Οριάνα Φαλάτσι και Αλέκος Παναγούλης. Η ιστορία τους μοιάζει με μυθιστόρημα που όμως γράφτηκε από την ίδια τη ζωή και είχε τραγικό τέλος. Ο έρωτάς τους γεννήθηκε στα σκοτεινά χρόνια της δικτατορίας των συνταγματαρχών.
Εκείνη ήταν ήδη η διάσημη Ιταλίδα δημοσιογράφος που δεν δίσταζε να συγκρουστεί με τους ισχυρότερους ανθρώπους του κόσμου. Είχε καλύψει πολέμους και είχε πάρει θρυλικές συνεντεύξεις από προέδρους, πολιτικούς, βασιλιάδες, επαναστάτες και δικτάτορες. Εκείνος ήταν ο άνθρωπος που, το πρωί της 13ης Αυγούστου 1968, επιχείρησε να δολοφονήσει τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο. Η απόπειρα απέτυχε. Συνελήφθη, βασανίστηκε άγρια και καταδικάστηκε σε θάνατο. Η διεθνής κατακραυγή απέτρεψε την εκτέλεση της ποινής.
Στις 5 Ιουνίου 1969 δραπέτευσε από τη φυλακή, όμως συνελήφθη. Παρά τα αυστηρότερα μέτρα που ακολούθησαν, δεν έπαψε να αναζητά ευκαιρία για να αποδράσει ξανά. Στη διάρκεια της σχεδόν πενταετούς κράτησής του έγραφε ποιήματα. Όταν του κατάσχεσαν τη γραφική ύλη, έγραφε στίχους στους τοίχους του κελιού, χρησιμοποιώντας ακόμη και το αίμα του ως μελάνι. Παρέμεινε στη φυλακή έως τον Αύγουστο του 1973, οπότε απελευθερώθηκε με τη γενική αμνηστία που ανακοίνωσε το καθεστώς.
Τότε, η Φαλάτσι ταξίδεψε στην Ελλάδα για να τον συναντήσει και να του πάρει συνέντευξη. Η συνάντησή τους εξελίχθηκε γρήγορα σε έναν μεγάλο έρωτα, που θα σημάδευε για πάντα και τους δύο. Δεν έμελλε να ζήσουν μαζί παρά λίγα χρόνια. Ήταν όμως αρκετά για να γεννηθεί μία από τις πιο συγκλονιστικές ιστορίες αγάπης, αντίστασης και πολιτικής της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας.
Λίγο μετά την απελευθέρωσή του, ο Παναγούλης με τη Φαλάτσι ταξίδεψαν στην Ιταλία. Εκεί ανάρρωσε από τα βασανιστήρια, και ξέφυγε από την παρακολούθηση της χούντας. Η Φαλάτσι τον φιλοξένησε στα σπίτια της στη Φλωρεντία και στη Ρώμη και τον σύστησε σε κύκλους διανοουμένων, δημοσιογράφων και πολιτικών.
Μετά την κατάρρευση της χούντας τον Ιούλιο του 1974, ο Παναγούλης επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα και αποφάσισε να συμμετάσχει ενεργά στην πολιτική ζωή. Στις πρώτες εκλογές της Μεταπολίτευσης, τον Νοέμβριο του 1974, εξελέγη βουλευτής με την Ένωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις. Η Οριάνα Φαλάτσι, παρέμεινε στο πλευρό του, παρακολουθώντας από κοντά την πολιτική του πορεία στα ταραγμένα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης.
Ο θάνατος του Παναγούλη, ένα δυστύχημα που η Οριάνα Φαλάτσι δεν αποδέχθηκε ποτέ
Τις πρώτες πρωινές ώρες της 1ης Μαΐου 1976, ο Αλέκος Παναγούλης έχασε τη ζωή του όταν το αυτοκίνητό του εξετράπη της πορείας του και προσέκρουσε με σφοδρότητα σε υπόγειο κατάστημα στη λεωφόρο Βουλιαγμένης. Ήταν μόλις 37 ετών. Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε σοκ στην ελληνική κοινωνία, καθώς ο άνθρωπος που είχε γίνει σύμβολο της αντίστασης στη δικτατορία έφευγε από τη ζωή μόλις δύο χρόνια μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας.
Η κηδεία του έγινε στις 5 Μαΐου, δημοσία δαπάνη, στο Α Νεκροταφείο Αθηνών. Με μισό εκατομμύριο λαού να παρευρίσκεται, ο αγωνιστής της Δημοκρατίας ενταφιάστηκε, ενώ η κραυγή "Ζει!" δονούσε την Αθήνα.
Οι επίσημες έρευνες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ήταν τροχαίο δυστύχημα. Ωστόσο, από την πρώτη στιγμή διατυπώθηκαν έντονες αμφιβολίες και υποψίες που ενισχύθηκαν από το γεγονός ότι ο Παναγούλης είχε δηλώσει πως κατείχε σημαντικά έγγραφα σχετικά με τη δράση του παρακρατικού μηχανισμού και πρόσωπα που είχαν συνεργαστεί με τη δικτατορία, τα οποία σκόπευε να φέρει στη δημοσιότητα.
Η Οριάνα Φαλάτσι δεν αποδέχθηκε ποτέ την επίσημη εκδοχή. Μέχρι το τέλος της ζωής της υποστήριζε ότι ο Παναγούλης είχε πέσει θύμα δολοφονίας. Ωστόσο, η εκδοχή αυτή δεν τεκμηριώθηκε ποτέ και μέχρι σήμερα παραμένει αντικείμενο ιστορικής συζήτησης.
Ο πόνος της μετατράπηκε σε βιβλίο. Το "Ένας Άνδρας" (Un Uomo), που κυκλοφόρησε το 1979, δεν αποτελεί απλώς τη βιογραφία του Αλέκου Παναγούλη. Είναι ταυτόχρονα μια ερωτική εξομολόγηση, μια πολιτική μαρτυρία και ένας βαθιά ανθρώπινος φόρος τιμής στον άνθρωπο που, όπως η ίδια έλεγε, άλλαξε για πάντα τη ζωή της. Μέσα από τις σελίδες του, η Φαλάτσι προσπάθησε όχι μόνο να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη του αγαπημένου της, αλλά και να υπερασπιστεί τις αξίες για τις οποίες εκείνος αγωνίστηκε: την ελευθερία, τη δημοκρατία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Η Οριάνα Φαλάτσι πέθανε στις 15 Σεπτεμβρίου 2006 στη Φλωρεντία. Δέκα χρόνια μετά τον θάνατό της, οι εκδόσεις Rizzoli δημοσίευσαν το βιβλίο Solo io posso scrivere la mia storia ("Μόνο εγώ μπορώ να γράψω τη δική μου ιστορία"), το οποίο βασίστηκε σε ανέκδοτα χειρόγραφα που άφησε πίσω της. Ανάμεσά τους βρίσκεται μια συγκλονιστική εξομολόγηση για τον θάνατο του ανθρώπου που σημάδεψε τη ζωή της, του Αλέκου Παναγούλη:
"Κάθε 1η Μαΐου, δηλαδή, κάθε επέτειο του θανάτου του, του έστελνα τριάντα επτά κόκκινα τριαντάφυλλα: ναι. (Ήταν τριάντα επτά όταν τον σκότωσαν.)… Στο οικογενειακό μου νεκροταφείο στη Φλωρεντία, τοποθέτησα μια επιτύμβια στήλη στη μνήμη του. Την τοποθέτησα στη γωνία όπου θα ταφώ. Αλλά δεν έχω δει ποτέ τον τάφο του και ούτε θα δω ποτέ. Δεν θέλω να τον δω. Άλλωστε, ποιο θα ήταν το νόημα να τον δω; Υπάρχουν μόνο τα οστά του εκεί …Κάθε 1η Μαΐου, θα τιμήσω τον Αλέκο με τον δικό μου τρόπο. Και θα του φέρω τα λουλούδια στο παρεκκλήσι του εξοχικού μου. Ή στο δωμάτιό μας στο εξοχικό μου, όπου κοιμάμαι ακόμα και όπου όλα είναι όπως ήταν όταν έφυγε… Και εδώ είναι πιο παρών από ό,τι στο νεκροταφείο της Αθήνας. Στο νεκροταφείο της Αθήνας, υπάρχουν μόνο τα οστά του, με το δαχτυλίδι μου στο αριστερό του μικρό δάχτυλο".
Ο μύθος της Σαμαρκάνδης
Στα γραπτά της, η Οριάνα Φαλάτσι αφήνει να διαφανεί η πεποίθησή της ότι ο Αλέκος Παναγούλης ήταν σημαδεμένος από τη μοίρα. Σαν να πίστευε πως, η ζωή του είχε πάρει έναν δρόμο χωρίς επιστροφή και ότι το τραγικό του τέλος ήταν, με κάποιον τρόπο, προδιαγεγραμμένο.
Σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αποσπάσματα του βιβλίου "Ένας Άνδρας", η Φαλάτσι αφηγείται τον μύθο της Σαμαρκάνδης, όπως της τον είχε διηγηθεί ο βασιλιάς Χουσεΐν της Ιορδανίας κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξής τους.
Γράφει η Οριάνα Φαλάτσι: "Η Μεγαλειότητά του φαινόταν πιο λυπημένος από το συνηθισμένο εκείνο το πρωί και, σε κάποια στιγμή, μιλώντας για τον μοιρολατρισμό του, με ρώτησε: "Ξέρεις τον θρύλο της Σαμαρκάνδης;" Και τότε μου τον διηγήθηκε. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άντρας που δεν ήθελε να πεθάνει. Ήταν ένας άντρας από το Ισφαχάν. Και ένα βράδυ ο άντρας είδε τον Θάνατο να τον περιμένει στην πόρτα του σπιτιού του. "Τι θέλεις από μένα;” φώναξε ο άντρας. Και ο Θάνατος είπε: "Ήρθα να …". Ο άντρας δεν τον άφησε να τελειώσει τη φράση. Πήδηξε πάνω σε ένα γρήγορο άλογο και έφυγε καλπάζοντας προς τη Σαμαρκάνδη. Καλπάζει για δύο μέρες και τρεις νύχτες, χωρίς να σταματήσει, και την αυγή της τρίτης μέρας φτάνει στη Σαμαρκάνδη.
Εκεί, πεπεισμένος ότι είχε ξεφύγει από τον Θάνατο, κατέβηκε από το άλογο και πήγε να βρει ένα πανδοχείο. Αλλά όταν μπήκε στο δωμάτιό του, βρήκε τον Θάνατο να τον περιμένει, καθισμένο στο κρεβάτι. Ο Θάνατος σηκώθηκε, και του είπε: "Χαίρομαι που ήρθες στην ώρα σου. Φοβόμουν μήπως χάσουμε ο ένας τον άλλον, μήπως πας κάπου αλλού ή φτάσεις αργά. Στο Ισφαχάν δεν με άφησες να τελειώσω τη φράση μου, να σου πω πως το ραντεβού μας ήταν το ξημέρωμα μετά από τρεις μέρες, σε αυτό το πανδοχείο, εδώ στη Σαμαρκάνδη.""
Για τη Φαλάτσι, ο μύθος της Σαμαρκάνδης δεν ήταν απλώς μια παραβολή για το αναπόφευκτο της μοίρας. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο προσπάθησε να εξηγήσει το τέλος του ανθρώπου που αγάπησε περισσότερο από κάθε άλλον. Όσο κι αν ο Παναγούλης πάλευε να ξεφύγει από τον θάνατο -στις φυλακές, στα βασανιστήρια, στις αποδράσεις και στους πολιτικούς αγώνες– η δική του "Σαμαρκάνδη" τον περίμενε τελικά στη λεωφόρο Βουλιαγμένης, τα ξημερώματα της 1ης Μαΐου 1976.