X

Οι 74 Ιταλοί εγκληματίες πολέμου που ζήτησε η Ελλάδα και ποτέ δεν εκδόθηκαν - Τα ιταλικά έγγραφα της μεταπολεμικής ατιμωρησίας

Οι Ιταλοί εγκληματίες πολέμου στην Ελλάδα και πώς δεν οδηγήθηκαν ποτέ στη δικαιοσύνη

Γράφει: Μανωλης Νταλουκας

Στις 15 Αυγούστου 1940, πριν ακόμη η Ιταλία κηρύξει επίσημα τον πόλεμο στην Ελλάδα, το ελληνικό καταδρομικό "Έλλη" βυθίστηκε στην Τήνο από το ιταλικό υποβρύχιο "Delfino". Δυόμισι μήνες αργότερα, στις 28 Οκτωβρίου, ο Μπενίτο Μουσολίνι εξαπέλυσε την ιταλική επίθεση εναντίον της Ελλάδας. Ακολούθησαν ο ελληνοϊταλικός πόλεμος, η ναζιστική εισβολή, η Κατοχή και μια σειρά εγκλημάτων εναντίον του ελληνικού πληθυσμού.

Πολλοί πιστεύουν ότι οι Ιταλοί στη διάρκεια της Κατοχής, ήταν λιγότερο σκληροί και πιο ευγενικοί σε σύγκριση με τους Γερμανούς λόγω της "ήπιας" ή "μεσογειακής" ιδιοσυγκρασίας τους. Ωστόσο, το αποτύπωμα που άφησαν ιδιαίτερα στη Δυτική Μακεδονία δίνει μια μάλλον ζοφερή και μη κολακευτική εικόνα για πολλούς από αυτούς. Από το 1941 έως το 1943, ελληνικοί πληθυσμοί υπέστησαν εκτελέσεις, αντίποινα, βασανισμούς, λεηλασίες και πυρπολήσεις οικισμών. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι το Δομένικο, όπου οι ιταλικές δυνάμεις κατοχής, αφού το πυρπόλησαν, εκτέλεσαν 150 κατοίκους.

Η σφαγή στο Δομένικο (16-17 Φεβρουαρίου 1943) παραμένει μια ανοιχτή πληγή στην ελληνική ιστορία, καθώς κανένας από τους Ιταλούς υπαιτίους δεν οδηγήθηκε ποτέ ενώπιον της δικαιοσύνης. Το έγκλημα αυτό, που συγκαταλέγεται στις πιο αποτρόπαιες φασιστικές θηριωδίες στην Ελλάδα, έμεινε ατιμώρητο. Παρά το γεγονός ότι η ιστορική έρευνα έχει ταυτοποιήσει τους υπευθύνους —όπως τον στρατηγό Cesare Benelli, διοικητή της μεραρχίας "Πινερόλο", και τον αντισυνταγματάρχη Antonio Di Paola, ο οποίος ηγήθηκε της επιχείρησης εξόντωσης του χωριού— κανείς τους δεν λογοδότησε. Αντιθέτως, πολλοί από τους αξιωματικούς που πρωταγωνίστησαν σε τέτοιες επιχειρήσεις έλαβαν τιμητικές διακρίσεις ή συνέχισαν απρόσκοπτα την καριέρα τους στο μεταπολεμικό ιταλικό κράτος. Η ίδια πρακτική ατιμωρησίας εφαρμόστηκε και στην περίπτωση του Giuseppe Aicardi, κυβερνήτη του ιταλικού υποβρυχίου που τορπίλισε το καταδρομικό "Έλλη": μετά τον πόλεμο, όχι μόνο δεν δικάστηκε, αλλά συνέχισε τη σταδιοδρομία του στο ιταλικό εμπορικό ναυτικό, απολαμβάνοντας την ασυλία που προσέφερε το πλέγμα των μεταπολεμικών γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων.

Διαβάστε Επίσης

Η Ελλάδα ζήτησε την παράδοση των Ιταλών

Μετά την απελευθέρωση, η Ελλάδα δεν άφησε τις υποθέσεις αυτές να ξεχαστούν. Στους καταλόγους της United Nations War Crimes Commission περιλήφθηκαν Ιταλοί που κατηγορούνταν κατόπιν ελληνικών καταγγελιών. Σύμφωνα με επίσημη έκθεση της Ιταλικής Κοινοβουλευτικής Εξεταστικής Επιτροπής, το 1947 η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε με διπλωματικές διακοινώσεις την παράδοση 74 Ιταλών που κατηγορούνταν για εγκλήματα πολέμου. Από αυτούς, κανένας δεν παραδόθηκε να δικαστεί στην Ελλάδα.

Τι δείχνουν τα ιταλικά αρχεία

Η Έκθεση Μειοψηφίας της Ιταλικής Κοινοβουλευτικής Εξεταστικής Επιτροπής, που κατατέθηκε το 2006 από τον εισηγητή Carlo Carli, εξετάζει αναλυτικά την πολιτική των ιταλικών κρατικών υπηρεσιών απέναντι στα αιτήματα παράδοσης. Η έκθεση αναφέρει ότι το ιταλικό Υπουργείο Εξωτερικών, το Υπουργείο Πολέμου/Άμυνας, το Γενικό Επιτελείο, η Προεδρία του Υπουργικού Συμβουλίου και η στρατιωτική εισαγγελική αρχή κινητοποιήθηκαν για την προστασία των Ιταλών που ζητούσαν τα πρώην κατεχόμενα κράτη. Στόχος ήταν να παραμείνουν οι κατηγορούμενοι στην Ιταλία και να δικαστούν —εφόσον δικαστούν— από τις ιταλικές αρχές (Πηγή – επίσημο ιταλικό κοινοβουλευτικό έγγραφο:Doc. XXIII, n. 18-bis – Relazione di minoranza, Camera dei Deputati / Senato della Repubblica).

Η ίδια η έκθεση χαρακτηρίζει το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ως "impunità di fatto" — "de facto ατιμωρησία".

Η έκθεση περιλαμβάνει έγγραφο του ιταλικού Υπουργείου Πολέμου της 6ης Φεβρουαρίου 1946, όπου εξετάζεται η αντιμετώπιση των αιτημάτων των ξένων κρατών. Το έγγραφο περιλαμβάνει τη φράση "eliminare la possibilità di arresti e di consegne di italiani agli Stati richiedenti" δηλαδή "να εξαλειφθεί η δυνατότητα συλλήψεων και παραδόσεων Ιταλών στα κράτη που τους ζητούν".

Παράλληλα, σε έγγραφο του ιταλικού Υπουργείου Εξωτερικών της 25ης Ιανουαρίου 1946 συζητείται η ανάγκη "παθητικής αντίστασης" στα αιτήματα παράδοσης. Η πολιτική λογική ήταν σαφής: η Ιταλία επιδίωκε να αποφύγει την παράδοση των δικών της υπηκόων σε ξένα δικαστήρια.

Διαβάστε Επίσης

Ο μοναδικός που δικάστηκε: Giovanni Ravalli

Ο Giovanni Ravalli υπήρξε η μοναδική περίπτωση Ιταλού εγκληματία πολέμου που δικάστηκε από το ελληνικό δικαστικό σύστημα, και καταδικάστηκε. Ήταν Ιταλός αξιωματικός που ονομάστηκε "Σφαγέας της Μακεδονίας" αφού διέπραξε φριχτούς βασανισμούς και δολοφονίες στην περιοχή της Καστοριάς. Το γεγονός ότι ο Ravalli δικάστηκε στην Ελλάδα οφειλόταν στο ότι συνελήφθη επί τόπου από τις ελληνικές αρχές αμέσως μετά την απελευθέρωση, πριν προλάβει να διαφύγει στην Ιταλία. Αυτό τον κατέστησε "εύκολο στόχο" για τη δικαιοσύνη, σε αντίθεση με τους ανώτατους αξιωματικούς που είχαν ήδη επιστρέψει στην Ιταλία και προστατεύονταν πλέον από το διπλωματικό πλέγμα ασυλίας.

Το 1946, ο Giovanni Ravalli καταδικάστηκε σε τρεις ισόβιες ποινές. Η ίδια η ιταλική κοινοβουλευτική έκθεση αναφέρει την υπόθεση και σημειώνει ότι αργότερα το ιταλικό κράτος άσκησε διπλωματικές πιέσεις για την απελευθέρωσή του.

Ο Ravalli απελευθερώθηκε τελικά το 1950, μετά από χάρη της ελληνικής κυβέρνησης, και επέστρεψε στην Ιταλία. Εκεί ακολούθησε κρατική σταδιοδρομία και έφθασε στη θέση του prefetto του Παλέρμο. Πέθανε στη Ρώμη το 1998. Η περίπτωση Ravalli είναι χαρακτηριστική, επειδή δείχνει πόσο διαφορετική ήταν η μεταχείριση ενός κατηγορούμενου όταν βρισκόταν ήδη υπό ελληνική δικαιοδοσία από εκείνη των εγκληματιών που παρέμεναν στην Ιταλία.

Και το "Ντουλάπι της Ντροπής"

Υπάρχει και μια δεύτερη, παράλληλη ιστορία που φωτίζει το γενικότερο πρόβλημα της μεταπολεμικής διαχείρισης των εγκλημάτων. Το περίφημο "Armadio della Vergogna" — "Ντουλάπι της Ντροπής" ήταν το ντουλάπι στο οποίο βρέθηκαν το 1994 στη Ρώμη 695 φάκελοι και ένα γενικό μητρώο με 2.274 αναφορές εγκλημάτων, κυρίως για ναζιστικά και φασιστικά εγκλήματα που διαπράχθηκαν στην Ιταλία κατά την περίοδο 1943–1945.

Δεν πρέπει να συγχέουμε αυτή την υπόθεση με τους φακέλους των Ιταλών εγκληματιών που ζητούσαν η Ελλάδα και άλλα κράτη. Όμως και οι δύο υποθέσεις οδηγούν σε ένα κοινό ιστορικό ερώτημα:

Γιατί τόσες έρευνες για εγκλήματα πολέμου δεν μετατράπηκαν σε δίκες;

Η απάντηση δεν βρίσκεται σε έναν μόνο παράγοντα. Η μεταπολεμική Ιταλία, ως σύμμαχος πια χώρα, έμπαινε σε μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα, ενώ η αντιπαράθεση Ανατολής και Δύσης άλλαζε τις προτεραιότητες των κυβερνήσεων.

Η μη απόδοση δικαιοσύνης και για το Δομένικο και για άλλες περιπτώσεις για εγκλήματα Ιταλών φασιστών στη διάρκεια της κατοχής, ήταν μέρος μιας γενικότερης στάσης της μεταπολεμικής Δύσης. Οι ΗΠΑ και Μεγάλη Βρετανία, στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, ήθελαν μια σταθερή και αντι-κομμουνιστική Ιταλία. Η δίωξη της ηγεσίας και των στελεχών του ιταλικού στρατού θα προκαλούσε πολιτική αστάθεια και θα ενίσχυε τις δυνάμεις της Αριστεράς, που ζητούσαν επίμονα την τιμωρία των φασιστών. Έτσι, η μεταπολεμική Ιταλία, με την ενεργή στήριξη των ΗΠΑ και της Μ. Βρετανίας, πέτυχε να "μπλοκάρει" όλες τις εκδόσεις, επικαλούμενη ότι οι δίκες έπρεπε να γίνουν στην Ιταλία – κάτι που στην πράξη δεν έγινε ποτέ ουσιαστικά για τα εγκλήματα στην Ελλάδα.

Η Ελλάδα, εξαντλημένη από τον Εμφύλιο Πόλεμο και εξαρτώμενη από τη δυτική βοήθεια, δεν μπόρεσε να επιβάλει την έκδοση και δίκη των υπευθύνων. Παρά τις προσπάθειες που έγιναν αμέσως μετά την απελευθέρωση (συγκρότηση λιστών εγκληματιών πολέμου), η έλλειψη διεθνούς στήριξης και η ιταλική άρνηση συνεργασίας κατέστησαν την τιμωρία των υπευθύνων αδύνατη.

Η ίδια η κοινοβουλευτική έρευνα αφιερώνει ξεχωριστό κεφάλαιο στο διεθνές πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου και στη μεταπολεμική εξέλιξη της υπόθεσης.

Η ιταλική κατοχή της Ελλάδας, 1941–1943: Ιταλοί στρατιώτες στην Ακρόπολη και ο Μπενίτο Μουσολίνι, ηγέτης της φασιστικής Ιταλίας. Πίσω από την εικόνα της κατοχής βρίσκονται τα εγκλήματα πολέμου και οι 74 Ιταλοί που η Ελλάδα ζήτησε μεταπολεμικά να εκδοθούν για να δικαστούν.

Η υπόθεση των Ιταλών εγκληματιών πολέμου δεν εξελίχθηκε με τον ίδιο τρόπο που εξελίχθηκε η δίωξη κορυφαίων ναζιστών εγκληματιών στη Νυρεμβέργη.

Στην περίπτωση της Ιταλίας, η απόδοση δικαιοσύνης υπήρξε αποσπασματική, άνιση και σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τις μεταπολεμικές πολιτικές ισορροπίες.

Τα ιταλικά κρατικά έγγραφα που αποκαλύφθηκαν από την Κοινοβουλευτική Εξεταστική Επιτροπή δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας: υπήρξε κεντρική πολιτική επιλογή να προστατευθούν οι κατηγορούμενοι από την παράδοσή τους στα κράτη-θύματα. Η Ελλάδα ζήτησε δικαιοσύνη, τα ονόματα καταγράφηκαν, οι φάκελοι σχηματίστηκαν, αλλά η μεταπολεμική γεωπολιτική πραγματικότητα αποδείχθηκε ισχυρότερη. Η υπόθεση των 74 Ιταλών εγκληματιών πολέμου δεν είναι απλώς ένα στατιστικό στοιχείο, Είναι το μνημείο μιας ηθικής ήττας, όπου οι σκοπιμότητες του Ψυχρού Πολέμου επισκίασαν το αίμα των θυμάτων και την ανάγκη για ιστορική κάθαρση.