X

Πάμε για τρέλες στις Σεϋχέλλες

Μού έχει καρφωθεί η ιδέα πως ωρίμασαν οι συνθήκες για να αλλάξουμε τον εθνικό μας ύμνο

Γράφει: TheToc team

Δεν ξέρω, ίσως να ευθύνεται η επιτακτική μου ανάγκη για διακοπές (όπως και των περισσότερων συμπατριωτών μας, ιδίως εκείνων που δεν θα έχουν ούτε φέτος την οικονομική δυνατότητα) σε συνδυασμό με τις βίαιες και αψυχολόγητες αλλαγές του καιρού, αλλά εδώ και μερικές ημέρες μού έχει καρφωθεί η ιδέα πως ωρίμασαν οι συνθήκες για να αλλάξουμε τον εθνικό μας ύμνο. Να τον προσαρμόσουμε, αν προτιμάτε, στα νέα δεδομένα. Εάν απλώς θεωρείτε κι εσείς πως χρειάζομαι επειγόντως ξεκούραση, μην μπείτε στον κόπο να διαβάσετε παρακάτω.

Σε όσους επιμένουν, υπενθυμίζω πως την άλλη εβδομάδα –στις 4 Αυγούστου, για την ακρίβεια- συμπληρώνονται 161 χρόνια από την επίσημη καθιέρωση του εθνικού μας ύμνου, σε ποίηση Διονυσίου Σολωμού και μελοποίηση Νικολάου Μάντζαρου. Είναι λίγα ή πολλά; Εξαρτάται. Εάν εξακολουθούμε να διαπνεόμαστε από εκείνο το γνήσια επαναστατικό, πολεμικό και ηρωικό πνεύμα που αναμφίβολα μας διαπότιζε ολόκληρο τον πρώτο αιώνα του εθνικού μας "αλυτρωτισμού" (χονδρικά έως το 1922), 161 χρόνια ή 261 χρόνια ή 361 χρόνια, ποτέ δεν είναι πολλά, ούτε καν… αρκετά. Εάν όμως αυτό το πνεύμα έχει μεταλλαχτεί δραστικά και τον ηρωισμό έχει διαδεχτεί –οριστικά, άραγε;- η σαχλαμπουχλίαση, πιθανώς να μην είναι και τόσο τίμιο εκ μέρους μας να στέλνουμε στους άλλους λαούς λανθασμένα μηνύματα μέσω του ύμνου μας: εκεί που θα περιμένουν να συναπαντήσουν ατρόμητους μαχητές, να πέσουν πάνω σε ναζιάρες γατούλες.

Μια καλή ιδέα θα ήταν ν’ αντικατασταθεί ο "Ύμνος εις την ελευθερίαν" με το "Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου", σε μουσική Γιώργου Κατσαρού και στίχους Πυθαγόρα, με πρώτη ερμηνεύτρια την αξεπέραστη Μαρινέλλα. Σίγουρα ο νέος ύμνος συμβαδίζει με το πνεύμα του σύγχρονου Έλληνα, τείνει και χείρα βοηθείας προς τον τουρισμό μας (όχι πως ο τελευταίος το έχει ανάγκη), αλλά ως ύμνος έχει κι αυτός τις αδυναμίες του: είναι αυστηρά εποχικός, τη στιγμή που με νύχια και με δόντια προσπαθούμε να εκτείνουμε τις "περιόδους διακοπών" για τους αλλοδαπούς σε όλη τη διάρκεια του χρόνου (εδώ καλείται να συμπράξει και ο λεγόμενος "θρησκευτικός" τουρισμός ξαποστέλνοντας αναρίθμητους θεοσεβούμενους από τις παραλίες στα βουνά και στα λαγκάδια), χώρια που η αμφιλεγόμενη προσθήκη "και τ’ αγόρι μου", σε έναν ύμνο που υποτίθεται ότι σεξουαλικά οφείλει να καλύπτει τα γούστα ολόκληρου του πληθυσμού, ίσως να έστελνε περισσότερα λανθασμένα μηνύματα προς τα έξω από όσα στέλνει ο σημερινός.

Last but not least, όπως λέμε στα χωριά μας, πέρασε από το μυαλό μου το θρυλικό "Πάμε για τρέλες στις Σεϋχέλλες", σε στίχους Γιώργου Μίτσιγκα / Κώστα Χαριτοδιπλωμένου, μουσική Μαρί Μωραϊτη / Κώστα Χαριτοδιπλωμένου και πρώτη ερμηνεία της ανεπανάληπτης Πωλίνας. Είναι σίγουρα πιο "μπιτάτο" από το "Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου" (προβλέπω να γίνεται χαμός κατά την ανάκρουσή του στις εθνικές παρελάσεις) και η μνεία σε "τρέλες", γενικώς και αορίστως, επιτρέπει σε κάθε ηλικιακή ομάδα, από τα νήπια έως τους υπερήλικες, να φαντασιώνεται ό,τι γουστάρει. Ίσως αποτυπώνει καλύτερα από κάθε άλλο την ελαφρότητα, την ανεμελιά και την απέχθεια προς οιονδήποτε απαιτεί από εμάς "πνευματικό κάματο" ως αναπόσπαστα στοιχεία της εθνικής μας ιδιοσυγκρασίας.

Ωστόσο, υπάρχει κι εδώ ένα πρόβλημα: οι "Σεϋχέλλες". Τι στο διάολο ήθελαν οι στιχουργοί τις "Σεϋχέλλες"; Θα μου πείτε, μπορεί κάτι τέτοιο να μην πέρασε καν από το μυαλό των στιχουργών, να έψαχναν απλώς για ένα εξωτικό νησί που να "έκανε ρίμα" με τις "τρέλες" και αναντίρρητα δεν πέρασε ούτε σαν σκιά υποψίας το ενδεχόμενο να επιλεγεί κάποτε το τραγούδι τους ως εθνικός ύμνος και, άθελά τους, να προκαλέσει διπλωματικό επεισόδιο της Ελλάδας με τις Σεϋχέλλες, σαν ξετσίπωτο υπονοούμενο εδαφικών αξιώσεων, ιδίως από την περίοδο –από τον Μάρτιο του 1956 έως και τον Μάρτιο του 1957- που πάτησε εκεί το πόδι του ο αρχιεπίσκοπος της Κύπρου Μακάριος, εκτοπισμένος από τους Εγγλέζους. Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις πόσο μακριά μπορεί να σε οδηγήσει η παράνοια του διπλωματικού σώματος.

Μιλώντας για τον "Μακάριο" και την "παράνοια", ο νους μου έτρεξε συνειρμικά στον αείμνηστο Χρυσόστομο Β’, έναν από τους διαδόχους του Μακαρίου στον αρχιεπισκοπικό θρόνο (από το 2006 έως το 2022), προκάτοχο του σημερινού αρχιεπισκόπου Κύπρου Γεωργίου. Το 2008, στην τηλεοπτική εκπομπή του Κώστα Βαξεβάνη "Το Κουτί της Πανδώρας" (τότε στον Alpha), ο Χρυσόστομος Β’ εκμυστηρεύτηκε on camera το παρακάτω εκπληκτικό περιστατικό, από την εποχή που ήταν ακόμη μητροπολίτης στην επαρχία της Πάφου: "Ήρθα σε αδιέξοδο, μπορώ να πω, πριν λίγα χρόνια, που κατήντησαν να "δακρύσουν” τες μισές εικόνες της Κύπρου και αναγκάστηκα να κάμω μίαν πολύ αυστηρήν δήλωσιν ότι δεν θα επιτρέψω σε καμίαν εικόναν στην επαρχίαν μου να "δακρύσει”. Κάλεσα τους ιερείς όλης της επαρχίας και τους αυστηρομίλησα και τους είπα, αν "δακρύσει” εικόνα, πρέπει να με καλέσουν πρώτα εμένα να την δω και μετά εγώ θα καλέσω τα μέσα της μαζικής ενημέρωσης. Εάν τολμήσει ιερεύς ή εκκλησιαστικός επίτροπος να καλέσει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης χωρίς να το γνωρίζω πρώτα εγώ, θα υποστούν τες συνέπειες και οι συνέπειες θα είναι πολύ αυστηρές. Και επέρασαν αρκετά χρόνια από τότε χωρίς να "δακρύσει” εικόνα".

Τι έχουμε εδώ; Δεν έχουμε ούτε έναν άθεο, ούτε έναν μασόνο, ούτε έναν μορμόνο. Έχουμε έναν αρχιεπίσκοπο, την κορυφή της Εκκλησίας στην Κύπρο, πριν από δεκαοκτώ χρόνια, να καταγγέλλει δημόσια, on camera, με τον πιο ευθύ, τον πιο κατηγορηματικό και τον πιο σαρκαστικό τρόπο, ένα εξευτελιστικά παιδαριώδες όσο και διαχρονικό σκάνδαλο απάτης της Εκκλησίας… -κι έπειτα; Έπειτα "πάμε για τρέλες στις Σεϋχέλλες". Γι’ αυτό σας λέω. Αναβαθμίστε το τραγούδι της Πωλίνας σε εθνικό μας ύμνο και μην ανησυχείτε για την αντίδραση των Σεϋχελλών. Με τις Σεϋχέλλες θα τα βρούμε.