Την ανακήρυξη δύο νέων αγίων (αγιοκατάταξη) αποφάσισε το Οικουμενικό Πατριαρχείο μετά από συνεδρίαση υπό τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο.
Πρόκειται για τον ιερομόναχο Γέροντα Τύχωνα, που έζησε στη σκήτη της Καψάλας, και τον μοναχό Γεώργιο, ευρύτερα γνωστό ως Χατζη-Γεώργη.
Ο παπα-Τύχων γεννήθηκε στη Ρωσία, στη Νόβια Μιχαλόσκα το 1884. Υπήρξε μορφή της σύγχρονης αγιορείτικης ασκητικής παράδοσης και έζησε στη σκήτη της Καψάλας, στο Άγιον Όρος. Έγινε ιδιαίτερα γνωστός ως πνευματικός πατέρας του Άγιου Παΐσιου, ο οποίος τον μνημόνευε με βαθύ σεβασμό.
Ζούσε σε ένα απλό κελί, με αυστηρό ασκητικό τρόπο ζωής, αφιερωμένος στην αδιάλειπτη προσευχή και τη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Δεν άφησε συγγράμματα, η μνήμη του διασώζεται κυρίως μέσα από προφορικές μαρτυρίες και διηγήσεις μοναχών που τον γνώρισαν.
Ο ίδιος ο Άγιος Παΐσιος αναφέρει ότι ο Τύχων ζούσε με μεγάλη αφάνεια, αλλά είχε πλούσια εσωτερική πνευματική ζωή. Ήταν από εκείνους τους παλαιούς Ρώσους ασκητές, που συνέχισαν την ησυχαστική παράδοση στο Άγιον Όρος μετά τις ταραχές του 20ού αιώνα.
Το 1968 είχε προαισθανθεί πια τον θάνατό του. Τον είχαν εγκαταλείψει και οι λίγες σωματικές του δυνάμεις. Μετά της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο, είχε πέσει στο κρεβάτι και έπινε μόνο νερό, γιατί καιγόταν εσωτερικά. Παρόλο που βρισκόταν σ' αυτή την κατάσταση, πάλι δεν ήθελε να μένει άνθρωπος κοντά του, για να μη τον περισπά στην αδιάλειπτη προσευχή του.
Γέροντας Χατζη-Γεώργης ο Αθωνίτης
Ο Γέροντας Χατζη-Γεώργης, κατά κόσμον Γαβριήλ, γεννήθηκε στην Κερμίρα της Καππαδοκίας ως πρωτότοκος γιος του Ιορδάνη και της Μαρίας. Από μικρός ήρθε σε επαφή με τον μοναχικό βίο μέσω της θείας του, ενώ αντιμετώπιζε δυσκολίες στο να μάθει γράμματα. Με θερμές προσευχές και τη μεσολάβηση της Παναγίας απέκτησε τη δυνατότητα ανάγνωσης, γεγονός που επιβεβαιώθηκε από τον νεωκόρο της εκκλησίας.
Σε ηλικία 14 ετών, έμεινε στην Κωνσταντινούπολη για να προσευχηθεί για τον εξισλαμισμένο θείο του, ο οποίος τελικά επέστρεψε στην πίστη. Η ασκητική ζωή του εντυπωσίασε ακόμη και τον Σουλτάνο Μαχμούτ Β’, ο οποίος ευνόησε τους Χριστιανούς. Παρά τη ζωή στο παλάτι, ο Γαβριήλ προτίμησε τον δρόμο της σωτηρίας και κατευθύνθηκε στο Άγιον Όρος, όπου έγινε μοναχός στη Μονή Γρηγορίου με το όνομα Γεώργιος και αργότερα ονομάστηκε Χατζη–Γεώργης μετά το προσκύνημά του στους Αγίους Τόπους.
Υπήρξε αυστηρός στη νηστεία και στην προσευχή, οδηγώντας τη συνοδεία των Καυσοκαλυβίων σε πνευματικούς αγώνες και προσφέροντας στήριγμα σε πονεμένους ανθρώπους. Η φήμη του απλώθηκε παντού, ενώ η αγιότητά του ήταν τόσο έντονη που οι Αγιορείτες χρησιμοποιούσαν το όνομά του ως σύμβολο νηστείας και ασκητικότητας. Παρά τις δοκιμασίες, ακόμα και την εξορία του από το Άγιο Όρος, διατήρησε ακέραιο το πνευματικό του ανάστημα και συνέχισε να στηρίζει τους Χριστιανούς υπό τυραννία.
Σε αυτόν είχε αφιερώσει ένα βιβλίο του ο Άγιος Παΐσιος, όπου ανέφερε: "Μεταξύ, λοιπόν, των αδικημένων Πατέρων της Εκκλησίας μας είναι και ο Οσιώτατος Πατήρ Γεώργιος, ο Χατζη-Γεώργης, ο οποίος είναι ένας σύγχρονος Άγιος της εποχής μας, αλλά, μπορούμε να πούμε και μεγάλος Άγιος ανάλογα με την εποχή μας. Είχε αφήσει μεγάλο όνομα ο Γέροντας. "Μεγάλος ασκητής και πολύ νηστευτής!", έλεγαν. Άφησε δε και το όνομά του ακόμη ως επίθετο για τους πολύ νηστευτάς: "Αυτός είναι Χατζη-Γεώργης!", έλεγαν".
Η ανακοίνωση του Πατριαρχείου
Ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος συνέχισε καί σήμερον, 11ην Φεβρουαρίου 2026, τάς ἐργασίας αὐτῆς, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, πρός ἐξέτασιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων θεμάτων.
Τό Ἱερόν Σῶμα ἀπεφάσισεν ὁμοφώνως τήν κατάταξιν εἰς τό ἁγιολόγιον τῆς Ἐκκλησίας τῶν ὁσιακῆς βιοτῆς Ἁγιορειτῶν Ἱερομονάχου Τύχωνος, τοῦ ἐν τῷ ἐν τῇ Σκήτῃ Καψάλας Ἱερῷ Σταυρονικητιανῷ Κελλίῳ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἀσκήσαντος, καί μοναχοῦ Γεωργίου, τοὐπίκλην Χατζη-Γεώργη, τοῦ ἐκ Καππαδοκίας καταγομένου καί ἐν Κωνσταντινουπόλει κοιμηθέντος.
Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας
τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου