, ο νεαρός Λαυρεντιάδης αρχίζει να δείχνει ότι στο επιχειρείν διαθέτει την ικανότητα χειρισµών για να πετύχει τους σκοπούς του. Και ο βασικός σκοπός του ήταν να γιγαντωθεί µε κάθε τρόπο η µεσαία οικογενειακή επιχείρηση που κληρονόµησε. Και το κατάφερε. Η Νεοχηµική άρχισε σταδιακά να µεταµορφώνεται από µια ελληνική βιοµηχανία χηµικών σε έναν όµιλο µε ισχυρή διεθνή παρουσία. Το 1996 ο Λαυρεντιάδης εξαγοράζει το ποσοστό του συνεταίρου του στη Νεοχηµική και προχωρά παράλληλα στην απόκτηση ακόµα δύο εταιρειών του κλάδου: της Hoechst και της Henkel. Από το 1998 και για περίπου µία δεκαετία, η εταιρεία ακολούθησε µια αδιάκοπη πορεία εξαγορών και επέκτασης, αποκτώντας παραγωγικές εγκαταστάσεις και κέντρα logistics όχι µόνο στην Ελλάδα, αλλά και στη Γιουγκοσλαβία, την Πολωνία και τη Βουλγαρία.
Παράλληλα, ο όµιλος εδραιώθηκε και στην παραγωγή απορρυπαντικών για λογαριασµό ορισµένων από τους µεγαλύτερους πολυεθνικούς κολοσσούς του κλάδου, όπως Henkel, Unilever και Sara Lee. Το 2003 ήρθε ακόµα ένα καθοριστικό βήµα: η Νεοχηµική εισέρχεται στο Χρηµατιστήριο Αθηνών.
Η κορυφή
Το 2006 αποτέλεσε ίσως το απόλυτο σηµείο κορύφωσης αυτής της πορείας, για να ξεκινήσει στη συνέχεια ο κατήφορος.
Η Νεοχηµική απασχολούσε πλέον περίπου 1.300 εργαζοµένους. Οι πωλήσεις του οµίλου προ φόρων είχαν εκτοξευθεί στα 850 εκατοµµύρια ευρώ, ενώ τα καθαρά κέρδη έφταναν τα 90 εκατοµµύρια ευρώ – αριθµοί που επιβεβαίωναν ότι η άλλοτε µικρή οικογενειακή επιχείρηση είχε µετατραπεί σε έναν βιοµηχανικό κολοσσό.
Την ίδια χρονιά ο Λαυρεντιάδης βραβεύεται ως "Επιχειρηµατίας της Χρονιάς" από το Εµπορικό και Βιοµηχανικό Επιµελητήριο Αθηνών. Ακολούθησαν και άλλες βραβεύσεις. Σε µία από αυτές, προχώρησε σε µια δήλωση που προκάλεσε µεγάλη εντύπωση. Αναφερόµενος στη διαφθορά στην Ελλάδα, σηµείωσε πως πρόκειται για ένα φαινόµενο που πλήττει κυρίως τις µικρότερες επιχειρήσεις, ενώ υποστήριξε πως, όσο µια εταιρεία µεγαλώνει, αποκτά δίκτυα γνωριµιών και επαφών που τη θωρακίζουν. Ο Λαυρεντιάδης άρχισε να γίνεται όλο και πιο εξωστρεφής και η φήµη του ανθρώπου που βάζει εύκολα το χέρι στην τσέπη δυνάµωνε ηµέρα µε την ηµέρα. Ενίσχυσε οικονοµικά ιδρύµατα, µουσεία και γκαλερί, άρχισε να κινείται πιο έντονα στη δηµόσια ζωή και, όπως κάθε πλούσιος "του νέου χρήµατος", που εκτός από καλλιτεχνικές ευαισθησίες χτίζει το προφίλ του, ανέπτυξε ισχυρό ενδιαφέρον και για τη συλλογή έργων τέχνης. Παράλληλα, δεν έπαψε ποτέ να αγαπά το ποδόσφαιρο και την αγαπηµένη του οµάδα, τον Ολυµπιακό. Για τον οποίο τώρα µπορούσε να βάλει και το χέρι στην τσέπη.
Ο Ολυµπιακός, η πίστη και οι κύκλοι επιρροής
Απέκτησε ποσοστό 10% στη Θρύλος Α.Ε., ενώ συµµετείχε και στο επενδυτικό σχήµα του νέου Σταδίου Καραϊσκάκη, εξασφαλίζοντας το 50% της εταιρείας που διαχειριζόταν το γήπεδο.
Παράλληλα µε την εικόνα του φιλόδοξου και ανοιχτοχέρη επιχειρηµατία που κινούνταν διαρκώς µε όρους επέκτασης, υπήρχε ακόµα µία πλευρά που ο ίδιος φρόντιζε να προβάλλει ιδιαίτερα: η βαθιά θρησκευτική του πίστη. Ήδη από τα µέσα της δεκαετίας του ’90, όταν η κατάσταση της υγείας του επιδεινωνόταν, επισκέφθηκε το Άγιον Όρος και τη Μονή Βατοπεδίου.
Ήταν η περίοδος κατά την οποία ο επιχειρηµατίας είχε πλέον αποκτήσει µια σχεδόν µυθική εικόνα ισχύος. Οι δραστηριότητές του εκτείνονταν πολύ πέρα από τα ελληνικά σύνορα, τα ταξίδια στο εξωτερικό αποτελούσαν µέρος της καθηµερινότητάς του και οι µετακινήσεις του γίνονταν συχνά µε ιδιωτικό αεροσκάφος – άλλη µία εικόνα που συµπλήρωνε το πορτρέτο ενός ανθρώπου ο οποίος έδειχνε να κινείται πλέον σε ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο ισχύος από εκείνο της παραδοσιακής ελληνικής επιχειρηµατικής πραγµατικότητας.
Η σχέση µε τον Πέτρο Κυριακίδη
Την ίδια περίοδο, στο επιχειρηµατικό οικοδόµηµα που έχτιζε µε διαρκώς αυξανόµενη ταχύτητα υπήρχε µια σχέση που έµελλε να αποδειχθεί καθοριστική.
Ο Λαυρεντιάδης διατηρούσε στενότατους δεσµούς µε τον επιχειρηµατία Πέτρο Κυριακίδη. Οι δύο άνδρες συνδέονταν από ένα ευρύτερο πλέγµα κοινών επενδυτικών επιλογών, προσωπικής εµπιστοσύνης και κοινών ενδιαφερόντων, χτίζοντας σταδιακά έναν κύκλο επιρροής που εκτεινόταν σε πολλούς και διαφορετικούς τοµείς της οικονοµίας.
Ο Κυριακίδης είχε ήδη αναπτύξει επιχειρηµατική παρουσία στον χώρο των βιολογικών προϊόντων µέσω της αλυσίδας καταστηµάτων "Βιολογικά Κυριακίδης" – µια δραστηριότητα που αργότερα αρκετοί συνέδεσαν µε το αυξανόµενο ενδιαφέρον που έδειξε και ο Λαυρεντιάδης για τη συγκεκριµένη αγορά.
Παράλληλα, διατηρούσε και δίκτυο θρησκευτικών βιβλιοπωλείων, ένα στοιχείο που συχνά συνδεόταν µε την έντονη θρησκευτική κατεύθυνση που είχε και ο ίδιος ο Λαυρεντιάδης.
Η "εισβολή" στα media
Προς τα τέλη του 2008 οι επιχειρηµατικοί δεσµοί του Λαυρεντιάδη µε τον Κυριακίδη ενισχύονται και σταδιακά επεκτείνονται στον κλάδο που αγαπούν όσοι θέλουν περισσότερη επιρροή και ισχύ. Την απόκτηση ελέγχου µέσων ενηµέρωσης.
Οι δυο τους –και µέσω της ΝΕΠ Εκδόσεις–, δαπανώντας πολύ µεγάλα ποσά, συγκρότησαν ένα ιδιαίτερα εκτεταµένο χαρτοφυλάκιο συµµετοχών σε µεγάλες εκδοτικές επιχειρήσεις της χώρας, αποκτώντας σηµαντικό αποτύπωµα στον χώρο των media, αν και ο ίδιος ο Λαυρεντιάδης δεν εµφανιζόταν επίσηµα στην εταιρεία.
Μεταξύ άλλων, περιλαµβάνονταν ποσοστό 10,14% στη Χ.Κ. Τεγόπουλος ("Ελευθεροτυπία"), 12,53% στην Πήγασος Εκδοτική ("Έθνος", "Ηµερησία" κ.ά.) και ποσοστό 33,33% στην εταιρεία που εξέδιδε "Το Ποντίκι". Παράλληλα, το σχήµα επεκτάθηκε και σε σειρά εταιρειών και εκδοτικών εγχειρηµάτων που κάλυπταν διαφορετικές πλευρές του media οικοσυστήµατος. Σε αυτά περιλαµβάνονταν η Daily Press Magazines ("Espresso Κύπρου", περιοδικό "Top Scorer"), η Ηµερήσιος Τύπος ("Espresso", "Espresso της Κυριακής"), η Ηµεροσκόπος (Flash), η Myenpi ("Athens News"), η ΑΔΕΛΕ ("Ισοτιµία") και η ΝΕΠ (µε τίτλους όπως "L’Officiel", "Olive", "Parents", "Ντόρα η µικρή εξερευνήτρια").
Στο πλαίσιο της περαιτέρω διεύρυνσης της παρουσίας τους στον χώρο της ενηµέρωσης, προστέθηκαν επίσης δύο ακόµα εκδοτικά εγχειρήµατα: οι εφηµερίδες "Σφήνα" και "Veto" του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου. Ωστόσο οι συγκεκριµένοι τίτλοι αποδείχθηκαν βραχύβιοι.
Οι δεσµοί και η σιωπή που ακολούθησε
Η σχέση ανάµεσα στον Λαυρεντιάδη και τον Κυριακίδη δεν υπήρξε απλώς αποτέλεσµα επιχειρηµατικών συνεργασιών. Αντιθέτως, φαίνεται πως είχε βαθύτερες ρίζες. Ο Μιχάλης Κυριακίδης, γιος του Πέτρου Κυριακίδη, υπήρξε παιδικός φίλος του Λαυρεντιάδη, ενώ ο ίδιος ο Πέτρος Κυριακίδης διατηρούσε σχεδόν αδελφική φιλία µε τον Βασίλη Λαυρεντιάδη, πατέρα του επιχειρηµατία. Δηµοσιεύµατα της εποχής αναφέρονται και σε µια πιο άτυπη διάσταση της σχέσης τους, περιγράφοντας τα χέρια του Πέτρου Κυριακίδη ως εργαλεία φροντίδας, τα οποία χρησιµοποίησε –ως φυσικοθεραπευτής– για να ανακουφίσει τον Λαυρεντιάδη από την ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε.
Μετά τη µετέπειτα αποκάλυψη της υπόθεσης της Proton Bank, η πορεία του Πέτρου Κυριακίδη πήρε δραµατική τροπή. Εις βάρος του εκδόθηκε ένταλµα σύλληψης, ενώ από τον Δεκέµβριο του 2012 παραµένει άφαντος και φυγόδικος. Λίγο πριν εκτελεστεί το ένταλµα σύλληψής του, φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα, ενώ δηµοσιεύµατα της εποχής ανέφεραν ότι προκειµένου να αποφύγει τη σύλληψη µεταµφιέστηκε σε ιερέα και ταξίδεψε µε ιδιωτικό αεροσκάφος στο εξωτερικό. Μετά την εξαφάνισή του το όνοµά του επανήλθε κατά διαστήµατα στη δηµόσια συζήτηση, µεταξύ άλλων και µέσω αναφορών στα Panama Papers.
Αξίζει να σηµειωθεί ότι κατά τη διάρκεια των ερευνών κατασχέθηκαν αποκαλυπτικές επιστολές που είχε συντάξει ο ίδιος ο Κυριακίδης και µε τις οποίες παραδεχόταν εγγράφως ότι δεν ήταν εκείνος ο πραγµατικός ιδιοκτήτης των εταιρειών ΜΜΕ που διαχειριζόταν, αλλά ο Λαυρεντιάδης.
Η µεγάλη συµφωνία µε το Carlyle
Στα µέσα της δεκαετίας του 2000 η επιχειρηµατική δοµή που είχε χτίσει ο Λαυρέντης Λαυρεντιάδης είχε πλέον εισέλθει σε φάση πλήρους ωρίµανσης. Η Νεοχηµική, το βασικό όχηµα της ανόδου του, κατέγραφε σταθερά εντυπωσιακούς ρυθµούς ανάπτυξης, µε διψήφιες επιδόσεις που ενίσχυαν τη θέση της τόσο στην ελληνική αγορά όσο και στο εξωτερικό. Η πορεία αυτή δεν άργησε να προσελκύσει το ενδιαφέρον της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας.
Από το 2005 και έπειτα µέρος του µετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας άρχισε σταδιακά να περνά σε ξένους θεσµικούς επενδυτές. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαίωνε ότι η Νεοχηµική είχε ξεπεράσει πλέον τα όρια µιας επιτυχηµένης ελληνικής βιοµηχανίας και είχε αρχίσει να εντάσσεται στο ραντάρ µεγάλων διεθνών επενδυτικών οργανισµών.
Η κορύφωση αυτής της διαδροµής ήρθε τον Μάιο του 2008. Σε µία από τις µεγαλύτερες επιχειρηµατικές συναλλαγές της περιόδου στην Ελλάδα, ο Λαυρεντιάδης προχώρησε στην πώληση της πλειοψηφίας των µετοχών της Νεοχηµικής στο αµερικανικό fund Carlyle Group, έναντι αστρονοµικού τιµήµατος που έφτασε τα 700-750 εκατοµµύρια ευρώ.
Με τιµή 19 ευρώ ανά µετοχή, η Carlyle απέκτησε αρχικά το 73,54% της εταιρείας µέσα από διαδοχικά πακέτα στο Χρηµατιστήριο Αθηνών. Από το ποσοστό αυτό, περίπου το 20% προήλθε από τον ίδιο τον Λαυρέντη Λαυρεντιάδη, ενώ το υπόλοιπο συγκεντρώθηκε από διεθνείς θεσµικούς επενδυτές. Η συνολική αποτίµηση της Νεοχηµικής διαµορφώθηκε στα 749 εκατ. ευρώ, αποτυπώνοντας την εικόνα µιας εταιρείας σε τροχιά δυναµικής ανόδου.
Η επενδυτική κίνηση δεν σταµάτησε εκεί. Η Carlyle προχώρησε άµεσα σε υποχρεωτική δηµόσια πρόταση, επιδιώκοντας την πλήρη απόκτηση του υπολοίπου µετοχικού κεφαλαίου στην ίδια τιµή. Η χρηµατοδοτική δοµή της συµφωνίας συνδύαζε περίπου 200 εκατ. ευρώ ίδια κεφάλαια µε κοινοπρακτικό δανεισµό 550 εκατ. ευρώ από ελληνικές και διεθνείς τράπεζες.
Η ανατροπή
Η πραγµατικότητα για την Carlyle, ωστόσο, αποδείχθηκε πολύ διαφορετική από τις αρχικές προσδοκίες της. Μέσα σε µόλις έναν χρόνο τα οικονοµικά δεδοµένα της εταιρείας άρχισαν να καταρρέουν. Το 2008 καταγράφηκαν ζηµίες 56,6 εκατ. ευρώ, τη στιγµή που οι αναλυτές προέβλεπαν καθαρά κέρδη περίπου 60 εκατ. ευρώ.
Την ίδια περίοδο οι συνολικές υποχρεώσεις εκτινάχθηκαν στα 940 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 747,1 εκατ. ευρώ αφορούσαν µακροπρόθεσµο δανεισµό. Η εικόνα αυτή άλλαξε βίαια το επενδυτικό αφήγηµα και άνοιξε έναν κύκλο αµφισβήτησης για τα οικονοµικά στοιχεία πάνω στα οποία είχε στηριχθεί η αποτίµηση της συναλλαγής.
Στο παρασκήνιο ξεκίνησαν διαπραγµατεύσεις για την επιστροφή της εταιρείας στον Λαυρεντιάδη. Η Carlyle άφηνε να εννοηθεί ότι είχε εξαπατηθεί και ότι τα στοιχεία που της είχαν παρουσιαστεί δεν αποτύπωναν την πραγµατική οικονοµική κατάσταση της εταιρείας. Η υπόθεση άρχισε να παίρνει διαστάσεις σύγκρουσης εµπιστοσύνης µεταξύ επενδυτή και πωλητή.
Επαναγορά και ρήξη
Σύµφωνα µε δηµοσίευµα των "Financial Times", τον Ιούνιο του 2009 ο Λαυρέντης Λαυρεντιάδης φέρεται να πρότεινε την επαναγορά έως και του 50% της Νεοχηµικής από την Carlyle, µετά την απότοµη απόκλιση των οικονοµικών αποτελεσµάτων από τις προβλέψεις. Ωστόσο, όπως σηµείωνε το δηµοσίευµα, οι δύο πλευρές απείχαν πολύ από τους όρους οποιασδήποτε επαναγοράς µετοχών.
Ο Robert Easton, τότε συν-επικεφαλής των εξαγορών της Carlyle στο Ηνωµένο Βασίλειο και επικεφαλής της συγκεκριµένης συµφωνίας, µετακινήθηκε αργότερα στο µικρότερο τεχνολογικό fund του οµίλου, καθώς η υπόθεση άρχισε να αποκτά βαρύ επενδυτικό αποτύπωµα.
Η Νεοχηµική εισήλθε σε διαπραγµατεύσεις για την αναδιάρθρωση του δανείου, µε τις τράπεζες να εµφανίζονται, ωστόσο, επιφυλακτικές εν µέσω της παγκόσµιας χρηµατοπιστωτικής κρίσης.
Τελικά, στις αρχές του 2010, ο Λαυρέντης Λαυρεντιάδης, µέσω της Lamda Partners –επενδυτικού κεφαλαίου συµφερόντων του ίδιου του επιχειρηµατία–, επανέκτησε το 100% της Νεοχηµικής έναντι µόλις 84 εκατ. ευρώ, ένα ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 10% των χρηµάτων που είχε πουληθεί η εταιρεία στους Αµερικανούς της Carlyle.
Ωστόσο πρέπει να σηµειωθεί ότι οι Αµερικανοί στο διάστηµα της παρουσίας τους στην εταιρεία προχώρησαν σε σηµαντική αύξηση του δανεισµού της Νεοχηµικής, ο οποίος –σύµφωνα µε τον ισολογισµό της εταιρείας για το 2009– έφτασε στο ιλιγγιώδες ποσό των 755,8 εκατοµµυρίων ευρώ. Αναλυτές σηµειώνουν ότι ουσιαστικά η Carlyle "σήκωσε" από τα ταµεία της Νεοχηµικής, µε δανεισµό της τελευταίας, τα χρήµατα που δαπάνησε για την εξαγορά, αφήνοντας πίσω µια υπερδανεισµένη επιχείρηση.
Η επιστροφή των 200 εκατ. ευρώ
Οι δικαστικές περιπέτειες για τον Λαυρεντιάδη ξεκίνησαν. Τον Ιούλιο του 2012 οµάδα τραπεζών κατέθεσε µήνυση εναντίον του επιχειρηµατία, η εικόνα του οποίου άρχισε να καταρρέει. Αιχµή των κατηγοριών από τις τράπεζες ήταν η χρηµατοδότηση της αρχικής εξαγοράς της Νεοχηµικής. Οι κατηγορίες περιελάµβαναν, µεταξύ άλλων, απάτη, χειραγώγηση µετοχής, κατάχρηση προνοµιακής πληροφόρησης και ξέπλυµα χρήµατος.
Οι τράπεζες υποστήριζαν ότι η αξία της εταιρείας είχε τεχνητά ενισχυθεί µέσω αλλοιωµένων οικονοµικών στοιχείων, προκειµένου να εξασφαλιστεί δανεισµός περίπου 500 εκατ. ευρώ.
Τον Οκτώβριο του 2014 ασκήθηκε νέα ποινική δίωξη σε βάρος του επιχειρηµατία Λαυρέντη Λαυρεντιάδη και πέντε συνεργατών του για απάτη σε βάρος του Δηµοσίου και "ξέπλυµα".
Η οικονοµική αντιδικία µεταξύ του επιχειρηµατία και της Carlyle φέρεται να έκλεισε µε εξωδικαστικό συµβιβασµό, αφού η αµερικανική εταιρεία προσέφυγε σε διαιτητική διαδικασία στη Βρετανία, µε τον Λαυρεντιάδη να επιστρέφει σε µετρητά το ποσό των 200 εκατοµµυρίων ευρώ.
Η πώληση και η ειδική εκκαθάριση
Τον Απρίλιο του 2012 η Νεοχηµική καταθέτει αίτηση υπαγωγής στη διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης και λήψης προληπτικών µέτρων, σε µια προσπάθεια να "παγώσει" τις πιέσεις των πιστωτών και να οργανωθεί µια συνολική διαδικασία ρευστοποίησης.
Η κίνηση αυτή, ωστόσο, δεν προχωρά χωρίς έντονες αντιδράσεις από το τραπεζικό σύστηµα. Κεντρικό ρόλο αναλαµβάνει η Εµπορική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία παρεµβαίνει στη διαδικασία ως εκπρόσωπος της µεγαλύτερης οµάδας πιστωτών. Η τράπεζα ζητά την απόρριψη της αίτησης της εταιρείας, υποβάλλοντας η ίδια νέο αίτηµα, µε τον εκκαθαριστή της επιλογής των πιστωτών και όχι αυτόν που προτείνει η πλευρά της εταιρείας.
Την περίοδο εκείνη η οικονοµική εικόνα της Νεοχηµικής είχε ήδη επιβαρυνθεί δραµατικά. Οι συνολικές υποχρεώσεις προς τους πιστωτές προσέγγιζαν τα 677 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων ποσό άνω των 101 εκατ. ευρώ είχε ήδη καταστεί ληξιπρόθεσµο.
Λίγους µήνες αργότερα, το Πολυµελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατέληξε στην έκδοση απόφασης που έθετε τη Νεοχηµική σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης. Το δικαστήριο έκανε δεκτή τη βασική κατεύθυνση που είχε υποστηρίξει η πλευρά των πιστωτών, ορίζοντας ως εκκαθαρίστρια την PWC Business Solutions.
Παράλληλα, η απόφαση προέβλεπε την άµεση αναστολή οποιωνδήποτε ατοµικών µέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της εταιρείας. Στο πλαίσιο αυτό, δόθηκε εντολή για απογραφή του ενεργητικού της εταιρείας και στη συνέχεια για τη διάθεσή του µέσω πλειοδοτικών διαγωνισµών.
Η PWC Business Solutions προχώρησε σε προκήρυξη δηµόσιου πλειοδοτικού διαγωνισµού για το σύνολο του ενεργητικού της Νεοχηµικής. Ο πρώτος διαγωνισµός ήταν άκαρπος, αφού δεν υποβλήθηκε καµία δεσµευτική προσφορά έως την καταληκτική ηµεροµηνία, έτσι η PWC, έχοντας λάβει σχετική παράταση από το δικαστήριο, προχώρησε στην προκήρυξη νέου διαγωνισµού τον Νοέµβριο του 2014.
Σε αυτόν τον δεύτερο γύρο πλειοδότης αναδείχθηκε η εταιρεία περιορισµένης ευθύνης Tripko Consulting LTD, η οποία και απέκτησε το σύνολο του ενεργητικού τής υπό ειδική εκκαθάριση Νεοχηµικής.
Η Tripko Consulting είναι κυπριακή εταιρεία, µε το ελληνικό υποκατάστηµα να έχει συσταθεί το 2014, ενώ ως νόµιµος εκπρόσωπος εµφανίζεται ο Κυριάκος Χαρόπουλος, πρόσωπο που έχει συνδεθεί µε εταιρικά σχήµατα συµφερόντων του Λαυρέντη Λαυρεντιάδη. Η προσφορά που κατέθεσε για το σύνολο του ενεργητικού ανήλθε στα 4.140.000 ευρώ, ποσό που αποτύπωνε την έντονη αποµείωση της αξίας της επιχείρησης.
Παρότι η πώληση είχε δροµολογηθεί, η ολοκλήρωση της µεταβίβασης δεν ήταν άµεση. Η διαδικασία καθυστέρησε σηµαντικά, λόγω δεσµεύσεων περιουσιακών στοιχείων, φορολογικών µέτρων διασφάλισης του Δηµοσίου και ποινικών ερευνών για ξέπλυµα.
Η αθώωση του πρώην partner της Carlyle
Η υπόθεση της Νεοχηµικής, πάντως, δεν έκλεισε µε την ειδική εκκαθάριση. Τον Δεκέµβριο του 2022 πρώην partner της Carlyle αθωώθηκε από το Εφετείο Αθηνών σε υπόθεση που αφορούσε φερόµενες φορολογικές παραβάσεις, οι οποίες συνδέονταν µε την εξαγορά της Νεοχηµικής το 2008. Η υπόθεση προέκυψε όταν οι φορολογικές αρχές ξεκίνησαν εκτεταµένο έλεγχο βιβλίων και στοιχείων για την περίοδο γύρω από την εξαγορά της Carlyle το 2008. Αυτό οδήγησε σε µια ποινική υπόθεση υψηλού προφίλ, όπου ο πρώην εταίρος του οµίλου Carlyle κατηγορήθηκε για φορολογική απάτη.
Κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας κρίσιµο ρόλο έπαιξε το γεγονός ότι είχαν προηγηθεί αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων, οι οποίες είχαν ήδη διαπιστώσει ότι οι φορολογικές αρχές δεν είχαν τηρήσει τη νόµιµη διαδικασία κατά τη διενέργεια και τεκµηρίωση του ελέγχου στα οικονοµικά στοιχεία της εταιρείας.
Την υπεράσπιση του πρώην partner ανέλαβαν οι δικηγόροι Ηλίας Αναγνωστόπουλος και Jerina Zapanti.
Σύµφωνα µε πηγή µε γνώση της υπόθεσης, η φορολογική αρχή είχε ζητήσει από την Carlyle την προσκόµιση βιβλίων και οικονοµικών στοιχείων, προκειµένου να ολοκληρωθεί ο έλεγχος. Ωστόσο τα δεδοµένα αυτά δεν ήταν άµεσα διαθέσιµα, καθώς η εταιρεία είχε εισέλθει σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης. Σε αυτό το πλαίσιο, δηµιουργήθηκε πρακτική αδυναµία πλήρους ανταπόκρισης στα αιτήµατα του ελέγχου.
Ως αποτέλεσµα, οι φορολογικές αρχές προχώρησαν σε εξωλογιστικό προσδιορισµό φορολογικών υποχρεώσεων, στη βάση τεκµαρτής µεθοδολογίας, λόγω της µη προσκόµισης των απαιτούµενων στοιχείων.
Το ζήτηµα εξετάστηκε τόσο σε διοικητικό όσο και σε ποινικό επίπεδο, σε παράλληλες διαδικασίες. Σύµφωνα µε την ίδια πηγή, τα εµπλεκόµενα στελέχη που συνδέθηκαν µε την υπόθεση απαλλάχθηκαν τελικά από ποινικές και φορολογικές ευθύνες, καθώς τα δικαστήρια έκριναν ότι είχαν ενεργήσει στο πλαίσιο των αρµοδιοτήτων τους και δεν µπορούσαν να ελέγξουν ή να παραδώσουν στοιχεία τα οποία δεν βρίσκονταν στην κατοχή τους.
Η ίδρυση της Alapis
Εν τω µεταξύ, από τον Μάιο του 2007, ενώ το επιχειρηµατικό του αποτύπωµα είχε ήδη απλωθεί σε πολλαπλά µέτωπα, ο Λαυρέντης Λαυρεντιάδης προχώρησε σε ακόµα µία φιλόδοξη κίνηση: τη δηµιουργία της φαρµακευτικής εταιρείας Alapis, που προέκυψε από τη συνένωση των Elpharma, Lamda Detergent, Veterin και EBIK.
Έναν χρόνο αργότερα η Alapis προχώρησε σε ακόµα µία καθοριστική κίνηση: απορρόφησε τη Γερολυµάτος Cosmetics, µια οικογενειακή επιχείρηση που είχε ξεκινήσει ως φαρµακείο στο κέντρο της Αθήνας και είχε εξελιχθεί σε σηµαντικό παίκτη στον χώρο των φαρµάκων και των καλλυντικών. Το συνολικό κόστος εξαγοράς του 100% του µετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας ανήλθε στα 200 εκατ. ευρώ.
Σταδιακά, η εταιρεία διεύρυνε ακόµα περισσότερο την εµβέλειά της και αναδείχθηκε στη µεγαλύτερη φαρµακοβιοµηχανία της χώρας, ενώ η εισαγωγή της στο Χρηµατιστήριο Αθηνών, τον Μάιο του 2007, ενίσχυσε περαιτέρω τη δυναµική της.
Η είσοδος στον τραπεζικό κλάδο
Εκείνη την περίοδο ο Λαυρεντιάδης έδειχνε αποφασισµένος να µη µείνει εγκλωβισµένος στα όρια της βιοµηχανίας, µε το βλέµµα του να στρέφεται σε έναν διαφορετικό, πιο ευαίσθητο και στρατηγικά κρίσιµο χώρο: το τραπεζικό σύστηµα.
Το 2010 έκανε το βήµα που θα σηµατοδοτούσε µια νέα, πιο σύνθετη φάση της πορείας του. Απέκτησε τον έλεγχο της Proton Bank, εισερχόµενος στον πυρήνα του ελληνικού χρηµατοπιστωτικού συστήµατος.
Η Proton δεν ήταν µια τυπική τράπεζα. Από την ίδρυσή της το 2001 από τον χρηµατιστή Τζόνι Μαρκόπουλο, η διαδροµή της είχε ήδη πυκνώσει σε γεγονότα και συζητήσεις. Μετά τον θάνατό του το 2004, πέρασε από διαδοχικές αλλαγές στη µετοχική της σύνθεση, µέχρι την εισαγωγή της στο Χρηµατιστήριο Αθηνών το 2005.
Η προοπτική της εξαγοράς της αντιµετωπίστηκε εξαρχής µε επιφυλακτικότητα από την Τράπεζα της Ελλάδος. Οι εποπτικές αρχές έθεσαν αυστηρούς όρους για την έγκριση της συναλλαγής, απαιτώντας µεταξύ άλλων αύξηση µετοχικού κεφαλαίου ύψους 150 εκατοµµυρίων ευρώ, ώστε να ενισχυθεί η κεφαλαιακή βάση. Τελικά, ο Λαυρεντιάδης προχώρησε σε αύξηση 120 εκατοµµυρίων.
Τα πρώτα σύννεφα
Στη διοίκηση της Proton Bank τοποθετήθηκε ως εκτελεστικός πρόεδρος ο Ντάνιελ Σπέκχαρντ, πρώην πρέσβης των Ηνωµένων Πολιτειών στην Ελλάδα και στενός συνεργάτης του Λαυρεντιάδη. Η σχέση τους είχε και προσωπική διάσταση, καθώς η σύζυγος του Λαυρεντιάδη είχε βαφτίσει το εγγόνι του Αµερικανού διπλωµάτη.
Παράλληλα, ο Λαυρεντιάδης διατηρούσε επαφές µε αµερικανικούς πολιτικούς, διπλωµατικούς και επιχειρηµατικούς κύκλους, ενισχύοντας το διεθνές του δίκτυο.
Την ώρα, όµως, που το διεθνές προφίλ του ενισχυόταν, στο εσωτερικό άρχιζαν να συγκεντρώνονται τα πρώτα σκοτεινά σηµάδια. Οι ελεγκτικοί µηχανισµοί κατέγραφαν ολοένα και περισσότερες ύποπτες συναλλαγές στην τράπεζα, ζητώντας περαιτέρω διερεύνηση.
Μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουνίου 2011 οι Αρχές εξέτασαν σειρά καταγγελιών που αφορούσαν τη λειτουργία της Proton Bank. Στο επίκεντρο βρέθηκε υπόθεση υπεξαίρεσης ύψους 51 εκατοµµυρίων ευρώ, η οποία συνδεόταν µε κυκλικές διαδροµές χρηµατοδοτήσεων µέσω εταιρειών, µε τελικό σταθµό λογαριασµούς τρίτης τράπεζας, από τους οποίους τα ποσά αναλαµβάνονταν σε µετρητά. Το συγκεκριµένο ποσό επιστράφηκε τελικά από τον Λαυρεντιάδη προκειµένου να εξαλειφθεί το αξιόποινο της υπεξαίρεσης, χωρίς όµως να διαλυθούν οι σκιές που είχαν ήδη σχηµατιστεί γύρω από τη λειτουργία της τράπεζας και τη διαχείριση των κεφαλαίων της.
Σταδιακά, η εικόνα επιβαρύνθηκε ακόµα περισσότερο. Σύµφωνα µε τα πορίσµατα, περίπου 700 εκατοµµύρια ευρώ φέρονται να είχαν διοχετευθεί σε χρηµατοδοτήσεις επιχειρήσεων οι οποίες συνδέονταν µε επιχειρηµατικά συµφέροντα του ίδιου του Λαυρεντιάδη, χωρίς τις απαιτούµενες διασφαλίσεις, χωρίς εγγυήσεις και µε εξαιρετικά υψηλό πιστωτικό κίνδυνο, µε συνέπεια να απειληθεί και υποστεί ζηµιά η τράπεζα. Κοµβικό στοιχείο της υπόθεσης αποτέλεσαν οι αποσχίσεις και µεταβιβάσεις δραστηριοτήτων, κυρίως από τον όµιλο Alapis, µέσω ενός πλέγµατος νεοσυσταθεισών εταιρειών-οχηµάτων που χρηµατοδοτούνταν από την Proton για την απόκτηση επιµέρους κλάδων.
Η αναδιάρθρωση και οι ποινικές διώξεις
Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε ποινικές διώξεις για κακουργηµατικές πράξεις εις βάρος του ίδιου και µελών της διοίκησης. Τον Οκτώβριο του 2011 η Τράπεζα της Ελλάδος και η κυβέρνηση παρενέβησαν, ενεργοποιώντας µηχανισµό εξυγίανσης για την προστασία των καταθέσεων.
Η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε και η τράπεζα διαχωρίστηκε σε δύο οντότητες: τη "νέα Proton", όπου µεταφέρθηκαν καταθέσεις, δίκτυο και βασικές λειτουργίες, και την "παλαιά Proton", η οποία κράτησε τα προβληµατικά στοιχεία του ισολογισµού και τέθηκε σε εκκαθάριση.
Η "νέα Proton" πέρασε αργότερα σε τροχιά εξαγοράς, µε τη Eurobank να καταθέτει το 2013 δεσµευτική προσφορά προς το Ταµείο Χρηµατοπιστωτικής Σταθερότητας.
Τα "θαλασσοδάνεια"
Σε επόµενο στάδιο, η υπόθεση της Proton άρχισε να ξεφεύγει από τα στενά όρια του τραπεζικού ελέγχου και να συνδέεται µε ένα ευρύτερο δίκτυο επιχειρηµατικών δραστηριοτήτων γύρω από τον Λαυρεντιάδη.
Η διοίκηση της "Νέας Proton Bank" προχώρησε σε περιοριστικά µέτρα για την περιουσιακή κατάσταση του εκδοτικού οµίλου Λαυρεντιάδη - Κυριακίδη, επιχειρώντας να αποτρέψει κινήσεις που θα αλλοίωναν την εικόνα των εκκρεµών απαιτήσεων.
Στο επίκεντρο βρέθηκε τότε η µεταφορά εµπορικών σηµάτων εφηµερίδων, όπως της "Espresso", µέσω κυπριακής εταιρείας-βιτρίνας, έναντι συµβολικού τιµήµατος 1.000 ευρώ. Η κίνηση σχεδιάστηκε ώστε να προστατευθούν περιουσιακά στοιχεία ύψους περίπου 60 εκατοµµυρίων ευρώ, τα οποία συνδέονταν µε δάνεια προς τη "ΝΕΠ Εκδόσεις Α.Ε." από την Proton Bank. Μέσα από νοµοθετική ρύθµιση που τέθηκε σε ισχύ την ίδια ηµέρα, τα σήµατα κατέληξαν στη Δηµοκρατικός Τύπος Α.Ε. του Ιωάννη Ν. Φιλιππάκη, πριν προλάβει να εφαρµοστεί δικαστική προσωρινή διαταγή.
Το σκάνδαλο του Ταχυδροµικού Ταµιευτηρίου
Το όνοµα του Λαυρέντη Λαυρεντιάδη βρέθηκε να εµπλέκεται και στην υπόθεση των δανειοδοτήσεων του Ταχυδροµικού Ταµιευτηρίου – µιας υπόθεσης που, στις αρχές της δεκαετίας του 2010, µετατράπηκε σε πεδίο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η υπόθεση άρχισε να ξεδιπλώνεται γύρω στο 2013, µέσα από ευρύτερες έρευνες για χρηµατοδοτήσεις που είχαν εγκριθεί την περίοδο 2008-2012 προς µεγάλους επιχειρηµατικούς οµίλους. Σταδιακά, οι έλεγχοι άρχισαν να εστιάζουν σε ένα περίπλοκο πλέγµα δανείων, όπου το κρίσιµο ζητούµενο δεν ήταν µόνο το "πόσα", αλλά κυρίως το "πώς": οι διαδικασίες έγκρισης, η ποιότητα των εξασφαλίσεων και η τήρηση των κανόνων πιστοδότησης.
Μέσα σε αυτό το δίκτυο ελέγχων, στο προσκήνιο βρέθηκε και οµολογιακό δάνειο περίπου 100 εκατοµµυρίων ευρώ που είχε χορηγηθεί από το Ταχυδροµικό Ταµιευτήριο προς την Alapis.
Παρά τη µακρά δικαστική διαδροµή και το βάρος των κατηγοριών που διατυπώθηκαν, η υπόθεση έκλεισε τελικά τον Σεπτέµβριο του 2020, όταν το Τριµελές Εφετείο Κακουργηµάτων Αθηνών κατέληξε στην οµόφωνη αθώωση όλων των κατηγορουµένων.
Η κατάρρευση του επιχειρηµατικού οικοδοµήµατος
Το 2009 η Alapis βρισκόταν στο απόγειό της: ενοποιηµένος κύκλος εργασιών περίπου 1,2 δισ. ευρώ, καθαρά κέρδη που άγγιζαν τα 52,9 εκατοµµύρια και ενοποιηµένα EBITDA στα 308,1 εκατ. ευρώ. Όµως µέσα σε λίγα χρόνια η εικόνα αυτή άρχισε να καταρρέει. Στο εξάµηνο του 2012 κατέγραψε ζηµίες 77 εκατ. ευρώ και κύκλο εργασιών 34 εκατ. ευρώ, ενώ οι συνολικές τραπεζικές οφειλές εκτιµήθηκαν σε πάνω από 1,2 δισεκατοµµύρια ευρώ. Έκτοτε η εταιρεία σταµάτησε να δηµοσιεύει ισολογισµούς, σταµατώντας ουσιαστικά τη δραστηριότητά της, γεγονός που εξηγεί και την κατάρρευση του τζίρου. Μέσα στο περιβάλλον της οικονοµικής κρίσης και µετά τις αποκαλύψεις για τις επισφαλείς χρηµατοδοτήσεις, η µετοχή κατέρρευσε και η Alapis οδηγήθηκε τελικά σε πτώχευση τον Νοέµβριο του 2013.
Λίγο πριν, είχε ήδη προηγηθεί η κατάρρευση της Νεοχηµικής, η οποία τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση το 2012, αφήνοντας πίσω της χρέη που ξεπερνούσαν τα 600 εκατοµµύρια ευρώ.
Ήταν µια περίοδος όπου το προφίλ ενός επιχειρηµατία που είχε συνδεθεί µε τη ραγδαία ανάπτυξη, τις εξαγορές και την επιθετική επέκταση άρχισε να µεταβάλλεται ριζικά – περνώντας από την αφήγηση της ανόδου σε µια πολύ πιο σύνθετη και ταραχώδη πραγµατικότητα.
Η σύλληψη και το βαρύ κατηγορητήριο
Στα τέλη του 2012 το επιχειρηµατικό οικοδόµηµα που είχε διαµορφωθεί µέσα σε σχεδόν δύο δεκαετίες βρισκόταν ήδη σε κατάσταση έντονης πίεσης. Οι έρευνες για την υπόθεση της Proton Bank είχαν ενταθεί, οι δικαστικές αρχές συγκέντρωναν υλικό και καταθέσεις, και το όνοµα του Λαυρέντη Λαυρεντιάδη βρισκόταν στο επίκεντρο µιας υπόθεσης που προκαλούσε αναταράξεις τόσο στο τραπεζικό σύστηµα όσο και στη δηµόσια σφαίρα.
Δώδεκα χρόνια µετά, το 2024, όταν έκλεισε ο κύκλος των δικαστικών περιπετειών του Λαυρέντη Λαυρεντιάδη, είχαν αναφερθεί σε σειρά δηµοσιευµάτων στον Τύπο οι πανοµοιότυπες φράσεις: "Ηµέρα δικαίωσης για τον Λαυρέντη Λαυρεντιάδη η σηµερινή. Μετά τις οµόφωνα αθωωτικές αποφάσεις των τελευταίων δώδεκα ετών για όλες τις άλλες υποθέσεις, έρχεται σήµερα ακόµα µία οµόφωνα αθωωτική απόφαση του Εφετείου Αθηνών για την Proton Bank. Με αυτήν κλείνει ο κύκλος διώξεων για όλες τις κατηγορίες".
Πράγµατι, πρόκειται για έναν κύκλο διώξεων που επί µία 12ετία έφερε στο επίκεντρο τον επιχειρηµατία, µε βασικό ζητούµενο βέβαια την υπόθεση των επισφαλών δανείων της Proton Bank, την εποχή που ήταν στην επιρροή του, για την οποία οδηγήθηκε στις φυλακές για πρώτη φορά το 2012. Παρέµεινε δε επί 18 µήνες προσωρινά κρατούµενος, ώσπου αποφυλακίστηκε λόγω συµπλήρωσης του ανωτάτου ορίου που προβλέπει ο νόµος, αφού η Δικαιοσύνη δεν κατάφερε εντός εκείνου του χρονικού διαστήµατος να ολοκληρώσει την έρευνα και να ξεκινήσει τη δίκη.
Η δεύτερη προσωρινή κράτηση
Την ίδια χρονική περίοδο ο Λαυρεντιάδης βρέθηκε στο επίκεντρο όταν δέχτηκε δολοφονική επίθεση ο ξενοδόχος Αθηναγόρας Ανδρεαδάκης µέσω µιας γλάστρας µε εκρηκτικά που παραδόθηκε στο σπίτι του στη Βουλιαγµένη. Η επίθεση αποδόθηκε σε προσωπικά κίνητρα και ο Λαυρεντιάδης διώχθηκε και προφυλακίστηκε ως ηθικός αυτουργός της επίθεσης. Εν τέλει, και ενώ έληξε το 18µηνο προσωρινής κράτησης για την υπόθεση Proton, τον Ιούνιο του 2014, το Δικαστικό Συµβούλιο έκανε δεκτή την αίτησή του (µία από τις πολλές) και τον αποφυλάκισε για λόγους υγείας µε πολύ αυστηρούς περιοριστικούς όρους.
Ο άλλοτε ισχυρός άνδρας οδηγήθηκε στην 6η πτέρυγα των φυλακών Κορυδαλλού τη Δευτέρα 17 Δεκεµβρίου 2012.
Η πρώτη αθώωση
Μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα, τελικά το 2016 ήρθε η πρώτη αθώωση για τον Λαυρεντιάδη για την υπόθεση της επίθεσης σε βάρος του Ανδρεαδάκη. Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας τον αθώωσε οµόφωνα, όπως και τους συγκατηγορουµένους του, µε την πρόταση της εισαγγελέως της έδρας να είναι αντίστοιχη. Σύµφωνα µε το κατηγορητήριο που είχε συνταχθεί για την υπόθεση, η απόπειρα δολοφονίας εναντίον του ξενοδόχου έλαβε χώρα στις 15 Ιουνίου 2012 µέσω της αποστολής µιας "εκρηκτικής" γλάστρας στο σπίτι του στη Βουλιαγµένη.
Πάντως, ο ξενοδόχος σε δήλωσή του στην ανακρίτρια το 2014 που χειριζόταν την υπόθεση είχε υποστηρίξει ότι ο Λαυρέντης Λαυρεντιάδης δεν είχε σχέση µε την απόπειρα ανθρωποκτονίας σε βάρος του. Στο Δικαστήριο ωστόσο δεν κατέθεσε, λόγω προβληµάτων υγείας που επικαλέστηκε. "Η σκευωρία έπεσε. Η προσπάθεια αµαύρωσης αθώων και τίµιων ανθρώπων αποτελεί παρελθόν, απέτυχε παταγωδώς", ισχυρίστηκαν τότε οι δικηγόροι του επιχειρηµατία.
Η δεύτερη αθώωση
Και ενώ εκκρεµούσε η υπόθεση Proton Bank, ο Λαυρεντιάδης βρέθηκε επίσης στο επίκεντρο για χειραγώγηση µετοχών της εµβληµατικής εταιρείας Alapis. Το 2017 η υπόθεση οδηγήθηκε στο ακροατήριο και το Τριµελές Πληµµελειοδικείο Αθηνών αθώωσε όλους τους κατηγορούµενους. Η συζήτηση στον Τύπο τότε έκανε λόγο για µια νοµοθετική ρύθµιση που αποκλήθηκε από κάποιους "φωτογραφική". Η νοµοθεσία αυτή ψηφίστηκε στα τέλη του 2016 από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στον νόµο 4443/2016 και, κατά κάποιους, ουσιαστικά "ξεχείλωσε" σχετική κοινοτική οδηγία. Σύµφωνα µε τους επικριτές της διάταξης, η συνολική αξία των παράνοµων συναλλαγών πρέπει να υπερβαίνει τα 2 εκατ. ευρώ και η µέση ηµερήσια αξία των παράνοµων συναλλαγών τα 250.000 ευρώ, κάτι που ουσιαστικά έβγαλε εκτός ποινικών ευθυνών σωρεία περιπτώσεων χειραγώγησης. Οι συνήγοροι υπεράσπισης επικαλέστηκαν τη διάταξη και, παρά το γεγονός ότι ο εισαγγελέας είχε αντίθετη άποψη, το δικαστήριο, µε ψήφους δύο έναντι ενός, αποφάσισε την αθώωση όλων των κατηγορουµένων. Δηµοσιεύµατα της εποχής επισήµαιναν ότι είχαν προηγηθεί αναβολές της δίκης πριν να τεθεί σε ισχύ ο νέος νόµος.
Η πρώτη καταδίκη και η οριστική αθώωση
Ο ελέφαντας στο δωµάτιο, όµως, για τον κ. Λαυρεντιάδη ήταν η υπόθεση των επισφαλών δανείων της Proton Bank, ύψους 792 εκατοµµυρίων ευρώ. Η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν κάθειρξη έξι ετών µε αναστολή µέχρι το Εφετείο, ενώ, µε την ίδια απόφασή του, το Τριµελές Εφετείο Κακουργηµάτων επέβαλε στα άλλα οκτώ εµπλεκόµενα πρόσωπα ποινές φυλάκισης από πέντε ή έξι έτη. Οι δικαστές έδωσαν σε όλους τους καταδικασθέντες αναστολή, ενώ τους αναγνώρισαν το ελαφρυντικό του σύννοµου βίου. Η καταδικαστική απόφαση για "απιστία", όµως, ήταν ουσιαστικά νίκη για την πλευρά Λαυρεντιάδη, καθώς αθωώθηκε για συγκρότηση και ένταξη σε εγκληµατική οργάνωση, ξέπλυµα µαύρου χρήµατος, απάτη.
Η απόφαση δε αυτή (έπειτα από διαδικασία 4 ετών) άνοιξε τον δρόµο ώστε το 2024 σε δεύτερο βαθµό ο επιχειρηµατίας να απαλλαγεί οριστικά και να κλείσει πίσω του κάθε δικαστική εκκρεµότητα. Άλλωστε, όπως τονίζουν έµπειροι νοµικοί, η απιστία σε βάρος µιας επιχείρησης από τη διοίκησή της είναι µία από τις δυσκολότερες κατηγορίες για να στοιχειοθετηθεί και πόσω µάλλον να αποδειχθεί.
Το σήµερα και η "Μεγάλη Επιστροφή"
Ύστερα από χρόνια σιωπής, δικαστικών περιπετειών και µιας πτώσης που κάποτε έµοιαζε οριστική, ο Λαυρέντης Λαυρεντιάδης δείχνει σήµερα διατεθειµένος να επιστρέψει εκεί όπου η πορεία του µόνο επιτυχηµένη δεν µπορεί να χαρακτηριστεί: στον ελληνικό επιχειρηµατικό στίβο.
Το όνοµά του µπορεί να µην εµφανίζεται επισήµως στα εταιρικά έγγραφα επιχειρήσεων –µια επιλογή που αποδίδεται σε στρατηγικούς λόγους αλλά και στις βαριές σκιές που κουβαλά το παρελθόν–, ωστόσο, πίσω από τις γραµµές, οι κινήσεις µοιάζουν να φέρουν έντονα τη σφραγίδα του. Δηµοσιεύµατα τον συνδέουν µε τον χώρο των media, και ειδικότερα µε τις εφηµερίδες "Espresso", "Ορθόδοξη Αλήθεια" και "Έλληνας Αγρότης", ενώ πληροφορίες αναφέρουν ότι στα επόµενα σχέδιά του βρίσκεται η δηµιουργία νέου ενηµερωτικού site αλλά και νέας εφηµερίδας.
Η αθόρυβη είσοδος στα media και στα λιπάσµατα
Στο επίκεντρο αυτής της δραστηριότητας βρίσκεται η Digital Media Epta, η εταιρεία που εµφανίζεται ως εκδότρια της "Espresso" και του "Έλληνα Αγρότη". Η εταιρεία εδρεύει στο Παλαιό Φάληρο, έχοντας µεταφερθεί εκεί µετά την αποχώρησή της από τις εγκαταστάσεις της εφηµερίδας "Δηµοκρατία" στο Παγκράτι. Στο ΓΕΜΗ, ως µητρική εταιρεία εµφανίζεται η κυπριακή Cigani LTD, ενώ νόµιµος εκπρόσωπος καταγράφεται ο Κυριάκος Χαρόπουλος – ένα πρόσωπο που επανέρχεται σταθερά µέσα στο ευρύτερο και πολυεπίπεδο επιχειρηµατικό δίκτυο που έχει συνδεθεί µε τον Λαυρεντιάδη.
Ο Χαρόπουλος εµφανιζόταν µέχρι πρόσφατα και ως νόµιµος εκπρόσωπος της Dekagro, µιας εµπορικής και βιοµηχανικής εταιρείας λιπασµάτων, ιδιοκτήτης της οποίας φέρεται να είναι ο Λαυρέντης Λαυρεντιάδης. Η Dekagro ιδρύθηκε τον Ιούλιο του 2023 και στο ΓΕΜΗ παρουσιάζεται ως ελληνικό υποκατάστηµα της κυπριακής Dekagro LTD. Σύµφωνα µε δηµοσιεύµατα, πρόκειται για τον νεότερο κρίκο σε µια µακρά αλυσίδα εταιρικών σχηµάτων που διαχειρίστηκαν τη δραστηριότητα των λιπασµάτων στην Καβάλα: από τη Βιοµηχανία Φωσφορικών Λιπασµάτων (ΒΦΛ), στην ELFE –η οποία είχε αφήσει πίσω της οφειλές άνω των 100 εκατ. ευρώ προς τη ΔΕΠΑ– και στη συνέχεια σε διαδοχικά µεταβατικά σχήµατα, όπως η ΕΛΛΑΓΡΟΛΙΠ, η PFIC, η Centrofaro και τα Λιπάσµατα Νέας Καρβάλης.
Σε αυτό το διαρκώς µεταβαλλόµενο τοπίο, η PFIC LTD είχε εµφανιστεί το 2020 ακόµα και ως διεκδικητής της υποπαραχώρησης του λιµένα "Φίλιππος Β'" στη Νέα Καρβάλη Καβάλας.
Αξίζει να σηµειωθεί ότι η Dekagro εµφανίζει σήµερα µια σαφή τάση εξωστρέφειας. Ενδεικτική αυτής της προσπάθειας υπήρξε η παρουσία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερώνυµου δίπλα στον Λαυρέντη Λαυρεντιάδη στα εγκαίνια του περιπτέρου της εταιρείας στη φετινή Agrotica – µια δηµόσια εµφάνιση µε ισχυρό συµβολικό φορτίο.
Στις οικονοµικές καταστάσεις που έχουν αναρτηθεί στο ΓΕΜΗ, η Dekagro LTD εµφανίζει για το 2024 κύκλο εργασιών 123,6 εκατ. ευρώ, µε κέρδη προ φόρων 86.970 ευρώ και καθαρά κέρδη 40.407 ευρώ.
Επιστροφή στις ρίζες της Νεοχηµικής
Στο ίδιο ευρύτερο επιχειρηµατικό παζλ εντάσσεται και η Dekachim, ένα ακόµα κοµµάτι που φαίνεται να επεκτείνει τη δραστηριότητά του προς τον χώρο των χηµικών και των πρώτων υλών βιοµηχανικής χρήσης – ένας τοµέας που συνδέεται άµεσα µε τον ιστορικό πυρήνα της επιχειρηµατικής διαδροµής του Λαυρεντιάδη.
Η εταιρεία, σύµφωνα µε δηµοσιεύµατα, ξεκίνησε τη διαδροµή της ως Pliskantino. Όπως είχε αποκαλύψει το Capital.gr, ο Λαυρεντιάδης είχε συστήσει την κυπριακή εταιρεία Pliskantino Ltd µε αντικείµενο την παραγωγή ρητινών που χρησιµοποιούνται στη χρωµατοβιοµηχανία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η συγκεκριµένη δραστηριότητα φαίνεται να αναπτύσσεται στον ίδιο βιοµηχανικό χώρο όπου είχε λειτουργήσει η πρώην Νεοχηµική στην Αυλίδα. Παρότι µέρος των εγκαταστάσεων είχε περιέλθει µέσω πλειστηριασµού στη Megara Resins, πληροφορίες αναφέρουν ότι ο ίδιος ο Λαυρεντιάδης διατήρησε το παραγωγικό σκέλος της µονάδας.
Το ευρύτερο επιχειρηµατικό πλέγµα
Ο Κυριάκος Χαρόπουλος εµφανίζεται επίσης ως νόµιµος εκπρόσωπος του ελληνικού υποκαταστήµατος της κυπριακής Fortitudinem Properties & Investments LTD, µιας εταιρείας που συνδέεται µε τη διαχείριση του τετράστερου ξενοδοχείου Lozenge στο Κολωνάκι.
Περισσότερο από µια απλή επιχειρηµατική δραστηριοποίηση, όλα δείχνουν ότι βρίσκεται σε εξέλιξη ένα προσεκτικά σχεδιασµένο "rebranding". Ένα σύνθετο πλέγµα εταιρειών, κυπριακών σχηµάτων και γνώριµων προσώπων παραπέµπει σε ένα µοντέλο που η αγορά έχει ξαναδεί. Στο επίκεντρο αυτού του δικτύου δεν εµφανίζεται επισήµως ο Λαυρέντης Λαυρεντιάδης. Ωστόσο, δηµοσιεύµατα, εταιρικές διασυνδέσεις και πρόσωπα που τον συνοδεύουν επί σειρά ετών εξακολουθούν να τροφοδοτούν την εντύπωση ότι παραµένει η κεντρική φιγούρα πίσω από τις εξελίξεις.
Ύστερα από µια διαδροµή που περιελάµβανε εκρηκτική άνοδο, θεαµατική κατάρρευση, πολυετείς δικαστικές περιπέτειες και τελικά απαλλαγές στις σηµαντικότερες ποινικές υποθέσεις, ο άλλοτε ισχυρός επιχειρηµατίας µοιάζει να επιχειρεί κάτι περισσότερο από µια απλή επιστροφή. Επιχειρεί να επανατοποθετήσει τον εαυτό του στο επιχειρηµατικό σκηνικό. Το αν, µετά την πρώτη παταγώδη αποτυχία, θα πετύχει τώρα, µόνο ένας µπορεί να το γνωρίζει. Ο χρόνος. Ο Λαυρεντιάδης φαίνεται να θέλει να δοκιµάσει ξανά εκεί όπου απέτυχε µε πάταγο και παρά τις βαριές σκιές που κουβαλά από το παρελθόν του...
Πηγή: capital.gr