«Εγώ είχα αναλάβει τη γυναίκα και οι άλλοι έψαχναν το σπίτι για λεφτά. Άρχισε να φωνάζει και εγώ της έκλεισα το στόμα για να μη σηκώσει την πολυκατοικία στο πόδι. Έπεσε μπρούμυτα στο κρεβάτι και δεν κουνιόταν καθόλου. Κατάλαβα ότι κάτι έγινε και φώναξα τους άλλους.Την λύσαμε την κατεβάσαμε απο το κρεβάτι αλλά είχε πεθάνει. Άρπαξαμε τα λεφτά και φύγαμε» έτσι... απλά εξηγεί ο 34χρονος ομογενής από τη Γεωργία την ανθρωποκτονία της 59χρονης άτυχης γυναίκας το βράδυ της 7ης Φεβρουαρίου, μέσα στο σπίτι της στον Πειραιά. Στην αναπαράσταση περιέγραψε με λεπτομέρειες το έγκλημα, ωστόσο αρνήθηκε να δώσει τα στοιχεία των δύο συνεργών του.
Η εξέτασή του, και η αποκάλυψη του φρικτού εγκλήματος ήρθε μετά από... γυναικεία ανάκριση έπειτα από σύλληψή για απόπειρα κλοπής αυτοκινήτου στις 25 Φεβρουαρίου στην περιοχή του Πειραιά. Ο 34χρονος είχε εντοπιστεί από αστυνομικούς της ομάδας ΔΙ.ΑΣ., και μεταφέρθηκε στο Τμήμα Ασφαλείας Πειραιά. Μία γυναίκα αστυνομικός άρχισε να τον ανακρίνει. Είχε κινήσει την περιέργειά το γεγονός ότι άτομα αυτής της εθνικότητας είχαν περισσότερο από ένα χρόνο να εμφανιστούν στην περιοχή, ενώ ταυτόχρονα θυμήθηκε το άγριο έγκλημα της άτυχης γυναίκας που είχε συμβεί λίγες εβδομάδες νωρίτερα. Ο κακοποιός επέμενε ότι δεν είχε καμία σχέση με τη ληστεία και τη δολοφονία, ωστόσο μετά από εξαντλητική ανάκριση άρχισε να πέφτει σε αντιφάσεις και στο τέλος ομολόγησε. Στην αρχή υποστήριξε στην αστυνομικό ότι πράγματι εισέβαλε μαζί με τους δυο συνεργούς του στο σπίτι για να ληστέψουν και ότι δεν γνώριζε οτι η γυναίκα πέθανε καθώς όπως είπε νόμιζε οτι αφού την ακινητοποίησαν και την φίμωσαν δεν μπορούσε να κινηθεί. Όμως η αστυνομικός επέμενε με ερωτήσεις και ταυτόχρονα ειδοποίησε αξιωματικούς του τμήματος Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής της Ασφάλειας Αττικής, αναφέροντας τη «σιγουριά» της πως είχε στα χέρια της τον δράστη της δολοφονίας. Λίγο αργότερα, ο 34χρονος ομολογούσε και σε εκείνους το έγκλημά του.
Τις πρώτες πρωινές ώρες της 7-2-2016, ο σύζυγος του θύματος, συνταξιούχος αστυνομικός, ειδοποίησε την Αστυνομία ότι τρεις άγνωστοι δράστες, με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους και με τη χρήση βίας ακινητοποίησαν αρχικά τη σύζυγό του, όταν εκείνος πάρκαρε το αυτοκίνητό τους, και στη συνέχεια τον ίδιο, την στιγμή της εισόδου τους στο διαμέρισμά τους, όπου αφαίρεσαν χρήματα και κοσμήματα. Μετά την αποχώρηση των δραστών από το διαμέρισμα διαπίστωσε ότι η σύζυγός του ήταν αναίσθητη και πεσμένη στο πάτωμα διπλανού δωματίου. Ο ιατροδικαστής διαπίστωσε ότι ο θάνατός της οφείλεται σε πνιγμό από απόφραξη των αεροφόρων οδών. Η άτυχη γυναίκα είχε βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό, καθώς πριν από μερικά χρόνια είχε υποβληθεί σε σοβαρή χειρουργική επέμβαση στους πνεύμονες και μία ακόμη στη χολή, λίγες εβδομάδες πριν βρεθεί αντιμέτωπη με τους δολοφόνους της.