Ο Βαυαρός αρχιτέκτονας Λέο φον Κλέντσε, βασικός συνεργάτης του Όθωνα, επέμενε πως το πλάτος του δρόμου που θα ένωνε τον λόφο της Μπουμπουνίστρας (Σύνταγμα θα ονομάζεται στο μέλλον) με το βόρειο άκρο της πόλης, όπου θα φτιαχνόταν η πλατεία των Ανακτόρων (ο αρχικός σχεδιασμός ήταν να χτιστεί εκεί το παλάτι - πολύ αργότερα η πλατεία θα ονομαστεί Ομόνοια) αρκούσε στα 12 μέτρα. Το έργο, έλεγε, θα στοιχίσει λιγότερο και θα ολοκληρωθεί νωρίτερα.
Ο πολεοδόμος Σταμάτης Κλεάνθης, όμως, διαφωνούσε και δεν έδειχνε διατεθειμένος να υποχωρήσει. Για τη συγκεκριμένη διάνοιξη είχε ήδη δώσει μία μάχη με τον δήμαρχο Δημήτριο Καλλιφρονά, ο οποίος διαμαρτυρόταν χάριν των συμφερόντων συγγενών και φίλων του, που είχαν οικόπεδα και αγροικίες με μικρές αυλές και πηγάδια (!) στις θέσεις, απ΄ όπου σχεδιαζόταν να περάσει ο δρόμος.
[Η έγκριση για τη διάνοιξή του είχε δοθεί αμέσως μετά την απόφαση να κτιστεί στην περιοχή το Πανεπιστήμιο, όπου θα μεταφέρονταν τα τμήματα (με τους 52 όλους κι όλους φοιτητές), που λειτουργούσαν στο κτήριο της βορειοανατολικής πλευράς της Ακρόπολης. Η απελευθερωμένη πια από τους Οθωμανούς Αθήνα έπρεπε να μπει σε μια σειρά. Να στήσει άμεσα τις υποδομές της για τους πολίτες της και αυτές να είναι υποδειγματικές μιας πρωτεύουσας αντάξιας του λαμπρού παρελθόντος της].
Ο Κλεάνθης χτύπησε το χέρι στο τραπέζι. Στον ρυμοτομικό σχεδιασμό της πόλης, που είχε φέρει στον Όθωνα, τού είχαν ψαλιδίσει το πλάτος της Αιόλου πάλι χάριν συμφερόντων. Δεν θα δεχόταν και τη συρρίκνωση του "βουλεβάρτου". Αυτός έπρεπε να είναι ένας δρόμος φαρδύς με χαρακτηριστικά λεωφόρου, όχι μόνο για να αναδείξει το βασιλικό ανάκτορο, που θα χτιζόταν εντέλει στη Μπουμπουνίστρα, αλλά για να δώσει στην πόλη άνοιγμα και κίνητρο να αναπτυχθεί προς τον βορρά.
Ο πολεοδόμος επέβαλε τη θέση του. Ο δρόμος θα είχε πλάτος 32 μέτρα και για την Αθήνα των επόμενων αιώνων θα ήταν ο φαρδύτερος και λαμπρότερος του οικιστικού πυρήνα της. Όταν, μάλιστα, θα "φιλοξενούσε" και το πανεπιστήμιο της πόλης και από βουλεβάρτο θα γινόταν οδός Πανεπιστημίου, θα αντιστεκόταν ακόμα και σ΄ εκείνους που έναν και πλέον αιώνα μετά, θα επιχειρούσαν να την ξαναβαφτίσουν. "Αξιότιμε κύριε Πρόεδρε, έχω την τιμήν να σας αποστείλω αντίγραφον αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου Αθηναίων, ληφθείσης παμψηφεί κατά την Συνεδρίασιν αυτού της 29ης Ιουνίου ε.ε. περί ονομασίας της Λεωφόρου Πανεπιστημίου εις Λεωφόρον Ελευθερίου Βενιζέλου" θα έγραφε σε επιστολή του, στις 23 Νοεμβρίου του 1945, προς τον γιο τού Χανιώτη πολιτικού, Σοφοκλή, ο δήμαρχος Αθηναίων, Αριστείδης Σκληρός.
Ουδείς, ωστόσο, θα την υιοθετούσε με το νέο της όνομα, παρά τις προσπάθειες και κατοπινών δημάρχων της πόλης να το επιβάλουν. Η "οδός Πανεπιστημίου" έτσι είχε γεννηθεί κι έτσι θα έμενε στην ιστορική μνήμη της ελληνικής πρωτεύουσας.

Η ΠΡΩΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ
Η διάνοιξη του νέου δρόμου είναι μία περιπέτεια. Το κακοτράχαλο του εδάφους επιβάλλει χρονοβόρους δαπανηρούς εκβραχισμούς και μπαζώματα ρεμάτων. Επιπλέον, κατά τον σχεδιασμό του Κλεάνθη, στο τελείωμά της προς την πλατεία των Ανακτόρων η οδός θα πρέπει να παρουσιάζει μία γλυκιά, ομαλή καμπύλη, γεγονός που καθιστά ακόμη δυσκολότερους και δαπανηρότερους τους εκβραχισμούς. Για το νεοσύστατο βασίλειο με τα ισχνά οικονομικά το έργο φαντάζει ακατόρθωτο. Ο τόπος είναι φτωχός και ταλαιπωρημένος από τους αιώνες της οθωμανικής κατοχής. Τίποτε λαμπρό δεν μπορεί να δημιουργηθεί χωρίς τη συνδρομή χορηγιών και δωρεών από τα τέκνα του τού εξωτερικού. Ομογενείς, που έχουν αποκτήσει πλούτο εις την Αλλοδαπήν βάζουν βαθιά το χέρι στην τσέπη...
Οι πρώτοι εργάτες εμφανίζονται το 1837. Ο αλλοτινός περίπατος των Αθηναίων στην παρθένα εξοχή της περιοχής αναβάλλεται επ΄ αόριστον. Οι εργασίες προχωρούν βήμα το βήμα, πίστωση την πίστωση, δωρεά τη δωρεά. Το βραχώδες έδαφος, που πρέπει να εκσκαφθεί απαιτεί όλο και μεγαλύτερες δαπάνες, όλο και περισσότερο χρόνο. Το απέραντο εργοτάξιο κρατά τους πολίτες μακριά από το προσφιλές βουλεβάρτο για 22 ολόκληρα χρόνια και παράλληλα με τη διαμόρφωση του δρόμου υψώνονται μέγαρα, που θα σηματοδοτήσουν την ιστορία του.
Στο μεταξύ, το 1839 θεμελιώνεται από τον Δανό αρχιτέκτονα Χανς Κρίστιαν Χάνσεν το κεντρικό κτήριο του Πανεπιστημίου. Τα τμήματα, που λειτουργούν στην κατοικία Κλεάνθη και Σάουμπερτ στην πλαγιά της Ακρόπολης, θα μεταφερθούν στο νέο κτήριο του βουλεβάρτου, στην πρόσοψη του οποίου μάλιστα έχει ενσωματωθεί και ρολόι για να κατατοπίζει χρονικά φοιτητές και περαστικούς (Θα αφαιρεθεί στο πρώτο μισό του 2ου αι). Το 1841 στο ημιτελές οικοδόμημα στεγάζονται αρχικά διοικητικές μόνον υπηρεσίες. Όταν το κτίσμα ολοκληρώνεται, οι φοιτητές κατηφορίζουν στο κέντρο της πόλης. Τώρα αριθμός τους έχει αυξηθεί εντυπωσιακά. "Το Πανεπιστήμιο είναι πράγματι αξιόλογο [...]. Κάθε χρόνο πάνω από χίλιοι διακόσιοι νέοι, οι μισοί από τους οποίους προέρχονται από την οθωμανική αυτοκρατορία, έρχονται να παρακολουθήσουν μαθήματα νομικής, ιατρικής, φιλολογίας, θετικών επιστημών και θεολογίας", καταγράφει στο δεύτερο μισό του 19ου αι. ο Γάλλος διπλωμάτης Ανρί Μπελ, που περιηγείται στην Ελλάδα για περισσότερα από δέκα χρόνια.

Στο μεταξύ, σε μικρή απόσταση, στη Μπουμπουνίστρα, σε ένα άλλο εργοτάξιο, αυτό των ανακτόρων, οι εργασίες συνεχίζονται πυρετωδώς. Στα εγκαίνια του Πανεπιστημίου ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης -επισκέπτης φοιτητής και ο ίδιος- προσέρχεται περιχαρής συνοδευόμενος από τα παλικάρια του. Ο υπασπιστής του Όθωνα τους φράζει τον δρόμο. Η είσοδος επιτρέπεται μόνον στον Κολοκοτρώνη. Ο γέρος γυρίζει προς τον βασιλιά και του δείχνει με το δάχτυλο πρώτα το πανεπιστήμιο κι ύστερα το εργοτάξιο των ανακτόρων: "Μεγαλειότατε, θαρρώ ότι τούτο εδώ δεν έπρεπε να κτισθεί κοντά εις εκείνο, διότι φοβούμαι ότι ετούτο θα φάει εκείνο".
Όταν ολοκληρωθούν διάνοιξη και α΄ οικοδομική φάση το ημερολόγιο γράφει 1859 και το βουλεβάρτο "στεγάζει" ήδη κάμποσα κτήρια και ανάμεσά τους το Αρσάκειο Μέγαρο, το Οφθαλμιατρείο Αθηνών και τον Καθολικό Ναό του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, τα περισσότερα από τα οποία έχουν οικοδομηθεί με τη... συνδρομή των "περιττών λίθων της Ακροπόλεως". Περίπου πενήντα χρόνια μετά, το τετράγωνο του Αρσάκειου θα αποκτήσει και ομώνυμη στοά, ένα εντυπωσιακό δημιούργημα με γυάλινη κάλυψη, μαρμάρινα δάπεδα, μεταλλικές κιονοστοιχίες και εντυπωσιακές εισόδους από τις οδούς Πανεπιστημίου και Σταδίου. Τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αι. θα φιλοξενεί τα μεγαλύτερα κοσμηματοπωλεία και βιβλιοπωλεία.
[Το 1856, στη διανοιγόμενη οδό, ανάμεσα σε βάτα και σκίνους (το σημείο προσδιορίζεται περίπου στο ύψος της κατοπινής πλατείας Κλαυθμώνος) οι αρχές του τόπου, προς εφησυχασμόν (!) των τρομοκρατημένων πολιτών, καρφώνουν σε πάσσαλο το κεφάλι του περιβόητου λήσταρχου Νταβέλη (κατά άλλες μαρτυρίες, ο πάσσαλος με το μακάβριο έκθεμα βρήκε τη θέση του στον λόφο της Μπουμπουνίστρας)].

Στο δεύτερο μισό του 19ου αι, παραδίδεται στους Αθηναίους ένα από τα ομορφότερα νεοκλασικά κτήρια παγκοσμίως, σχεδιασμένο από τον Θεόφιλο Χάνσεν, αδελφό του Χανς Κρίστιαν. Είναι το σημαντικότερο στην πόλη και πολύτιμο στολίδι της διαμορφούμενης οδού. ("Μνημειώδες κτήριο εις τα πτέρυγας του οποίου εμφανίζονται τοίχοι διακοσμημένοι με παραστάδας και θριγκόν" περιγράφει ο Κώστας Μπίρης στο έργο του "Αι Αθήναι"). Είναι η Ακαδημία. Ένα μεγαλόπρεπο ιωνικού ρυθμού κτήριο σε οικόπεδο, που έχει δωρίσει η Μονή Πετράκη. Το κόστος της ανέγερσης καλύπτει ο πλούσιος ομογενής, βαρόνος Σίμων Σίνας. Ο Ρίζος Ραγκαβής γράφει στα Απομνημονεύματά του: "... υπήρξαν μεν και τινές μικρόνοες, οίτινες εις το άκουσμα (της πρόθεσης του Σίνα να ανεγείρει Ακαδημία) ύψωσαν τους ώμους, θαυμάζοντες τι παθών ο αγαθός πατριώτης και δεν διέθετε προς χρησιμότερόν τι τον πλούτον του...". Το κτήριο οικοδομείται με πεντελικό μάρμαρο και πειραϊκό λίθο. Τους κίονές του φιλοτεχνεί ο Τηνιακός μαρμαρογλύπτης Μαλακατές.

ΕΝΑ ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΚΙ ΕΝΑ ΜΕΓΑΡΟ ΠΟΥ ΣΚΑΝΔΑΛΙΖΕΙ ΜΕ ΤΑ ΓΥΜΝΑ ΤΟΥ...
Η ανέγερση της Ακαδημίας γίνεται με μεγάλες περιόδους διακοπών. Το 1863, ο φιλοβασιλικός Σίνας διακόπτει τις εργασίες διαμαρτυρόμενος για την έξωση του Όθωνα. Επανέρχεται λίγα χρόνια αργότερα. "... αυτή τη στιγμή έχω είκοσι εργάτες στο εργοτάξιο. Όλος ο κόσμος πιστεύει ότι η οικοδομή σταμάτησε και πράγματι δεν ακούγεται ο παραμικρός θόρυβος, σχεδόν δεν φαίνονται εργάτες μέσα στο εργοτάξιο. [...] Οι εργασίες στο κτήριο της Ακαδημίας σταματούν πια, αλλά σας παρακαλώ μην την εγκαταλείψετε εντελώς..." εκλιπαρεί με επιστολή του προς τον Θεόφιλο Χάνσεν, ο επιβλέπων αρχιτέκτονας, Έρνεστ Τσίλλερ.
Το 1886 ο Σίνας πεθαίνει και την αποπεράτωση του έργου αναλαμβάνει η χήρα του, Ιφιγένεια. Το κτήριο ολοκληρώνεται μεν το 1887, αλλά το ποσό που έχει υποσχεθεί η οικογένεια των δωρητών για τη λειτουργία του δεν έρχεται ποτέ. Ο οίκος Σίνα έχει πτωχεύσει. Τελικά η Ακαδημία εγκαινιάζεται και λειτουργεί σαράντα χρόνια μετά (1926)! Συνολικά έχει κοστίσει κάτι λιγότερο από 3 εκατομμύρια δραχμές.
Τη δεκαετία του 1870, ο Τύπος πληροφορεί ότι ο Γερμανός αρχαιολόγος Ερρίκος Σλήμαν έχει αναθέσει στον Ερνέστο Τσίλλερ την ανέγερση κατοικίας, σε οικόπεδο που έχει αγοράσει επί της οδού του Πανεπιστημίου, κοντά στη Μπουμπουνίστρα. Το μέγαρο Σλήμαν, που κατά την επιθυμία του ιδιοκτήτη θα φέρει -και εγγράφως σε ευκρινές σημείο- τον τίτλο "Ιλίου Μέλαθρον", εγκαινιάζεται τον Ιανουάριο του 1881. Πρόκειται για το "καλλιπρεπέστατον και κομψότατον των εν Αθήναις κτηρίων" σημειώνει ο έφορος Αρχαιοτήτων, Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς. Η πρόσοψη του μεγάρου έχει τριμερή διάρθρωση και στο κέντρο της προβάλλει τοξωτή λότζια (στεγασμένος εξωτερικός εξώστης) διακοσμημένη με κιονοστήρικτη τοξοστοιχία ιωνικού ρυθμού. Στο δε στηθαίο της επίστεψης δεσπόζουν 24 πήλινα αγάλματα θεών, αντίγραφα αρχαίων έργων, που έχουν κατασκευαστεί στη Βιέννη! Το 1935, μετά την κατάρρευση ενός από αυτά, θα αποσυρθούν προς αποφυγήν ατυχήματος. Εκτός αυτού, σκανδαλίζουν τους περαστικούς με τη γύμνια τους...

Ένα ακόμα επιβλητικό διώροφο μέγαρο με κήπο και είσοδο πλαισιωμένη από κίονες υψώνεται την ίδια περίοδο στην κορφή της οδού του πανεπιστημίου. Είκοσι τέσσερα ολόκληρα χρόνια διήρκεσε η ανέγερσή του και να που επιτέλους εγκαινιάζεται το φθινόπωρο του 1875! Ανήκει στον ομογενή από τη Ρωσία, τραπεζίτη Αριστείδη Παπούδωφ, και τη σύζυγό του Αλεξάνδρα. Θα μείνει στην ιστορία ως η χριστουγεννιάτικη χαρά των παιδιών. Καθώς οι δυο τους δεν ευλογήθηκαν με απογόνους, Αριστείδης και Αλεξάνδρα έχουν καθιερώσει τη γιορτή που περιμένουν με αγωνία κάθε χρόνο τα παιδιά. Τα Χριστούγεννα, το μεγάλο δένδρο του κήπου στολίζεται με δώρα, που μοιράζονται στα πιτσιρίκια της πόλης.
Μισό αιώνα μετά, το μέγαρο θα πουληθεί και έναν αιώνα από την ανέγερσή του θα αποτελεί παρελθόν. Θα έχει κατεδαφιστεί για να χτιστεί στη θέση του ένα πολυώροφο κτήριο, που θα γίνει ξενοδοχείο. Στο ισόγειό του, πάντως, θα λειτουργεί έως και τα μέσα του 20ου αι. το περίφημο κατάστημα του Γιαννάκη.
["Αυτή την ώρα ο κ. Θανασούλης Πετρόπουλος πίνει πάντοτε το ούζο του στο μπαρ του Γιαννάκη" - Ο κίτρινος φάκελλος / Μ. Καραγάτσης]
Στο μεταξύ, όσο η οικία Παπούδωφ χτίζεται ακόμη, στην απέναντι γωνία, διαγωνίως των ανακτόρων, μεταφέρεται από την κάτω πλευρά της Μπουμπουνίστρας, όπου στεγαζόταν προηγουμένως, το ξενοδοχείο "Μεγάλη Βρετανία". Το νέο κτήριο κατασκευάστηκε το 1842 από τον Θεόφιλο Χάνσεν, ως κατοικία του μεγαλέμπορου από την Τεργέστη Αντώνη Δημητρίου, αλλά δεν κατοικήθηκε ποτέ από τον ίδιο. Από το πρώτο έτος της ανέγερσής του λειτούργησε ως ξενώνας των επίσημων προσκεκλημένων του Όθωνα.
Το δεύτερο μισό του 19ου αι. κάμποσα λαμπρά μέγαρα έχουν ανεγερθεί στον δρόμο που όμως παραμένει αδιαμόρφωτος. Η οριστική διευθέτησή του καθυστερεί, καθώς ανά διαστήματα σταματά η ροή του χρήματος. Στο κόστος συμμετέχουν άπαντες. Δημόσιο και ιδιώτες. Παρόδιοι ιδιοκτήτες και δήμος αναλαμβάνουν μέρος της δαπάνης επισκευής των παλαιών υπονόμων και κατασκευής νέων. Προσφέρεται ακόμη και προσωπική εργασία των δημοτών. Στους καταλόγους των δαπανών χάνεται ο λογαριασμός... Νέες ανάγκες εκβραχισμών απαιτούν νέα έξοδα και ως εκ τούτου νέα κονδύλια για αναθέσεις νέων παρεμβάσεων. Για τη συγκέντρωση των χρημάτων η Αμαλία οργανώνει εράνους. Οι πολίτες έχουν αγανακτήσει τόσο πολύ από το εργοτάξιο που διαιωνίζει την ταλαιπωρία τους, που δεν διστάζουν να βάλουν το χέρι βαθιά ακόμη και στις ισχνές τσέπες τους...
Η ζωή της πόλης φαίνεται σαν να σχεδιάζεται πια γύρω από τον δρόμο του πανεπιστημίου. Οι πολίτες που απολάμβαναν το εξοχικό περιβάλλον του άλλοτε βουλεβάρτου, δείχνουν να συνηθίζουν στην ιδέα ότι στο εξής οι περίπατοί τους θα γίνονται σε έναν δρόμο φαρδύ, που θα περιβάλλεται από επιβλητικά νεοκλασικά κτήρια. Για εδώ προβλέπεται αρχικά η ανέγερση ακόμα και του νέου Μητροπολιτικού Ναού της Αθήνας (ο παλαιός είναι η Αγία Ειρήνη στην οδόν Αιόλου), σχέδιο που εντέλει εγκαταλείπεται, επειδή, λέει, το σημείο είναι απομακρυσμένο και ερημικό... Εδώ βρίσκεται και το πρώτο φιλανθρωπικό ίδρυμα της Αθήνας (πρωτοβουλία μίας ομάδας φιλάνθρωπων Αθηναίων, που άσκησαν πίεση στο παλάτι για την υπογραφή και του σχετικού Βασιλικού Διατάγματος). Είναι το "Τυφλοκομείον" -επισήμως "Νοσοκομείον Οφθαλμιώντων" και κατόπιν Οφθαλμιατρείο- το οποίο παρεμπιπτόντως αντιπροσωπεύει το οξύμωρον της υπόθεσης. Ανεγείρεται στον διανοιγόμενο δρόμο το 1854 για να θεραπεύει τους νοσούντες από τα σοβαρά προβλήματα που προκαλούν στα μάτια οι πλημμελείς συνθήκες υγιεινής και η αιωρούμενη σκόνη από τους χωματόδρομους, αλλά η Πανεπιστημίου ασφαλτοστρώνεται μισόν αιώνα μετά (1905)! Οι ασθενείς μπαίνουν, θεραπεύονται και μόλις βγαίνουν στη χωμάτινη οδό με τη σκόνη που σηκώνουν τα ιππήλατα ξανα-νοσούν... "Τυφλοκομείον - Οίκημα ως είδος εκκλησίας, εισέρχονται πολλοί τυφλοί εκ της Μικράς Ασίας. Μετά μικρόν εξέρχονται με μάτια σαν γαρίδα κι ευθύς δοξάζουν τον θεόν, καθώς και την πατρίδα, πλην το Πανεπιστήμιον ευθύς ως αντικρύσουν, αισθάνονται την φοβεράν ανάγκην να γυρίσουν" καυτηριάζει με τη δηκτική πέννα του ο Γεώργιος Σουρής.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1870 ένα διώροφο (αργότερα προστέθηκαν δύο ακόμα όροφοι) νεοκλασικό αρχοντικό σε σχέδια Τσίλλερ θα κοσμεί την Πανεπιστημίου (με Βουκουρεστίου και Κριεζώτου) κοντά στα ανάκτορα. Είναι το μέγαρο του βιομήχανου Αχιλλέα Κούπα, οικογένειας γνωστής για τη φιλανθρωπία της. Τις μεσημεριανές ώρες αναξιοπαθούντες πολίτες περίμεναν τη διανομή συσσιτίου, που είχαν καθιερώσει οι Κούπα.
ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΛΑΣΠΗ...
Σωτήριον έτος 1881 και η οδός του Πανεπιστημίου εξακολουθεί να θυμίζει βούρκο. Τα σατιρικά έντυπα της εποχής δεν την αφήνουν σε... χλωρό κλαρί. "... βυθίζεις τους πόδας σου άχρις αστραγάλων εις το χώμα, γίνεσαι κατά το κάτω μέρος του σώματός σου παλιάτσος..." περιγράφει τον Σεπτέμβριο του 1881 το "Μη χάνεσαι". "Εις την λεωφόρον Πανεπιστημίου, ήτις προτείνομεν εις το εξής να ονομάζητε λεωφόρος Σούτσου, αφού τόσον ειργάσθη προς εξωραϊσμόν της ο πρίγκηψ δήμαρχός μας ώστε την κατέστησε αδιάβατον" συμπληρώνει με τον σχετικό ψόγο προς τη δημοτική αρχή της εποχής, ο "Ραμπαγάς" τον Σεπτέμβριο του επόμενου έτους.
Το 1884 ο δρόμος του πανεπιστημίου καταχωρείται και επισήμως ως "Πανεπιστημίου" (σε έγγραφο της 16ης Απριλίου 1852 του Νομάρχη Αττικής προς το υπουργείο Εσωτερικών "περί αποστολής καταλόγου της ονοματοθεσίας των οδών της πόλεως Αθηνών, θα αναφέρεται ως "λεωφόρος Πανεπιστημίου". Προϊόντων των ετών άλλοι φαρδύτεροι δρόμοι του κέντρου της Αθήνας θα της "κλέψουν" τον χαρακτηρισμό της λεωφόρου).

Τρία χρόνια μετά, πλάι στο κτήριο του Πανεπιστημίου, στον χώρο όπου υπάρχει μνημείο των Ιερολοχιτών, που έπεσαν στο Δραγατσάνι, θεμελιώνεται κτήριο προοριζόμενο για βιβλιοθήκη. Το μνημείο μεταφέρεται στο Πεδίον του Άρεως. Το νέο απόκτημα του δρόμου είναι δωρεά των αδελφών Βαλλιάνων, πλούσιων εμπόρων σιτηρών από την Κεφαλλονιά, που έχουν ιδρύσει εύρωστες επιχειρήσεις σε διάφορες πόλεις της Ρωσίας, στο Λονδίνο, τη Μασσαλία και την Κωνσταντινούπολη.
Η ανέγερση της βιβλιοθήκης σε σχέδια Θεόφιλου Χάνσεν και επίβλεψη Ερνέστου Τσίλλερ ολοκληρώνεται το 1902. Αποτελείται από τρία τμήματα, ένα κεντρικό με επιβλητικό προθάλαμο στηριγμένο σε ιωνικούς κίονες και δύο πλευρικά. Το δωρικό πρόπυλο με τους περίτεχνους φανοστάτες είναι σχεδιασμένο κατά τα πρότυπα του Θησείου. Τα βιβλία θα μεταφερθούν από το πανεπιστήμιο, όπου φιλοξενούνται, μέσω ξύλινης γέφυρας που θα κατασκευαστεί για να ενώσει τα δύο κτήρια. Από πολύ νωρίς η ελληνική κακοδαιμονία αναγκάζει τους επικεφαλής να μετατρέψουν τη βιβλιοθήκη από δανειστική σε απλό αναγνωστήριο. Χιλιάδες βιβλία που δόθηκαν με δανεισμό, δεν επιστράφηκαν ποτέ!

["Όστις εδανείσθη βιβλία της δημοσίας βιβλιοθήκης να τα επιστρέψη ανυπερθέτως εντός τριών ημερών, άλλως θέλει υποχρεωθή αστυνομικώς εις τούτο" αναφέρεται σε δημοσίευμα της εφημερίδας "Αθηνά" της 19ης Ιανουαρίου του 1856].
Πανεπιστήμιο, Ακαδημία και Βιβλιοθήκη θα αποτελούν στο εξής την περίφημη Τριλογία των Αθηνών.
Το 1890 απέναντι από το Αρσάκειο, στήνεται ένα από τα πρώτα 18 κιόσκια (τα κατοπινά περίπτερα) της Αθήνας. Είναι ξύλινες κατασκευές με μεταλλική πολυγωνική σκεπή. Έχουν αγοραστεί επί δημαρχίας Τιμολέοντος Φιλήμονος. Τοποθετήθηκαν και λειτουργούν αντί ενοικίου σε κεντρικά σημεία της πόλης. Πωλούν εφημερίδες τσιγάρα, σπίρτα, καρτ-ποστάλ, γραμματόσημα, επιστολόχαρτα κ.α.

Στο μεταξύ, εντυπωσιακά κτήρια ορθώνονται το ένα μετά το άλλο στην Πανεπιστημίου, η οποία όμως συντηρώντας με... ευλάβεια τα χαντάκια, τις τούμπες, τις λάκες και το χώμα, που με την πρώτη βροχή μετατρέπεται σε βούρκο, παραμένει προσφιλές θέμα της καθημερινής ειδησεογραφίας σε γελοιογραφίες, σε καταγεγραμμένα ευτράπελα περιστατικά, σε χρονογραφήματα, ενίοτε και με μορφή συμβουλών... "Εις τα κατεστραμμένα μέρη της οδού, προ πάντων εις το από του Οφθαλμιατρείου μέχρι του Αρσακείου διάστημα, όταν ριφθώσι τ΄ απαιτούμενα σκύρρα και ολίγον χώμα, θ΄ αποκατασταθή πάλι και ωραία η ευρεία λεωφόρος χωρίς μεγάλα έξοδα... Οι αρμόδιοι ας λάβωσι ταύτα υπ΄ όψιν εγκαίρως" προτείνει η "Νέα Εφημερίς" στο φύλο της τής 12ης Φεβρουαρίου του 1891.
Λίγα χρόνια μετά την ανέγερση του κτηρίου "Ιλίου Μέλαθρον", ο Τσίλλερ δέχεται νέα παραγγελία από τον Σλήμαν. Ο αρχαιολόγος ζητά ένα νέο μέγαρο στην Πανεπιστημίου προς την πλατεία των Ανακτόρων, λιτό, χωρίς διακοσμητικά στοιχεία. Το προορίζει για εκμετάλλευση. Τα έσοδα θα πηγαίνουν στα παιδιά του Αγαμέμνονα και Ανδρομάχη Σλήμαν, που ό,τι έχει παντρευτεί τον αδελφό του Παύλου Μελά, Λέοντα. Το κτήριο Σλήμαν - Μελά εγκαινιάζεται το 1890. Ύστερα από διάφορες χρήσεις, θα καταλήξει έδρα δικηγορικών και συμβολαιογραφικών γραφείων και θα φιλοξενήσει για έναν αιώνα τα δύο εμβληματικά "ΙΝΤΕΑΛ": Τον πολυτελή κινηματογράφο και το ιστορικό εστιατόριο.
Το 1900 απέναντι από τη Βιβλιοθήκη ανεγείρεται ένα πολυώροφο νεοκλασικό, γνωστό ως το "μέγαρο της Πρωίας", δεδομένου ότι εδώ ο δημοσιογράφος Στέφανος Πεσμαζόγλου, γιος του ιδιοκτήτη του μεγάρου, τραπεζίτη και πολιτικού, Ιωάννη, στεγάζει τα γραφεία της εφημερίδας του.
["Σταμάτησε το πρώτο λουστράκι και πήρε μία "Πρωΐα”. Ο αμαξάς τον κατατόπισε στην κατάσταση: Φαίνεται πως είχανε φωνάξει στο Παλάτι από χτες κιόλας, τον Τρικούπη και του είπανε να σχηματίσει αυτός κυβέρνηση. Τη στιγμή εκείνη ένα μπουλούκι από χαμίνια κατέβαινε ξεφωνίζοντας μπροστά στο Πανεπιστήμιο..." - Η μενεξεδένια πολιτεία / Αγ. Τερζάκης].
Στο ισόγειο εγκαθίσταται το "Πρώτυπον Φαρμακείον" του καθηγητή Φαρμακολογίας Αναστασίου Δαμβέργη, από τα μεγαλύτερα και γνωστότερα της πρωτεύουσας. Η επιχείρηση είναι εξαιρετικά οργανωμένη. Εκτελεί ιατρικές συνταγές, διενεργεί μικροβιολογικές εξετάσεις και ακτινογραφίες, αναλαμβάνει ακόμα και ταριχεύσεις νεκρών. Εκτός αυτού, αποτελεί στέκι πανεπιστημιακών και άλλων επιφανών προσώπων της πόλης. Από εδώ θα προμηθευτεί ο καθηγητής Φιλολογίας Ιωάννης Συκουτρής, το δηλητήριο με το οποίο θα βάλει τέλος στη ζωή του το 1937. Το επιβλητικό μέγαρο Πεσμαζόγλου θα κατεδαφιστεί το 1976 και στη θέση του θα χτιστεί η ομώνυμη στοά.
Αλλά ήδη από τα τέλη του 19ου αι. θέση στην οδό του Πανεπιστημίου έχουν βρει και υπαίθριοι βιβλιοπώλες και λούστροι. Καρότσια "γονατισμένα" βιβλία και κασελάκια ξέχειλα βερνικιών παπουτσιών πλημμυρίζουν τον χώρο μπροστά στο Τυφλοκομείο και την Τριλογία. Είναι η πιάτσα τους και θα καταργηθεί κάμποσα χρόνια μετά. Η παράδοση θα θυσιαστεί στην τάξη και την αισθητική.
Στο ανατολικό πλάι της Βιβλιοθήκης (Πανεπιστημίου και Ιπποκράτους) η διώροφη κατοικία του αγωνιστή Προκόπη Μπενιζέλου, η μόνη με κλειστό καφασωτό μπαλκόνι επί της φαρδιάς οδού, αποτελεί ένα από τα πρώτα κτίσματα του έως πρότινος εξοχικού βουλεβάρτου. Χτίστηκε 1842 και προικοδοτήθηκε από τον Μπενιζέλο στην κόρη του, Αγγελική, όταν αυτή παντρεύτηκε τον Βαυαρό φιλέλληνα, στρατιωτικό γιατρό της βασιλικής Αυλής, Άντον φον Λιντερμάγιερ. Αυτό το διώροφο οίκημα -στο οποίο τα επόμενα χρόνια θα στεγαστούν ο λόγιος Γεώργιος Ζαχαρίας Αινιάν και το τουρκικό προξενείο- θα κατεδαφιστεί έναν και πλέον αιώνα μετά (δεκαετία του 1950). Στη θέση του θα υψωθεί το οκταώροφο "Μέγαρον Παλλάδος", ένα τσιμεντένιο κλασικότροπο θηρίο, που θα στεγάσει τις ανάγκες επαγγελματιών της εποχής.
ΜΠΥΡΑΡΙΕΣ, ΜΠΙΛΙΑΡΔΑ, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΚΑΙ .... ΒΟΥΣΤΑΣΙΟ ΓΙΑ ΤΑ ΒΟΔΙΑ...
Ο νέος αιώνας καθιστά συρμό τον επιτέλους ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Η περιοχή δεν είναι πια η βραχώδης εξοχή, η απομακρυσμένη από την καρδιά της πόλης. Οι πολίτες έχουν ανακάμψει και αυτή τη φορά απολαμβάνουν τον περίπατό τους θαυμάζοντας τα εντυπωσιακά κτήρια, που υψώνονται το ένα μετά το άλλο για να καλύψουν πρακτικές και αισθητικές απαιτήσεις της εποχής. Το πρώτο μισό του 2ου αι. η Πανεπιστημίου πάει να "κλέψει" τις εντυπώσεις. Τράπεζες, μέγαρα γραφείων, στοές, καταστήματα ξεπηδούν το ένα μετά το άλλο φέρνοντάς την εγγύτερα στην καρδιά της πόλης.
Η εκπνοή του 1903 βρίσκει τη Πανεπιστημίου με το πρώτο της πολυτελές αστικό μεζεδοπωλείο. Η περιοχή αριθμεί δύο εξοχικά εστιατόρια (τα "4 Φ - Φίλε, φάγε, φέρε, φύγε" και τη "Φάλαγγα") ήδη από το δεύτερο μισό του 19ου αι. Το "Κέντρο των ζυθοφίλων" του Ιωάννη Αναστασίου, όμως, που εγκαινιάζεται την 1η Νοεμβρίου απέναντι από το Αρσάκειο, είναι κάτι άλλο. Διαθέτει κήπο, "αφρώδη ξανθή μπύρα", η οποία θα πωλείται προς 1 δραχμή η οκά και 25 λεπτά το ποτήρι, και ποικίλους μεζέδες. "Πάντες οι βουλόμενοι και ιδίως αι οικογένειαι δύνανται να φέρωσιν μεθ΄ εαυτών τα τρόφιμά των και να γευματίζωσιν είτε εν τω ζυθοπωλείω είτε εν τω κήπω" (!) σημειώνεται στη σχετική διαφήμιση της επιχείρησης.
Τον επόμενο χρόνο το νέο γαλακτο-ζαχαροπλαστείο "Ηνωμένα Βουστάσια" των αδελφών Γεωργαντή αρκετά μετά την τριλογία, συγκεντρώνει όλη την αφρόκρεμα του πνεύματος. Μελάς, Κόκκινος, Βάρναλης, Πορφύρας και τόσοι άλλοι λόγιοι της εποχής, μα και ζωγράφοι και γλύπτες και μουσικοί, "ζυμώνονται" στα τραπέζια των Βουστασίων, που σατιρίζει με την πένα του ο Ξενόπουλος στο έντυπο "Καιροί": "Τι όνομα είνε αυτό δια κοσμικόν κέντρον; Ηνωμένα Βουστάσια! Θα λέμε, λοιπόν, πάμε στα Ηνωμένα Βουστάσια; Μα, τι βώδια είμαστε...".
Με τούτο τον τίτλο, οι οπαδοί της καθαρεύουσας βρίσκουν ευκαιρία να χλευάσουν τους δημοτικιστές ότι με τον ευτελισμό της γλώσσας που υπερασπίζονται, θα αποκαλούν στο εξής τα "Ηνωμένα Βουστάσια", "κολλημένες αγελάδες"!
Σε απόσταση αναπνοής από τα Βουστάσια η μπυραρία Κυψέλη προσφέρει από το 1879 "αυγά νωπά και μεζέδες ορεκτικώτατους συνοδεία του ζύθου ΑΡΙΣΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΟΣ"!
Απέναντι από τη βιβλιοθήκη, το 1907 ο παιδαγωγός Δημήτριος Μακρής ιδρύει σχολείο, το οποίο αργότερα περνά στα χέρια του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου. "Το σπίτι μας στην οδό Ναυαρίνου απείχε τρία μόνο τετράγωνα απ΄ το "Εκπαιδευτήριον Δ. Ν. Μακρή”. Η καρδιά μου σπαρταρούσε, καθώς περνούσα με τη μητέρα το αμμοστρωμένο προαύλιό του. Βόμβιζε απ΄ τον μαθητόκοσμο. Είχαν διάλειμμα" - "Τα παιδιά της Νιόβης" Τ. Αθανασιάδης.
Παραπλεύρως του Εκπαιδευτηρίου, στη μικρή εξοχική κατοικία του δασκάλου του γένους Νεόφυτου Βάμβα κατοικεί τα τελευταία χρόνια ο Αλέξανδρος Ραγκαβής. Στα δύο δωμάτια που βλέπουν στον υπό διαμόρφωση δρόμο έχει εγκαταστήσει το σπουδαστήριό του και "... πρωίας διέρχεται εκεί, εν μέσω βιβλίων εν ακαταστασία ερριμμένων επί τραπεζών και ανακλίντρων" γράφει η εφημερίδα "Αθήναι". Σε τούτο το σπίτι θ΄ αφήσει την τελευταία πνοή του κι όταν μισό αιώνα μετά κατεδαφιστεί και στη θέση του ανεγερθεί τραπεζικό κατάστημα μία αναμνηστική πινακίδα θα θυμίζει στους περαστικούς πως "Ενταύθα απέθανεν ο Α. Ρ. Ραγκαβής".
Την πρώτη δεκαετία του 20ου αι. η οδός Πανεπιστημίου αποκτά το πολυτελές σφαιριστήριό της. Βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή του καφενείου του Χαύτα (πλ. Ανακτόρων) επί της οδού Πανεπιστημίου. Η ευρηματική διαφήμιση της επιχείρησης, που δημοσιεύεται στον Τύπο, προκαλεί εντύπωση: "Απεδείχθη επιστημονικώς ότι το Μπιλλιάρδο δεν είναι μόνο ωραίον παιγνίδι, αλλά και άριστον φάρμακον· ενδυναμώνει θαυμασίως τον νουν και τονώνει τα νεύρα. Πολλοί άνθρωποι βραδύνοες εξύπνησαν παίζοντες... Μπιλλιάρδο. Εις την αίθουσαν 10 Σφαιριστηρίων (Χαυτεία). Αναγνωστήριον τέλειον. Καφές γνήσιος Μόκας. Λικέρ και ποτά ευρωπαϊκά. Οδός Πανεπιστημίου Χαυτεία"!
Σε σχόλιό του τον Σεπτέμβριο του 1916 στην εφημερίδα Αθήναι, ο δημοσιογράφος και πολιτικός Θεόδωρος Βελλιανίτης κάνει λόγο για "συνοικίαν όπου δεν αφήνεται μέτρον γης ανοικοδόμητον!". Η αλήθεια είναι ότι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αι. η Πανεπιστημίου βρίσκεται σε διαρκή οικοδομικό οργασμό. Ο Βελλιανίτης όμως αναφέρεται ειδικά στην από του 1845 εξοχική κατοικία της Ελένης Τυμπώ, αδελφής των κυριών Λεβίδη και Δραγούμη, μητέρων Αθηναίων πολιτικών ανδρών. "Η κυρία Τυμπώ απέθανε προ πολλού, αλλά η οικία της διατηρείται όπως κατά τας πρώτας ημέρας της οικοδομής της, εντός βαθυσκίου κήπου [...] Εις αυτήν κατώκησεν μετά τον θάνατον της Τυμπώ ο στρατηγός Καλλέργης [...] Μετά τον θάνατον του Καλλέργη εγένετο ιδιοκτησία του Τοσίτσα [...]. Τώρα η οικία αύτη πρόκειται να κατεδαφισθή. Θα εγερθή εν μέγα ξενοδοχείον". Αυτό το ξενοδοχείο είναι το "Τιτάνια".
Στα μέσα του 19ου αι. ένα ακόμη κτήριο "σηκώνεται", αυτή τη φορά στο τέλος της Πανεπιστημίου, στη διασταύρωσή της με την οδό Πατησίων, όπου για πολύ καιρό λειτουργεί το καφενείο του Χαύτα. Το οικόπεδο ανήκει στον αρχιτέκτονα Λύσανδρο Καυταντζόγλου κι έχει αποφασίσει να χτίσει εδώ την κατοικία του. Εδώ θα αφήσει και την τελευταία πνοή του. Έπειτα θα περάσει στα χέρια του Τσίλλερ κι αυτός θα αναμορφώσει το οίκημα σε ένα τετραώροφο οικοδομικό κόσμημα, όπου θα στεγαστούν κατά σειρά δύο πολυτελή ξενοδοχεία. Το "Βικτώρια" και το "Εξέλσιορ". Το δεύτερο μισό του 20ου αι. το συγκεκριμένο ακίνητο θα είναι το ακριβότερο της πόλης και τον 21ο αι. πια, θα εξακολουθεί να αποτελεί στολίδι και θα στεγάζει την Εθνική Τράπεζα.
Η οικοδομική έκρηξη στην Πανεπιστημίου καταγράφεται το πρώτο μισό του 20ου αι. Μέσα σε έναν αιώνα αλλάζουν πολλά. Ωστόσο, εδώ έχουν ευτυχώς απομείνει κάποια μέγαρα να θυμίζουν τη γέννηση και τα σπάργανα του κατοπινά εμβληματικού δρόμου της Αθήνας, που κάποτε -στο πρώτο μισό του 19ου αι.- ξεκινούσε από τους βασιλικούς στάβλους και μέσω μιας... περιπετειώδους εξοχικής διαδρομής ανάμεσα σε βράχους και βάτα χυνόταν σε ένα ασχεδίαστο, αχαρτογράφητο πλάτωμα (σύγχρονη πλατεία Ομονοίας).
Στο διάστημα της μετάλλαξης της Πανεπιστημίου θα βαδίσουν τον δικό τους δρόμο και θα γράψουν τη δική τους ιστορία τράπεζες, ξενοδοχεία, εκδοτικοί οίκοι, θέατρα, κινηματογράφοι, εστιατόρια, καφε-ζαχαροπλαστεία, παντός είδους επιχειρήσεις.
Στη "Μεγάλη Βρεττανία" του Μπερνίτσα, στα "Κυβέλεια", στο "Βυζάντιον", στον "Νέο Ερμή", στον "Μέγα Αλέξανδρο", στα "Ηνωμένα Βουστάσια", στο "Πικαντίλυ", στου Ζωναρά (Ζόναρ΄ς), στου "Γιαννάκη", στου "Λουμίδη", στου "Γαμβέττα", στο "Ρωσικόν", στο "Ντορέ" του Πλέσσα θα πιουν το ρόφημά τους και θα απολαύσουν μία γλυκιά λιχουδιά λόγιοι και μη, εύποροι και μη, ντόπιοι και μη, περαστικοί και ταξιδιώτες. {Πρωί πρωί ξεκινούσαμε ο πατέρας μου κι εγώ, κατηφορίζαμε προς το κέντρο και φτάναμε στου "Γαμβέττα", το γνωστό ζαχαροπλαστείο στη γωνία της Πανεπιστημίου με την Κοραή [...] Η Πανεπιστημίου ήταν τότε και άνοδος από την Ομόνοια προς το Σύνταγμα... - Με νοσταλγία... για μια ζωή έτσι, χωρίς πρόγραμμα / Μαρία Ρεζάν}.
Στο "Κέντρον των ζυθοφίλων", στην "Κυψέλη", στο "Ίλιον", στου "Βρεττού", στο "Πάνθεον", στο "Πανελλήνιον", στο "Ιντέαλ", στα "τέσσερα Φ", στου "Τσιτσίδη", στη "Φάλαγγα", στης "Πανδώρας", στου "Απότσου" θα χορτάσουν την πείνα τους και θα έρθουν στο κέφι συνοδεύοντας με νοστιμιές την μπύρα και το ούζο τους...
ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ
- Οι συνοικίες των Αθηνών, Ελ.Γ. Σκιαδάς (Εκδ. Μένανδρος, Αθήνα 2018)
- Αθήνα - Ιχνηλατώντας την πόλη με οδηγό την ιστορία και τη λογοτεχνία, Θ. Γιοχάλας/Τ. Καφετζάκη (Εκδ. βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2021)
- Οδός Πανεπιστημίου (19ος - 21ος αι.)/Ιστορία και ιστορίες (Εκδ. βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2025)
- Ταξίδι στην Ελλάδα (Voyage en Grèce), Ανρί Μπελλ (Henri Belle) (Εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 1993)
- Εν Αθήναις, κάποτε..., Δ.Β. Ηλιόπουλος (Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000)
- Αι Αθήναι. Από του 19ου εις τον 20ον αιώνα, Κ. Μπίρης (Εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1996)
- Αλληλογραφία Ερνστ Τσίλλερ - Θεόφιλος Χάνσεν 1859-1890, μτφ Μ. Ζ. Κασιμάτη (Εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2024)
- Τα καφενεία της παλιάς Αθήνας, Αρ. Σκουμπουρδή (Εκδ. Δήμος Αθηναίων Πολιτισμικός Οργανισμός, 2001)
- Θυμήσου εκείνα τα χρόνια..., Γ. Καιροφύλας (Εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 2009)
- Ιστορία των Αθηναίων, Δ. Γέροντας (Εκδ. Παλμός, Αθήνα 1995)
- Ο κίτρινος φάκελλος, Μ. Καραγάτσης (Εκδ. βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2005)
- Η μενεξεδένια πολιτεία, Αγ. Τερζάκης (Εκδ. βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2003)
- Τα παιδιά της Νιόβης, Τ. Αθανασιάδης (Εκδ. βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2010)
- Με νοσταλγία... για μια ζωή έτσι, χωρίς πρόγραμμα, Μ. Ρεζάν (Εκδ. Πατάκης, Αθήνα 2000)
- Ελληνικό Λαογραφικό και Ιστορικό Αρχείο (Ε.Λ.Ι.Α.)
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr
