Όταν μιλάμε για το Ολοκαύτωμα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, συνήθως σκεφτόμαστε τα τρένα που έφυγαν για το Άουσβιτς.
Υπάρχει όμως και μια άλλη εικόνα, λιγότερο γνωστή.
Την ώρα που δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι οδηγούνταν στην εξόντωση, ένας σατανικός μηχανισμός είχε ήδη αρχίσει να καταγράφει, να σφραγίζει, να εκποιεί και να διαχειρίζεται τις περιουσίες που άφηναν πίσω τους.
Σπίτια. Καταστήματα. Εμπορεύματα. Καταθέσεις. Χρυσός. Κοσμήματα. Γη.
Δεν επρόκειτο για ένα ανοργάνωτο πλιάτσικο. Στη Θεσσαλονίκη του 1943 δημιουργήθηκε ένας διοικητικός μηχανισμός που μετέτρεψε την περιουσία των ανθρώπων που εκτοπίζονταν σε αντικείμενο συστηματικής διαχείρισης και εκμετάλλευσης.
Σε πρώτο στάδιο, οι Ναζί έπρεπε να γνωρίζουν με ακρίβεια τι περιουσία διέθετε η εβραϊκή κοινότητα. Με δική τους εντολή, την 1η Μαρτίου 1943 οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης υποχρεώθηκαν να δηλώσουν την περιουσία τους.
Όχι μόνο σπίτια και καταστήματα. Στις δηλώσεις τους, διατάχθηκαν να περιλαμβάνουν ακίνητα, τραπεζικές καταθέσεις, εμπορεύματα, χρυσά νομίσματα, κοσμήματα, έργα τέχνης, αντικείμενα λατρείας, ακόμη και οικιακά είδη και ζώα.
Πολλοί τότε πίστεψαν ότι επρόκειτο για μια μορφή ειδικής φορολόγησης ή οικονομικής καταγραφής. Στην πραγματικότητα, η καταγραφή αυτή έδινε στις κατοχικές αρχές έναν χάρτη του πλούτου μιας ολόκληρης κοινότητας. Ποιος έχει σπίτι. Ποιος έχει κατάστημα. Ποιος έχει αποθήκη. Ποιος έχει χρήματα. Ποιος έχει χρυσό. Ποιος έχει χωράφια.
Και μετά ήρθε η εκτόπιση
Στις 15 Μαρτίου 1943 έφυγε από τη Θεσσαλονίκη το πρώτο τρένο με Εβραίους προς την Πολωνία.
Η διαδικασία της εκτόπισης στα στρατόπεδα θανάτου, είχε αρχίσει. Αλλά υπάρχει κάτι που συχνά χάνεται μέσα στην εικόνα των τρένων : ο άνθρωπος έφευγε - η περιουσία έμενε.
Και κάποιος έπρεπε να την παραλάβει.
7 Μαρτίου 1943: οι Γερμανοί διατάζουν τη δημιουργία της ΥΔΙΠ
Λίγες ημέρες πριν από την αναχώρηση του πρώτου τρένου, δημιουργήθηκε η Υπηρεσία Διαχειρίσεως Ισραηλιτικών Περιουσιών - ΥΔΙΠ.
Για τα εβραϊκά καταστήματα, ο μηχανισμός της ήταν πολύ συγκεκριμένος. Γινόταν η απογραφή των εμπορευμάτων και του εξοπλισμού. Το κατάστημα σφραγιζόταν.
Τα κλειδιά παραδίδονταν στην υπηρεσία. Και στη συνέχεια το κατάστημα μπορούσε να παραδοθεί σε νέο διαχειριστή: τον μεσεγγυούχο.
Τι ήταν ο μεσεγγυούχος;
Μεσεγγυούχος ήταν ο άνθρωπος στον οποίο παραδιδόταν η διαχείριση μιας εβραϊκής περιουσίας. Μεταξύ των μεσεγγυούχων υπήρχαν άνθρωποι που συνεργάστηκαν με το κατοχικό σύστημα και άλλοι που ανέλαβαν περιουσίες μέσα από τον κατοχικό διοικητικό μηχανισμό. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ιδιότητα αυτή συνδέθηκε με οικονομικό όφελος και δωσιλογισμό.
Ένα παράδειγμα : Ας φανταστούμε ένα εβραϊκό κατάστημα υφασμάτων στη Θεσσαλονίκη. Ο Εβραίος ιδιοκτήτης έχει μπει στο τρένο με την οικογένειά του. Έχει φύγει για το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η επιχείρηση του έχει μείνει και έχει εμπορεύματα μέσα.
Η διαδικασία ήταν περίπου αυτή:
- Καταγράφεται το κατάστημα.
- Καταγράφονται τα εμπορεύματα.
- Εκτιμάται η αξία τους.
- Το κατάστημα σφραγίζεται.
- Παραδίδονται τα κλειδιά.
- Διορίζεται μεσεγγυούχος.
- Ο νέος διαχειριστής ανοίγει το κατάστημα.
Και τώρα συμβαίνει κάτι συγκλονιστικό: ο άνθρωπος που δημιούργησε την επιχείρηση βρίσκεται στον δρόμο για το Άουσβιτς, ενώ η επιχείρησή του συνεχίζει να λειτουργεί.
Αλλά υπήρχε και δεύτερο επίπεδο: η λεηλασία. Η επίσημη διαχείριση δεν σήμαινε ότι όλα παρέμεναν ανέγγιχτα.
Έρευνα για την περίοδο δείχνει ότι εβραϊκά καταστήματα λεηλατήθηκαν από Γερμανούς και από τοπικούς συνεργάτες πριν ή κατά την παράδοσή τους στους μεσεγγυούχους.
Υπήρχαν μάλιστα περιπτώσεις όπου, όταν ο μεσεγγυούχος παραλάμβανε το κατάστημα, σημαντικό μέρος του περιεχομένου είχε ήδη εξαφανιστεί.
Από τη μεσεγγύηση στην εκποίηση: πώς η περιουσία περνούσε σε άλλα χέρια μέσα από "δημοπρασίες"
Για να γίνουν δημοπρασίες, το κατοχικό κράτος έπρεπε πρώτα να "απονομιμοποιήσει" τους Εβραίους ιδιοκτήτες. Αυτό έγινε με ειδικά νομοθετικά διατάγματα της περιόδου (όπως η ίδρυση της ΥΔΙΠ).
Με το που εκτοπίζονταν οι Εβραίοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι περιουσίες τους κηρύσσονταν "εγκαταλελειμμένες". Το Κατοχικό κράτος αυτοανακηρυσσόταν σε "θεματοφύλακα" αυτών των περιουσιών. Η περιουσία αφαιρούνταν από τον πραγματικό ιδιοκτήτη και περνούσε υπό κατάσχεση και διαχείριση.
Το Κατοχικό κράτος έλεγε: "Αυτοί οι άνθρωποι έφυγαν, άρα η περιουσία τους πρέπει να αξιοποιηθεί για το δημόσιο συμφέρον". Η ΥΔΙΠ λειτουργούσε ως μια κρατική υπηρεσία που "διαχειριζόταν" τα "εγκαταλειμμένα" εβραϊκά σπίτια και καταστήματα.
Εδώ είναι το πιο κυνικό κομμάτι: Η διαδικασία ακολουθούσε όλους τους τύπους.
Υπήρχαν επίσημα έγγραφα, συμβολαιογράφοι, δημοσιεύσεις σε εφημερίδες για τη δημοπρασία, και επίσημα πρακτικά. Για τον απλό πολίτη που μάθαινε πως γινόταν μια δημοπρασία, η διαδικασία φαινόταν "κανονική". Έβλεπε έναν κρατικό υπάλληλο να υπογράφει ένα χαρτί. Το γεγονός ότι το ακίνητο ανήκε σε κάποιον που είχε οδηγηθεί στο θάνατο ήταν μια "λεπτομέρεια" που η προπαγάνδα της εποχής είχε φροντίσει να αποσιωπήσει.
Το Κατοχικό κράτος δεν έκλεβε σαν ληστής, έκλεβε σαν γραφειοκράτης. Ο Εβραίος δεν ήταν πλέον "ιδιοκτήτης", ήταν ένας "απών" που είχε χάσει τα δικαιώματά του λόγω των κατοχικών νόμων.
Γιατί δεν υπήρξαν αντιδράσεις; Φόβος: Όποιος αντιδρούσε στη διαδικασία κινδύνευε να θεωρηθεί "εχθρός του κράτους" ή "φίλος των Εβραίων". Κέρδος: Οι άνθρωποι που είχαν συσσωρεύσει τεράστια πλούτη κατά την Κατοχή μέσω της μαύρης αγοράς τροφίμων ήταν οι πρώτοι που έσπευσαν να αγοράσουν στις δημοπρασίες.
Για αυτούς, οι εβραϊκές περιουσίες (καταστήματα, εμπορεύματα, ακίνητα) ήταν μια μοναδική ευκαιρία για επένδυση. Αγόραζαν σε τιμές "ευκαιρίας" (συχνά εξευτελιστικές) περιουσίες που άξιζαν εκατοντάδες φορές περισσότερο, γνωρίζοντας ότι οι ιδιοκτήτες τους είχαν εκτοπιστεί και δεν θα επέστρεφαν ποτέ.
Οι λίγοι Εβραίοι που επέζησαν από τα στρατόπεδα και επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη μετά τον πόλεμο, βρήκαν το σπίτι τους να έχει άλλον ιδιοκτήτη, το κατάστημά τους άλλον διαχειριστή.
Το ελληνικό κράτος θέσπισε μέτρα για την επιστροφή των εβραϊκών περιουσιών. Ο αναγκαστικός νόμος 808/1945 προέβλεπε την άμεση παράδοση των περιουσιών στους νόμιμους δικαιούχους. Στα χαρτιά, λοιπόν, η επιστροφή έπρεπε να γίνει. Στην πράξη, όμως, η εφαρμογή αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολη.
Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο ποιος πήρε την περιουσία. Ήταν και πώς θα την πάρει πίσω ο Εβραίος που επέστρεψε από το στρατόπεδο.
Οι νέοι ιδιοκτήτες που αγόρασαν τα "εγκαταλειμμένα" σπίτια στις δημοπρασίες, είχαν πλέον συμβόλαια. Πολλοί είχαν προλάβει να μεταπωλήσουν τα ακίνητα σε τρίτους (που μπορεί να ήταν καλόπιστοι αγοραστές, οι οποίοι δεν γνώριζαν την προέλευση του σπιτιού). Αν ο Εβραίος δεν μπορούσε να αποδείξει με κάθε λεπτομέρεια την ιδιοκτησία του ή αν ο "αγοραστής" είχε ισχυρούς δικηγόρους, η υπόθεση χανόταν στα δικαστήρια για χρόνια.
Ο ρόλος του Μέρτεν
Ο Μαξ Μέρτεν (Max Merten) ήταν ο αρχιτέκτονας της λεηλασίας, η προσωποποίηση της "διαχειριστικής" φρίκης στη Θεσσαλονίκη.
Δεν ήταν απλώς ένας αξιωματικός που εκτελούσε διαταγές, αλλά ένας τεχνοκράτης του εγκλήματος. Υπό την εποπτεία του:
- Δημιουργήθηκαν οι μηχανισμοί για την κατάσχεση των εβραϊκών περιουσιών.
- Οργανώθηκε η ΥΔΙΠ (Υπηρεσία Διαχειρίσεως Ισραηλιτικών Περιουσιών) που "νομιμοποίησε" τις αρπαγές.
Επέβλεπε προσωπικά τις δημοπρασίες και τις μεταβιβάσεις, φροντίζοντας να εισρέουν τα έσοδα στα γερμανικά ταμεία.
Ο Μέρτεν έγινε παγκοσμίως γνωστός για την υπόθεση του "Λυτρωτικού Φόρου". Όταν οι Γερμανοί διέταξαν την επιστράτευση των Εβραίων σε καταναγκαστικά έργα το καλοκαίρι του 1942 (το "Μαύρο Σάββατο" στην πλατεία Ελευθερίας), ο Μέρτεν απαίτησε από την εβραϊκή κοινότητα ένα τεράστιο ποσό για να τους "απελευθερώσει".
Ζήτησε 3,5 δισεκατομμύρια δραχμές. Η κοινότητα κατόρθωσε να συγκεντρώσει 2 δισεκατομμύρια σε μετρητά, ενώ το υπόλοιπο συνδέθηκε με την καταστροφή και απαλλοτρίωση του παλαιού εβραϊκού νεκροταφείου.
Παρά την πληρωμή, ο Μέρτεν δεν τήρησε τη συμφωνία: οι Εβραίοι οδηγήθηκαν στα καταναγκαστικά έργα, όπου πέθαναν εκατοντάδες. Ήταν μια κλασική περίπτωση ναζιστικής απάτης: πήρε τα λύτρα και έστειλε τα θύματα στο θάνατο.
Και ένα σπάνιο ντοκουμέντο
Ένα πρωτότυπο γερμανικό έγγραφο της 11ης Μαρτίου 1943, που εντοπίστηκε από τον ιστορικό ερευνητή Λεόν Σαλτιέλ, φέρει την υπογραφή του Μέρτεν. Αφορά κάτι που μέχρι πρόσφατα ήταν πολύ λιγότερο γνωστό: τι θα γινόταν με την αγροτική περιουσία των Εβραίων.
Το έγγραφο είναι εξαιρετικά σημαντικό, γιατί δείχνει ότι δεν υπήρχε μόνο σχέδιο για τα καταστήματα και τα σπίτια. Υπήρχε και σχέδιο για τη γεωργική γη που ανήκε σε Εβραίους.
Με άλλα λόγια, η λεηλασία είχε διαφορετικά διοικητικά κανάλια ανάλογα με το είδος της περιουσίας. Ενώ για τις επιχειρήσεις και τα αστικά ακίνητα λειτουργούσε ο μηχανισμός της ΥΔΙΠ και των μεσεγγυούχων, ο Μέρτεν έδωσε ξεχωριστή εντολή για την αγροτική γη: η διαχείρισή της ανατέθηκε στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, μέσω των κατά τόπους υποκαταστημάτων της.
Ο Σαλτιέλ δεν παρουσίασε το έγγραφο απλώς ως ακόμη μία διαταγή του Μέρτεν. Έγραψε ότι ανοίγει νέους δρόμους έρευνας για τη διαδικασία αρπαγής των εβραϊκών περιουσιών και για το ζήτημα της αποκατάστασής τους
Η "Σκιά" του Μέρτεν μετά τον πόλεμο
Το 1957 ο Μέρτεν επέστρεψε στην Ελλάδα, ίσως για να πάρει θησαυρό που είχε κρύψει και θεωρώντας ότι δεν διέτρεχε πλέον κίνδυνο σύλληψης. Ωστόσο αναγνωρίστηκε και συνελήφθη. Δικάστηκε το 1959 στο Ειδικό Στρατοδικείο Εγκλημάτων Πολέμου στην Αθήνα, αλλά η δίκη εξελίχθηκε σε πολιτικό σκάνδαλο.
Η κυβέρνηση, φοβούμενη διπλωματικό επεισόδιο με τη Δυτική Γερμανία (που ήταν πλέον σύμμαχος στο ΝΑΤΟ και οικονομικός εταίρος), πέρασε νόμο που επέτρεπε την αποφυλάκισή του και την απέλασή του στη Γερμανία.
Η απελευθέρωση του Μέρτεν προκάλεσε έντονες πολιτικές αντιδράσεις. Η συζήτηση στη Βουλή συνδέθηκε με τις σχέσεις της Ελλάδας με τη Δυτική Γερμανία και με το ζήτημα της δίωξης των Γερμανών εγκληματιών πολέμου.