Οι ψυχεδελικές ουσίες επιστρέφουν τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο της επιστημονικής έρευνας, με τους ερευνητές να εξετάζουν αν μπορούν να αποτελέσουν εργαλεία για την αντιμετώπιση της εξάρτησης. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η ερευνητική δραστηριότητα της Ίσις Ρίτα Ανζέλ Κουτρούλη, υποψήφιας διδάκτορος στην 3η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Καρόλου στην Πράγα, η οποία εκπονεί την έρευνά της στο Εθνικό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας (NUDZ), υπό την επίβλεψη του Tomáš Páleníček στο Κέντρο Έρευνας Ψυχεδελικών Ουσιών.
Στη συγκεκριμένη μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Addiction Biology, με τίτλο "Psilocybin and Ibogaine in Cocaine-Seeking Extinction Enhancement Without Relapse Prevention", ομάδα επιστημόνων με επικεφαλής την Ελληνίδα ερευνήτρια εξετάζουν πώς η ψιλοκυβίνη και η ιμπογαΐνη επηρεάζουν τη συμπεριφορά εξάρτησης από την κοκαΐνη σε πειραματικό μοντέλο σε αρουραίους.
Με σπουδές στη Βιολογία και μεταπτυχιακό στις Νευροεπιστήμες από την Αθήνα, η ίδια εστιάζει στη μελέτη των ψυχεδελικών ουσιών ως πιθανών θεραπευτικών εργαλείων για την απεξάρτηση, επιχειρώντας να γεφυρώσει τη βασική έρευνα με τις σύγχρονες ψυχιατρικές προσεγγίσεις.
Η Ίσις Κουτρούλη εξηγεί μιλώντας στο TheTOC, ότι η εξάρτηση δεν είναι απλώς θέμα "θέλησης", αλλά κυρίως θέμα μάθησης. Ο εγκέφαλος μαθαίνει να συνδέει την ουσία με την ανταμοιβή και, με τον καιρό, αυτή η σύνδεση επεκτείνεται και στο περιβάλλον: εικόνες, χώροι ή συνθήκες μπορούν να λειτουργήσουν ως ερεθίσματα που πυροδοτούν την επιθυμία για χρήση, ακόμη και όταν η ουσία δεν υπάρχει.
Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που η εξάρτηση από την κοκαΐνη παραμένει ιδιαίτερα δύσκολη στη θεραπεία. Παρά την επιθυμία πολλών ανθρώπων να διακόψουν τη χρήση, τα έντονα cravings, η ισχυρή σύνδεση του εγκεφάλου με τα σχετικά ερεθίσματα και η συχνή υποτροπή καθιστούν την απεξάρτηση μια σύνθετη διαδικασία.
Το πείραμα
Για να μελετηθούν αυτοί οι μηχανισμοί, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν το μοντέλο της ενδοφλέβιας αυτοχορήγησης (IVSA). Σε αυτό, "οι αρουραίοι εκπαιδεύονται να πατούν έναν μοχλό για να λάβουν κοκαΐνη, αναπαράγοντας τη συμπεριφορά αναζήτησης της ουσίας. Αφού αυτή η συμπεριφορά σταθεροποιηθεί, ακολουθεί η φάση της "απόσβεσης" (extinction learning). Σε αυτό το στάδιο, τα ζώα συνεχίζουν να πατούν τον μοχλό, όμως δεν λαμβάνουν πλέον την ουσία. Σταδιακά, ο εγκέφαλος καλείται να "ξεμάθει" ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά οδηγεί σε ανταμοιβή", εξηγεί μιλώντας στο TheTOC η Ίσις Κουτρούλη.
Και προσθέτει: "Σε αυτή τη φάση, παρεμβαίνουμε χορηγώντας ψιλοκυβίνη ή ιμπογαΐνη σε συγκεκριμένες δόσεις, προκειμένου να εξετάσουμε αν αυτές οι ουσίες μπορούν να ενισχύσουν τη διαδικασία της μάθησης απόσβεσης, δηλαδή το "σβήσιμο" της εξαρτητικής συμπεριφοράς".
Τα ευρήματα
Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι τόσο η ψιλοκυβίνη όσο και η ιμπογαΐνη βοήθησαν τα ζώα να μειώσουν πιο γρήγορα τη συμπεριφορά αναζήτησης κοκαΐνης. Με άλλα λόγια, τα ζώα που έλαβαν αυτές τις ουσίες σταμάτησαν πιο εύκολα να επιμένουν στη συμπεριφορά που σχετιζόταν με τη χρήση.
Η επίδραση αυτή φαίνεται να συνδέεται με την ενίσχυση της λεγόμενης "μάθησης απόσβεσης", δηλαδή της διαδικασίας μέσω της οποίας ο εγκέφαλος αποσυνδέει μια συμπεριφορά από την ανταμοιβή που κάποτε παρείχε.

Ωστόσο, όταν εξετάστηκε η υποτροπή, τα αποτελέσματα ήταν διαφορετικά. Η συμπεριφορά αναζήτησης μπορούσε να επανεμφανιστεί όταν τα ζώα εκτίθεντο ξανά στα σχετικά ερεθίσματα, γεγονός που δείχνει ότι, στο συγκεκριμένο πειραματικό μοντέλο, οι ουσίες αυτές δεν απέτρεψαν την υποτροπή.
"Ουσιαστικά μαθαίνουν πιο γρήγορα", εξηγεί η ίδια. "Κάνουν πιο γρήγορο update σε αυτό που είχαν μάθει". Όπως σημειώνει, πρόκειται για επιτάχυνση της διαδικασίας μάθησης: τα ζώα προσαρμόζονται πιο γρήγορα στη νέα συνθήκη και εγκαταλείπουν νωρίτερα τη συμπεριφορά αναζήτησης.
Παρόλα αυτά, η υποτροπή παραμένει. "Δεν μαθαίνουν να ξεχωρίζουν τα triggers τους", τονίζει. "Τα ερεθίσματα είναι εκεί και εξακολουθούν να έχουν δύναμη". Για να μετρηθεί αυτή ακριβώς η διάσταση, οι ερευνητές χρησιμοποιούν το λεγόμενο μοντέλο reinstatement. Μετά τη φάση εξάλειψης, τα ζώα επιστρέφουν στα κουτιά και εκτίθενται ξανά στα ερεθίσματα – όπως το φως και ο ήχος – που είχαν συνδεθεί με τη χρήση. "Αυτό είναι ένα πολύ ισχυρό trigger", εξηγεί. "Και εκεί βλέπουμε πόσο έντονα θα επανέλθει η συμπεριφορά".
Η ομάδα σχεδίασε το πείραμα ώστε να εξετάσει και τη διάρκεια αυτής της επίδρασης. Σε αντίθεση με άλλες μελέτες, όπου η αξιολόγηση γίνεται μέσα σε 24 ή 48 ώρες, εδώ το τεστ πραγματοποιήθηκε πέντε ημέρες μετά τη χορήγηση.
"Θέλαμε να δούμε αν υπάρχει ένα πιο μακροπρόθεσμο εφέ", σημειώνει. Τα δεδομένα έδειξαν ότι, παρότι υπάρχει σαφής επίδραση στη φάση της εξάλειψης – ακόμη και 24 ώρες μετά τη χορήγηση – αυτή δεν διατηρείται μακροπρόθεσμα, καθώς πέντε ημέρες μετά δεν παρατηρήθηκε μείωση της υποτροπής.
Τι σημαίνει αυτό για τον εγκέφαλο
Τα αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν ότι οι ψυχεδελικές ουσίες βοηθούν τα ζώα να "ξεμαθαίνουν" πιο γρήγορα τη συμπεριφορά αναζήτησης της κοκαΐνης, όχι όμως να αποφεύγουν την υποτροπή. Αυτό, όπως εξηγεί η Ίσις Κουτρούλη, δεν είναι απλώς θέμα συμπεριφοράς, αλλά κάτι πιο βαθύ. "Δεν είναι απλά ένα ψυχολογικό μοντέλο", λέει. "Είναι βιολογία".
Όπως εξηγεί, ο εγκέφαλος μαθαίνει να συνδέει την ουσία με συγκεκριμένα ερεθίσματα. Με τον καιρό, αυτές οι συνδέσεις "γράφονται" και γίνονται όλο και πιο ισχυρές. "Τα triggers που έχεις συνδέσει δεν είναι απλώς σκέψεις, έχουν αποτυπωθεί και στον ίδιο τον εγκέφαλο", σημειώνει.
Με απλά λόγια, ο εγκέφαλος μαθαίνει τι αξίζει να επαναλάβει. "Είναι σαν μια ζυγαριά: αξίζει να πάω να πάρω την ουσία ή όχι;", λέει. Και επειδή αυτή η διαδικασία συνδέεται και με τη μνήμη, ακόμη και ένα ερέθισμα, όπως ένας χώρος ή μια εικόνα, μπορεί να ενεργοποιήσει ξανά την επιθυμία για χρήση.

Ο ρόλος των ψυχεδελικών ουσιών
Σε αυτό το πλαίσιο, οι ψυχεδελικές ουσίες δεν λειτουργούν όπως συχνά πιστεύεται. "Δεν είναι ότι "θεραπεύουν” από μόνες τους", ξεκαθαρίζει. "Δουλεύουν σε έναν εγκέφαλο που μαθαίνει ενεργά". Όπως εξηγεί, φαίνεται να κάνουν τον εγκέφαλο πιο "ευέλικτο", βοηθώντας τον να ξεφύγει από τα ίδια επαναλαμβανόμενα μοτίβα.
"Σε καταστάσεις όπως η εξάρτηση, κάνεις τα ίδια πράγματα ξανά και ξανά", σημειωνει μιλώντας στο TheTOC. "Τα psychedelics έρχονται και τα ταρακουνούν". Για να το περιγράψει, χρησιμοποιεί μια εικόνα: "Είναι σαν μια γυάλινη σφαίρα με χιόνι που έχει κατακαθίσει για χρόνια. Όταν την ανακινείς, δημιουργείται μια προσωρινή αταξία, ένας χάος, και μέσα από αυτό μπορούν να δημιουργηθούν νέες διαδρομές".
Ωστόσο, αυτό από μόνο του δεν αρκεί. "Σε καμία περίπτωση δεν είναι πανάκεια. Δεν παίρνεις μια ουσία και θεραπεύεσαι", τονίζει. Αντίθετα, όπως λέει, "ανοίγουν ένα παράθυρο" στον εγκέφαλο, μια περίοδο όπου μπορεί να γίνει αλλαγή. Και αυτό το παράθυρο πρέπει να αξιοποιηθεί. Γι’ αυτό και, όπως εξηγεί, στις κλινικές εφαρμογές δίνεται ιδιαίτερη σημασία σε όλη τη διαδικασία: "την προετοιμασία πριν, την εμπειρία και κυρίως την ενσωμάτωση μετά".
Από το εργαστήριο στους ανθρώπους
Η έρευνα γύρω από τις ψυχεδελικές ουσίες έχει ήδη περάσει και σε ανθρώπους, κυρίως για την κατάθλιψη και τη Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες (PTSD). "Βλέπουμε ότι δουλεύουν", σημειώνει. "Αλλά δεν ξέρουμε ακόμη το πώς και το γιατί".
Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως με την ιμπογαΐνη, τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά, ακόμη και σε άτομα με πολυετή εξάρτηση. "Υπάρχουν άνθρωποι με 30-40 χρόνια εξάρτησης που μετά από μία δόση δεν έχουν ούτε στερητικά", σημειώνει. "Και δεν μπορούμε ακόμη να το εξηγήσουμε". Εδώ ακριβώς έρχεται ο ρόλος της προκλινικής έρευνας: να φωτίσει τους μηχανισμούς πίσω από αυτά τα φαινόμενα.
Τι συμβαίνει στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, ωστόσο, το πεδίο παραμένει περιορισμένο. Όπως εξηγεί, η Ίσις Κουτρούλη, καμία ψυχεδελική ουσία δεν έχει νομιμοποιηθεί, ενώ το ταμπού γύρω από το θέμα είναι ακόμη έντονο. Παράλληλα, βρίσκονται σε εξέλιξη τα πρώτα βήματα, με την πρώτη κλινική μελέτη ψιλοκυβίνης για την κατάθλιψη. "Βλέπω ότι υπάρχει όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον", σημειώνει, ωστόσο έχουμε ακόμη δρόμο".
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr
