Μία διεθνής σπείρα Χιλιανών διαρρηκτών, που πραγματοποιούσε "εγκληματικό τουρισμό" στην Ελλάδα, βρίσκεται πίσω από τη διάρρηξη "μαμούθ" στο σπίτι γνωστού εφοπλιστή στην Αθήνα, από όπου είχαν αφαιρεθεί 45 πολυτελή ρολόγια συνολικής αξίας άνω του 1,5 εκατομμυρίου ευρώ.
Η υπόθεση εξιχνιάστηκε από αστυνομικούς της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, οι οποίοι κατάφεραν να ταυτοποιήσουν τα μέλη της εγκληματικής ομάδας μέσα από την ανάλυση βιντεοληπτικού υλικού, τα στοιχεία της έρευνας και τη διαδρομή των κλοπιμαίων.
Σύμφωνα με την έρευνα των Αρχών, πίσω από τη μεγάλη διάρρηξη βρισκόταν οργανωμένο κύκλωμα Χιλιανών διαρρηκτών, τα μέλη του οποίου ταξίδευαν στην Ελλάδα από χώρες της ζώνης Σένγκεν, εμφανιζόμενοι ως τουρίστες. Νοίκιαζαν διαμερίσματα βραχυχρόνιας μίσθωσης χρησιμοποιώντας στοιχεία τρίτων προσώπων και κινούνταν κυρίως στην Αθήνα και την Αττική με ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα.
Έγκλειστος ο εγκέφαλος
Ως εγκέφαλος της οργάνωσης περιγράφεται ένας 40χρονος έγκλειστος σε φυλακή, ενώ τον βασικό πυρήνα της ομάδας αποτελούσαν ακόμη τρία άτομα ηλικίας 26, 33 και 40 ετών. Υποστηρικτικό ρόλο φέρεται να είχε και μία 23χρονη γυναίκα.
Οι δράστες επέλεγαν κυρίως πολυτελείς βίλες και ακριβά σπίτια, στα οποία πραγματοποιούσαν πολυήμερη παρακολούθηση πριν από το χτύπημα. Όταν διαπίστωναν ότι οι ιδιοκτήτες απουσίαζαν, εισέβαλαν στα ακίνητα χωρίς να αφήνουν ίχνη, χρησιμοποιώντας γάντια και μάσκες για να μην καταγράφονται τα χαρακτηριστικά τους.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειχναν αποκλειστικά σε πανάκριβα ρολόγια, κοσμήματα και χρυσαφικά, ενώ δεν φαίνεται να στόχευαν σε μετρητά ή άλλα αντικείμενα αξίας. Συχνά έφταναν στο εσωτερικό των κατοικιών με αναρρίχηση από γειτονικά κτίρια ή μάντρες και παραβίαζαν μπαλκονόπορτες για να αποκτήσουν πρόσβαση.
Στην περίπτωση του εφοπλιστή, δύο μέλη της σπείρας φέρονται να εισέβαλαν στη βίλα πηδώντας τη μάντρα και παραβιάζοντας μπαλκονόπορτα. Από το σπίτι άρπαξαν 45 πολυτελή ρολόγια, ανάμεσά τους και εξαιρετικά σπάνια, χειροποίητα κομμάτια που είχαν κατασκευαστεί αποκλειστικά για τον ιδιοκτήτη τους.
Τα κλοπιμαία διοχετεύονταν στη συνέχεια σε κλεπταποδόχους, οι οποίοι τα αγόραζαν και τα μεταπωλούσαν ως γνήσια μεταχειρισμένα πολυτελή ρολόγια. Κεντρικό ρόλο στη διαχείριση και διάθεση της λείας φέρεται να είχε ο 40χρονος έγκλειστος, ο οποίος συντόνιζε τις επαφές με τους αποδέκτες των κλοπιμαίων και καθοδηγούσε τις κινήσεις της ομάδας.
Παρότι τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης δεν έχουν συλληφθεί μέχρι στιγμής, οι αστυνομικές Αρχές αναφέρουν ότι έχουν πλήρως ταυτοποιηθεί και η υπόθεση θεωρείται εξιχνιασμένη.
Οι αστυνομικοί οδηγήθηκαν στα ίχνη της σπείρας τόσο από τα κλοπιμαία όσο και από το υλικό που κατέγραψαν οι κάμερες ασφαλείας της βίλας, καταφέρνοντας να χαρτογραφήσουν τη δράση και τη σύνθεση της εγκληματικής ομάδας.
Οι Αρχές εκτιμούν ότι η σπείρα είχε αναπτύξει εξειδίκευση στις διαρρήξεις πολυτελών κατοικιών, πραγματοποιώντας στοχευμένα χτυπήματα σε περιοχές υψηλού οικονομικού ενδιαφέροντος και αναζητώντας αποκλειστικά αντικείμενα μεγάλης αξίας και εύκολης μεταπώλησης.