X

3,2 δισ. ευρώ πόνταραν οι Έλληνες έως τον Οκτώβριο - Το προφίλ των παικτών και η μαύρη αγορά των 800 εκατ. ευρώ

Live betting, κινητά τηλέφωνα και μικρά πονταρίσματα διαμορφώνουν τη νέα εικόνα της ελληνικής αγοράς τυχερών παιχνιδιών.

Γράφει: Γερασιμος Σεραφειμιδης

Σε μια αγορά που αναπτύσσεται με ετήσιους ρυθμούς 10%-12%, το διαδικτυακό στοίχημα αποτελεί πλέον μέρος της καθημερινότητας για μεγάλο αριθμό Ελλήνων.

Τα συνολικά πονταρίσματα στην Ελλάδα έφτασαν τα 3,2 δισ. ευρώ έως και τον Οκτώβριο του 2026, σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια ενημέρωσης της Superbet, αποτυπώνοντας το μέγεθος μιας δραστηριότητας που συνεχίζει να ενισχύεται.

Πίσω από τα δισεκατομμύρια του τζίρου βρίσκεται ένας παίκτης που στοιχηματίζει κυρίως από το κινητό του τηλέφωνο, προτιμά το live betting και μοιράζει τη δραστηριότητά του σε περισσότερες από μία πλατφόρμες.

Την ίδια στιγμή, η ανάπτυξη της αγοράς συνοδεύεται από αυξανόμενες απαιτήσεις για την προστασία των καταναλωτών, την πρόληψη του εθισμού και την αντιμετώπιση του παράνομου τζόγου.

Πώς στοιχηματίζουν οι Έλληνες

Ο μέσος Έλληνας παίκτης είναι ηλικίας 38 έως 42 ετών, ενώ η χρήση του κινητού τηλεφώνου κυριαρχεί στις συναλλαγές με τις στοιχηματικές πλατφόρμες.

Ιδιαίτερα υψηλή είναι η συμμετοχή του live betting, το οποίο αντιπροσωπεύει περίπου το 70% της δραστηριότητας στο αθλητικό στοίχημα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν. Πρόκειται για στοιχήματα που τοποθετούνται κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, με τις αποδόσεις να μεταβάλλονται συνεχώς ανάλογα με την εξέλιξή του.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ύψος των πονταρισμάτων. Το μέσο ποντάρισμα σε στοίχημα και διαδικτυακό καζίνο διαμορφώνεται μόλις στα 1,25 ευρώ. Ωστόσο, το χαμηλό ποσό ανά συμμετοχή δεν αποτυπώνει απαραίτητα τη συνολική δαπάνη ενός παίκτη, καθώς μπορεί να πραγματοποιεί πολλές συναλλαγές μέσα στην ίδια ημέρα.

Παράλληλα, κάθε Έλληνας παίκτης χρησιμοποιεί κατά μέσο όρο 2,7 διαφορετικές στοιχηματικές εταιρείες, γεγονός που αναδεικνύει τον έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των παρόχων.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν, περίπου 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι στην Ελλάδα συμμετέχουν στο στοίχημα ως μορφή ψυχαγωγίας.

Η δραστηριότητα παρουσιάζει επίσης εποχικές διακυμάνσεις. Ο Δεκέμβριος και ο Ιανουάριος αποτελούν ιδιαίτερα ισχυρούς μήνες για τον κλάδο, ενώ σημαντική αύξηση καταγράφεται και τους καλοκαιρινούς μήνες όταν πραγματοποιούνται μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις.

Τα προσωπικά όρια και ο έλεγχος του εθισμού

Η συνεχής ανάπτυξη του διαδικτυακού στοιχήματος φέρνει στο προσκήνιο το ζήτημα της υπεύθυνης συμμετοχής και των μηχανισμών προστασίας των παικτών.

Όπως επισημάνθηκε κατά την ενημέρωση της Superbet, κάθε πελάτης της εταιρείας καλείται να καθορίσει το προσωπικό του ανώτατο όριο, ενώ χρησιμοποιούνται εσωτερικά συστήματα παρακολούθησης της στοιχηματικής συμπεριφοράς.

Στόχος είναι να εντοπίζονται εγκαίρως ενδείξεις προβληματικής δραστηριότητας, όπως ασυνήθιστες μεταβολές στη συχνότητα συμμετοχής ή στα ποσά που κατατίθενται.

Επιπλέον, στις περιπτώσεις μεγάλων καταθέσεων πραγματοποιούνται πρόσθετοι έλεγχοι, ανάλογα με το προφίλ του χρήστη.

Το κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, είναι κατά πόσο οι συγκεκριμένοι μηχανισμοί μπορούν να αποτρέψουν αποτελεσματικά την ανάπτυξη εθιστικών συμπεριφορών. Η δυνατότητα καθορισμού προσωπικών ορίων αποτελεί ένα εργαλείο προστασίας, χωρίς από μόνη της να εξασφαλίζει ότι ένας παίκτης δεν θα αντιμετωπίσει πρόβλημα.

Σύμφωνα με την τοποθέτηση της εταιρείας, το ελληνικό ρυθμιστικό πλαίσιο παρέχει σημαντικές δικλίδες ασφαλείας, ωστόσο υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης, ιδιαίτερα όσον αφορά το μητρώο των παικτών που αντιμετωπίζουν προβλήματα εθισμού.

Στο πλαίσιο της Εβδομάδας Υπεύθυνου Παιχνιδιού, από τις 16 έως τις 22 Νοεμβρίου, η Superbet σχεδιάζει να αντικαταστήσει το λογότυπό της στις φανέλες των ομάδων που χορηγεί με το μήνυμα "Κράτα τον έλεγχο".

Η οικονομία του στοιχήματος και η ανάπτυξη της αγοράς

Η ελληνική αγορά διαδικτυακών τυχερών παιχνιδιών συγκαταλέγεται, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν, στις μεγαλύτερες αγορές του κλάδου, με υψηλά έσοδα ανά χρήστη.

Η ετήσια ανάπτυξη εκτιμάται μεταξύ 10% και 12%, ενώ η μετατόπιση της δραστηριότητας από τα φυσικά καταστήματα προς τις διαδικτυακές πλατφόρμες αποτελεί βασική τάση.

Χαρακτηριστικό της έντασης του ανταγωνισμού είναι ότι η Superbet, μέσα στους πρώτους επτά μήνες παρουσίας της στην Ελλάδα, συγκέντρωσε περίπου 305.000 παίκτες και απασχολεί 155 εργαζομένους.

Η εταιρεία ανέφερε πονταρίσματα 270 εκατ. ευρώ και εκτιμώμενο μερίδιο αγοράς περίπου 8%, με βάση τον συνολικό όγκο των στοιχημάτων.

Πάντως, τα ποσά που ποντάρονται δεν ταυτίζονται με τα έσοδα των στοιχηματικών εταιρειών. Ο τζίρος περιλαμβάνει το σύνολο των στοιχημάτων, ενώ τα ακαθάριστα έσοδα από τυχερά παιχνίδια, γνωστά ως Gross Gaming Revenue (GGR), προκύπτουν μετά την αφαίρεση των κερδών που καταβάλλονται στους παίκτες.

Αυτή η διάκριση είναι καθοριστική για την κατανόηση των πραγματικών οικονομικών μεγεθών του κλάδου.

Παράνομος τζόγος: Αγορά 800 εκατ. ευρώ εκτός ελέγχου

Την ίδια στιγμή, σημαντική πρόκληση για την ελληνική αγορά αποτελεί ο παράνομος διαδικτυακός τζόγος.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν από τη Superbet, το ετήσιο μέγεθος της παράνομης αγοράς φτάνει τα 800 εκατ. ευρώ, ενώ οι απώλειες για το ελληνικό Δημόσιο υπολογίζονται σε περίπου 300 εκατ. ευρώ από φόρους και εισφορές. Επιπλέον, περισσότερες από 150 παράνομες ιστοσελίδες εκτιμάται ότι απευθύνονται σε Έλληνες παίκτες.

Η διαφορά μεταξύ νόμιμων και παράνομων παρόχων δεν περιορίζεται στη φορολογία. Οι αδειοδοτημένες εταιρείες υπόκεινται σε κανόνες εποπτείας, ελέγχους και περιορισμούς, ενώ οι παράνομες πλατφόρμες μπορούν να λειτουργούν χωρίς αντίστοιχες δικλίδες προστασίας.

Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, μεγάλο μέρος της δραστηριότητας στις παράνομες ιστοσελίδες, που εκτιμάται σε 80%-90%, αφορά παιχνίδια τύπου slots, γνωστά ως "φρουτάκια".

Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις οι καταθέσεις σε παράνομες πλατφόρμες εμφανίζονται στις τραπεζικές συναλλαγές με διαφορετική αιτιολογία, όπως αγορές ενδυμάτων, δυσχεραίνοντας τον εντοπισμό τους.

Στελέχη της αγοράς επισημαίνουν επίσης την ανάγκη αποτελεσματικότερου ελέγχου της διαδικτυακής διαφήμισης από πλατφόρμες όπως η Google και η Meta, μέσω των οποίων μπορούν να προσεγγίζουν καταναλωτές μη αδειοδοτημένοι πάροχοι.

Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για την προστασία των παικτών, καθώς όσοι μετακινούνται σε παράνομες πλατφόρμες βρίσκονται εκτός των μηχανισμών εποπτείας που εφαρμόζονται στη ρυθμιζόμενη αγορά.

Διαβάστε Επίσης