Στις χώρες με τη βαρύτερη φορολογική επιβάρυνση των καυσίμων στην Ευρώπη παραμένει η Ελλάδα, με τη βενζίνη να αποτελεί την πλέον χαρακτηριστική περίπτωση: το 61% της τελικής τιμής που πληρώνει ο Έλληνας καταναλωτής στην αντλία αντιστοιχεί σε φόρους, ποσοστό που είναι το δεύτερο υψηλότερο μεταξύ των 27 κρατών-μελών της ΕΕ.
Αυτό προκύπτει από το Statistical Report 2026 της FuelsEurope το οποίο αποτυπώνει με ιδιαίτερα καθαρό τρόπο πόσο καθοριστικός παραμένει ο ρόλος της φορολογίας στη διαμόρφωση της τελικής τιμής των καυσίμων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που ενσωματώνονται στην έκθεση, τον Φεβρουάριο του 2026 σχεδόν το μισό κόστος των καυσίμων στην αντλία στην ΕΕ αφορούσε κατά μέσο όρο φόρους και επιβαρύνσεις.
Στην περίπτωση της βενζίνης, η Ελλάδα βρίσκεται μία μόλις θέση πίσω από τη Φινλανδία, όπου η φορολογική επιβάρυνση φτάνει στο 63%. Ακολουθούν η Σλοβενία και η Γερμανία με 60%, η Ιρλανδία, η Εσθονία και η Ιταλία με 59%, ενώ Ολλανδία, Λετονία και Πορτογαλία κινούνται στο 58%. Στον αντίποδα, τη χαμηλότερη φορολογική επιβάρυνση εμφανίζει η Βουλγαρία με 46%.
Η εικόνα διαφοροποιείται αισθητά στο diesel, όπου η Ελλάδα δεν βρίσκεται στις πρώτες θέσεις. Η φορολογία αντιστοιχεί στο 47% της τελικής τιμής, όσο και στην Κροατία, την Ολλανδία και την Πολωνία. Την υψηλότερη επιβάρυνση στο diesel καταγράφει η Ιταλία με 58%, ακολουθεί η Σλοβενία με 56%, ενώ Μάλτα, Βέλγιο και Ιρλανδία βρίσκονται στο 54%.
Τι πληρώνει ο Έλληνας οδηγός
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η ανάλυση της τελικής τιμής ανά λίτρο.
Σύμφωνα με τη FuelsEurope, τον Φεβρουάριο του 2026 η μέση τιμή της βενζίνης στην Ελλάδα διαμορφωνόταν στα 1,74 ευρώ το λίτρο. Από αυτά, μόλις 0,70 ευρώ αντιστοιχούσαν στην αξία του ίδιου του προϊόντος. Τα 0,71 ευρώ αφορούσαν έμμεσους φόρους και επιπλέον 0,33 ευρώ ΦΠΑ.
Με άλλα λόγια, από τα 1,74 ευρώ που πλήρωνε ο καταναλωτής, τα 1,04 ευρώ κατευθύνονταν σε φόρους. Η καθαρή αξία του προϊόντος αντιστοιχούσε σε λιγότερο από το 40% της τελικής τιμής.
Η τιμή αυτή τοποθετούσε την Ελλάδα μεταξύ των ακριβότερων αγορών βενζίνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ακριβότερα πωλούνταν η βενζίνη στην Ολλανδία, στα 2,06 ευρώ το λίτρο, στη Δανία στα 1,94 ευρώ και στη Γερμανία στα 1,82 ευρώ, ενώ η Ιρλανδία βρισκόταν επίσης στα 1,74 ευρώ.
Στο diesel η εικόνα είναι διαφορετική. Η τελική τιμή στην Ελλάδα διαμορφωνόταν στα 1,55 ευρώ ανά λίτρο, εκ των οποίων τα 0,82 ευρώ αφορούσαν το προϊόν, τα 0,42 ευρώ έμμεσους φόρους και τα 0,30 ευρώ ΦΠΑ. Δηλαδή συνολική φορολογική επιβάρυνση περίπου 0,72 ευρώ ανά λίτρο.
Η ίδια η FuelsEurope επισημαίνει ότι μόνο ένα μέρος της τιμής που καταβάλλεται στην αντλία αποτελεί έσοδο για τη διύλιση, καθώς το υπόλοιπο αφορά τόσο την αγορά του αργού όσο και κυρίως τους φόρους που εισπράττουν τα κράτη.
Από την πανδημία στο νέο άλμα των τιμών
Η έκθεση καταγράφει παράλληλα την εντυπωσιακή μεταβλητότητα που έχει εμφανίσει η αγορά καυσίμων από το 2020 και μετά.
Οι τιμές βενζίνης και diesel είχαν υποχωρήσει έντονα κατά την πανδημία, όταν η κατάρρευση των μετακινήσεων περιόρισε τη ζήτηση. Από το 2021, όμως, η οικονομική επανεκκίνηση, η ανάκαμψη της ζήτησης και η περιορισμένη προσφορά πετρελαίου οδήγησαν σε απότομη αντιστροφή της εικόνας.
Η κορύφωση ήρθε το 2022, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και την επιβολή κυρώσεων στο ρωσικό πετρέλαιο. Οι τιμές άρχισαν στη συνέχεια να αποκλιμακώνονται, ενώ τον Φεβρουάριο του 2023 η ΕΕ απαγόρευσε τις εισαγωγές ρωσικού diesel και άλλων πετρελαϊκών προϊόντων. Παρά την απαγόρευση, η τροφοδοσία από άλλες περιοχές συγκράτησε την αγορά και οι τιμές μειώθηκαν ελαφρά.
Το 2024 και το 2025 οι τελικές τιμές σταθεροποιήθηκαν σε επίπεδα υψηλότερα από εκείνα πριν από την πανδημία. Η FuelsEurope αποδίδει αυτή την εικόνα αφενός στο υψηλότερο διαρθρωτικό ενεργειακό κόστος και αφετέρου στην επαναφορά φόρων και δασμών που είχαν προσωρινά μειωθεί την περίοδο της ενεργειακής κρίσης.
Η διεθνής τιμή του πετρελαίου και το "crack spread"
Η τιμή στην αντλία, πάντως, δεν καθορίζεται μόνο από τη φορολογία. Βασικός παράγοντας παραμένει η διεθνής τιμή του αργού πετρελαίου.
Η FuelsEurope υπενθυμίζει ότι η ευρωπαϊκή διύλιση βρίσκεται ουσιαστικά ανάμεσα σε δύο παγκόσμιες αγορές: εκείνη του αργού και εκείνη των τελικών προϊόντων. Οι βασικοί δείκτες τιμολογούνται σε δολάρια και οι τιμές του αργού καθορίζονται στις διεθνείς spot αγορές.
Μετά την κατάρρευση της ζήτησης το 2020, το Brent ανέκαμψε απότομα και μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έφτασε περίπου στα 120 δολάρια το βαρέλι τον Μάρτιο του 2022. Έως τα τέλη του 2023 είχε υποχωρήσει κοντά στα 80 δολάρια και παρέμεινε σχετικά σταθερό μέχρι τις αρχές του 2025.
Καθοριστικό ρόλο παίζει επίσης το λεγόμενο crack spread, δηλαδή η διαφορά μεταξύ του κόστους του αργού και της τιμής πώλησης των προϊόντων διύλισης. Το 2024 τα περιθώρια διύλισης αυξήθηκαν ιδιαίτερα στο diesel, καθώς τα παγκόσμια αποθέματα υποχώρησαν κάτω από τα φυσιολογικά επίπεδα εξαιτίας των διαταραχών στην προσφορά και των γεωπολιτικών εντάσεων.
Και το ενεργειακό κόστος πιέζει την ευρωπαϊκή διύλιση
Πρόσθετο μειονέκτημα για την Ευρώπη αποτελεί το υψηλό ενεργειακό κόστος. Η FuelsEurope επισημαίνει ότι από το 2009 η αμερικανική βιομηχανία απέκτησε σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα απέναντι στην ευρωπαϊκή, κυρίως χάρη στην επανάσταση του shale gas και τις χαμηλότερες τιμές φυσικού αερίου.
Στην Ευρώπη οι τιμές του φυσικού αερίου εκτινάχθηκαν μετά τον Φεβρουάριο του 2022, υποχώρησαν το 2023 και το 2024 χάρη στη μείωση της ζήτησης, την αύξηση των εισαγωγών LNG και την ενίσχυση των αποθεμάτων, ενώ το 2025 σημείωσαν εκ νέου μικρή άνοδο.
Στο κόστος αυτό προστίθεται και ο άνθρακας. Το ευρωπαϊκό ETS αποτελεί μακράν την ακριβότερη αγορά δικαιωμάτων εκπομπών μεταξύ των μεγάλων διεθνών συστημάτων. Το 2024 η μέση τιμή άνθρακα στο EU ETSδιαμορφώθηκε στα 70,5 δολάρια ανά τόνο CO2, έναντι 48,2 δολαρίων στο Ηνωμένο Βασίλειο, περίπου 36 δολαρίων στη Νέα Ζηλανδία και την Καλιφόρνια, 15,1 δολαρίων στο Πεκίνο και μόλις 6,9 δολαρίων στην Κορέα.
Η εικόνα που προκύπτει είναι επομένως σύνθετη. Οι διεθνείς τιμές του αργού, τα περιθώρια διύλισης, το φυσικό αέριο και το κόστος CO2 επηρεάζουν την τιμή παραγωγής. Όμως για τον Έλληνα οδηγό υπάρχει ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας: η φορολογία.
Και ειδικά στη βενζίνη, όπου οι φόροι απορροφούν 61 λεπτά από κάθε ευρώ που πληρώνεται στην αντλία, η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στην κορυφή της ευρωπαϊκής κατάταξης, πίσω μόνο από τη Φινλανδία.
ΠΗΓΗ Capital.gr