X

Ο Μπαμπινιώτης εξηγεί γιατί Έλληνες και Ρωμιοί δεν είναι αντίθετες έννοιες - Πώς προήλθαν οι ονομασίες

Ο Γιώργος Μπαμπινιώτης αναλύει τη σημασία και την ιστορική διαδρομή των όρων Έλληνας, Ρωμαίος, Ρωμιός και Ρωμιοσύνη.

Γράφει: TheToc team

Με ανάρτησή του στο Facebook, ο καθηγητής Γλωσσολογίας Γιώργος Μπαμπινιώτης αναλύει τη σημασία και την ιστορική διαδρομή των όρων Έλληνας, Ρωμαίος, Ρωμιός και Ρωμιοσύνη.

Μέσα από μια εκλαϊκευμένη προσέγγιση περιγράφει πώς οι Έλληνες αυτοπροσδιορίζονταν επί αιώνες ως Ρωμαίοι, πώς μετασχηματίστηκε διαχρονικά ο όρος Ρωμιός και γιατί η Ρωμιοσύνη συνδέεται με τη συνέχεια της ιστορικής και πολιτισμικής ταυτότητας.

Αναλυτικά η ανάρτηση του Γιώργου Μπαμπινιώτη:

"Περήφανοι ως ΕΛΛΗΝΕΣ αλλά περήφανοι και ως ΡΩΜΙΟΙ και ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.

Έλληνες (3) Η ονομασία Ρωμαίοι / Ρωμιοί

Για πολλούς αιώνες οι Έλληνες τής Aνατολικής Pωμαϊκής Aυτοκρατορίας αυτοπροσδιορίζονται ως Pωμαίοι, από όπου και η μετέπειτα ονομασία Pωμιοί. Σημειώνεται ότι η Aνατολική Pωμαϊκή Aυτοκρατορίας από τον 16ο αι. είναι γνωστή ως Bυζαντινή Aυτοκρατορία ή απλώς Bυζάντιο (αρχικά Βυζάντιο ονομάστηκε, κατά τον Διονύσιο Zακυθηνό, και η Κωνσταντινούπολις).



H ονομασία Pωμιός, στα χρόνια τής Tουρκοκρατίας, χάνει την αίγλη τού "αυτοκρατορικού" ονόματος Pωμαίος και, με τις σκληρές συνθήκες τής υπό ζυγόν διαβίωσης, αποκτά επιπροσθέτως την υφολογική χροιά τού "καπάτσου", τού "καταφερτζή", τού "ξύπνιου". Aπό τις αρχές τού 20ού αι. και ιδίως μετά το 1930 το Pωμιός χρησιμοποιήθηκε συχνά για να τονίσει (ως αντίδραση και αντίθεση πολιτισμική προς τον μιμητισμό των δυτικών ευρωπαϊκών χωρών) την λαϊκή χριστιανική –βυζαντινή– ανατολική (αλλά όχι "ανατολίτικη") φυσιογνωμία τού Nεοέλληνα έναντι τής αστικότερης κλασικής –αρχαιοελληνικής, δυτικής– ευρωπαϊκής στροφής που σημειώθηκε με τον Διαφωτισμό (ιδίως τού Kοραή) και τις ευρύτερες τάσεις τής νεοελληνικής κοινωνίας.

Ρωμιός ETYMΟΛΟΓΙΑ μεσν. (με συνίζηση) < ελνστ. ῾Ρωμαῖος, που μετά τον 5ο αι. και την πτώση τού δυτικού ρωμαϊκού κράτους είχε την σημ. "πολίτης τού ανατολικού ρωμαϊκού κράτους" (το οποίο στηΝ σύγχρονη εποχή αποκλήθηκε Βυζαντινή Αυτοκρατορία).
ΕΤΥΜ. ΠΕΔΙΟ
ρωμι-οσύνη < Ρωμι(ός) + παραγ. τέρμα -οσύνη, πβ. κ. δικαι-οσύνη.

Διαβάστε Επίσης



ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ

Προέρχεται από το εθνωνύμιο Ρωμαίος, ονομασία όλων των πολιτών τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η λ. παρέμεινε να δηλώνει τους πολίτες τού ανατολικού ρωμαϊκού κράτους και μετά την διάσπαση τής Αυτοκρατορίας και την κατάρρευση τού δυτικού ρωμαϊκού κράτους από τις βαρβαρικές επιδρομές, δηλ. και κατά την λεγόμενη Βυζαντινή περίοδο, κατά την οποία οι όροι Βυζάντιο, Βυζαντινός δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ. Αντιθέτως, η μόνη ονομασία με την οποία αυτοπροσδιορίζονταν οι "Βυζαντινοί" ήταν Ρωμαίοι, αφού ήταν οι μόνοι κληρονόμοι τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ονομασία που διατηρήθηκε και μετά την οθωμανική κατάκτηση (πβ. την ονομασία Ρουμ με την οποία αποκαλούσαν οι Τούρκοι τους ορθόδοξους χριστιανούς, καθώς και τα παράγωγα Ρούμελη, Ρωμυλία). Η ονομασία Ρωμαίος / Ρωμιός χρησιμοποιείται για τους Έλληνες ακόμη και κατά τα χρόνια τής Επανάστασης τού 1821.

Η στροφή προς την ανάδειξη τής κλασικής Αρχαιότητας κατά την Αναγέννηση και η δημιουργία πολύ αργότερα κράτους με το όνομα Ελλάς οδήγησαν σε ευρεία χρήση τού ονόματος Έλλην και περιθωριοποίηση τού ονόματος Ρωμιός.

ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ Η λ. γράφτηκε παλαιότερα με -η- (Ρωμῃός), πβ. παλαιός > παλῃός, ελαία > ελῃά κ.ά., επειδή θεωρήθηκε εσφαλμένα ότι το -αι- τρέπεται σε -ῃ-. Η γραφή με -η- (Ρωμηός) δεν ευσταθεί (πβ. παλαιός > παλιός, όχι παληός, ελαία > ελαιά > ελιά, όχι εληά), διότι πρόκειται για συνίζηση (συμπροφορά τού -αιό- σε -yό-)".

Διαβάστε Επίσης