Ο Γιώργος Μαζωνάκης ήταν ένας από τους πιο αινιγματικούς και μοναχικούς ανθρώπους που πέρασαν ποτέ από την ελληνική μουσική σκηνή.
Για περισσότερα από τριάντα χρόνια βρισκόταν στο επίκεντρο της δημοσιότητας, χωρίς όμως να καταφέρει κανείς να καταλάβει ποιος πραγματικά ήταν. Χιλιάδες άνθρωποι ταυτίστηκαν με τα τραγούδια του. Εκείνος σχεδόν όλα αυτά τα χρόνια, παρέμενε ένας γρίφος. Έδειχνε προσιτός, αλλά ήταν απόμακρος. Η ζωή του ένα άλυτο αίνιγμα. Ίσως κανένα βιογραφικό στοιχείο δεν τον περιγράφει καλύτερα από τον στίχο που τραγουδούσε: "Εγώ κι ο σκύλος μου, ο μόνος φίλος μου".

Υπήρξε διαφορετικός
Στα πρώτα του βήματα έμοιαζε να ακολουθεί τη γνωστή διαδρομή ενός λαϊκού τραγουδιστή. Πολύ γρήγορα όμως έδειξε πως δεν σκόπευε να μοιάσει με κανέναν. Φόρεσε φούστες, τραγούδησε το "Gucci Φόρεμα", μπήκε σε ρυθμούς ποπ ακόμη και ραπ. Δεν έμοιαζε να αντιγράφει κανένα προηγούμενο λαϊκό πρότυπο.
Αντίθετα, δημιουργούσε ένα εντελώς δικό του υβριδικό μοντέλο, το οποίο άλλαζε διαρκώς μορφή. Παιδί της νύχτας με σκοτεινά μυστικά, ταυτόχρονα λαμπερός στις αθηναϊκές πίστες και πάντα εκκεντρικός ως κριτής στο The Voice. Την ώρα που άλλοι αναζητούσαν ασφαλείς συνταγές επιτυχίας, εκείνος επέλεγε τον δικό του παράξενο, γεμάτο στροφές και ανατροπές, δρόμο.

Ο απρόβλεπτος Μαζωνάκης
Το μόνο που μπορούσες να προβλέψεις για τον Μαζωνάκη ήταν ότι δεν μπορούσες να τον προβλέψεις. Κάθε φορά που νόμιζες πως τον είχες καταλάβει, έκανε κάτι που ανέτρεπε την εικόνα που είχες σχηματίσει γι’ αυτόν. Κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά ποια θα ήταν η επόμενη κίνησή του. Τη μία περίοδο ήταν ο απόλυτος σταρ της νύχτας, με χιλιάδες ανθρώπους να ξεσηκώνονται στα τραπέζια. Την άλλη, αποτραβιόταν από τα φώτα και αναζητούσε τη σιωπή, τη μοναξιά και πιο ευαίσθητες, προσωπικές στιγμές.
Υπάρχει μια εξαιρετική ιστορία που φωτίζει αυτή την αντίφαση: Στους Πεύκους Μακρύ Γιαλού της Κρήτης, είχε αγοράσει μια φάρμα. Τα καλοκαιρινά πρωινά ξυπνούσε νωρίς για να κατεβεί στη θάλασσα, περπατούσε μέχρι τα γειτονικά χωριά, ανέβαινε στο εκκλησάκι πάνω από τον Εσταυρωμένο.

Ο ίδιος άνθρωπος που λίγες μέρες νωρίτερα βρισκόταν μέσα στα φώτα της πίστας, μπροστά σε ένα πλήθος που παραληρούσε, βρισκόταν μετά μόνος, σε έναν ήσυχο δρόμο της Κρήτης, πηγαίνοντας σε ένα ξωκλήσι. Εδώ εμφανίζεται ένα ακόμη, ίσως πιο άγνωστο πρόσωπό του: ο πιστός άνθρωπος. Ο ίδιος, σε μια συνέντευξή του, έλεγε για το τραγουδιστικό του χάρισμα: "Αυτό το χάρισμα μου το έχει δώσει ο Θεός. Δεν είναι δικό μου. Είναι δικό Του".
Και μετά τον θάνατό του ήρθαν στο φως και άλλες προσωπικές ιστορίες. Ανάμεσά τους και η αφήγηση του ιερέα, πατέρα Αντωνίου. Οι δυο τους συναντήθηκαν τυχαία σε μια πτήση από τη Λάρνακα προς την Αθήνα και μίλησαν για περίπου μιάμιση ώρα. Ο Μαζωνάκης συγκινήθηκε, βούρκωσε και μίλησε στον ιερέα για όσα κουβαλούσε μέσα του. Ανάμεσα σε όσα τον βασάνιζαν υπήρχε και ένα ερώτημα βαθιά υπαρξιακό: "Με τι μούτρα θα αντικρίσω τον Θεό;" ρώτησε τον ιερέα.
Ο ιερέας του απάντησε με την ιστορία του ληστή που βρέθηκε δίπλα στον Χριστό πάνω στον σταυρό. Η σχέση τους συνεχίστηκε και ο πατήρ Αντώνιος έγινε πνευματικός του.
Αξίζει να σημειώσουμε και αυτό που αποκαλύφθηκε μετά τον θάνατό του. Στο μικρό τσαντάκι που είχε μαζί του τη μοιραία ημέρα όταν πήγε στο ιατρείο της Καρνεάδου υπήρχε ένα μπουκαλάκι με αγιασμό. Μια λεπτομέρεια έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία: σύμφωνα με τον πνευματικό του, πατέρα Αντώνιο, τον αγιασμό τον είχε προμηθεύσει ο ίδιος στον Μαζωνάκη, επειδή ο τραγουδιστής ήθελε να έχει μαζί του ένα ορατό σημάδι της πίστης του.
Κάτω από αυτό το πρίσμα, ο Μαζώ της πίστας εμφανίζεται διαφορετικός. Ένας άνθρωπος που μπορούσε να προκαλεί, να εντυπωσιάζει και να ζει στα άκρα της δημοσιότητας, αλλά ταυτόχρονα να αναρωτιέται με αγωνία τι θα συμβεί όταν βρεθεί απέναντι στον Θεό.

Υπήρξε όμως και μια άλλη στιγμή που αποκάλυψε πόσο σύνθετος άνθρωπος ήταν. Η περιπέτειά του με την ακούσια νοσηλεία σε ψυχιατρική κλινική προκάλεσε τεράστια δημοσιότητα και πλήθος ερμηνειών. Άλλοι στάθηκαν στην εκκεντρική δημόσια εικόνα του, άλλοι στις συνθήκες που οδήγησαν στη νοσηλεία του. Όμως, όπως και σε πολλές άλλες στιγμές της ζωής του, η δημόσια εικόνα δεν ήταν αρκετή για να αποκαλύψει τον άνθρωπο που κρυβόταν πίσω από αυτήν.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης έφυγε αφήνοντας πίσω του το ίδιο ερώτημα που τον συνόδευε σε ολόκληρη τη ζωή του: Ποιος ήταν πραγματικά; Ίσως κανείς να μην το έμαθε ποτέ. Και ίσως ακριβώς γι' αυτό ο γρίφος του θα συνεχίσει να μας γοητεύει για πολλά χρόνια ακόμη.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr