Στα 1.387,23 ευρώ διαμορφώθηκε η μέση κύρια σύνταξη γήρατος που απονεμήθηκε τον Αύγουστο στους νέους συνταξιούχους του Δημοσίου, έναντι 899,27 ευρώ για τους νέους συνταξιούχους από τα ταμεία του ιδιωτικού τομέα. Η διαφορά ανέρχεται σε 487,96 ευρώ τον μήνα, καθώς η μέση σύνταξη του Δημοσίου είναι περίπου 54% υψηλότερη.
Η απόσταση αυτή δεν αποτελεί αποτέλεσμα ενός μόνο παράγοντα, αλλά συνδέεται με έξι λόγους που δίνουν απάντηση στο γιατί οι συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων είναι υψηλότερες από αυτές των ιδιωτικών.
Οι λόγοι αυτοί είναι οι εξής:
1. Υψηλότερες συντάξιμες αποδοχές. Η σταθερή απασχόληση στο Δημόσιο και η εξέλιξη των εργαζομένων στα μισθολογικά κλιμάκια αυξάνουν τις αποδοχές που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της σύνταξης. Οι μισθολογικές ωριμάνσεις και η υπηρεσιακή εξέλιξη δημιουργούν, σε πολλές περιπτώσεις, υψηλότερο συντάξιμο μισθό σε σχέση με εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα που είχαν χαμηλότερες ή περισσότερο μεταβλητές αποδοχές. Στον ιδιωτικό τομέα εξάλλου οι μεγάλες μισθολογικές μειώσεις κατά την περίοδο των μνημονίων επηρέασαν και τις συντάξιμες αποδοχές. Σε πολλές περιπτώσεις οι μισθοί δεν έχουν επανέλθει στα επίπεδα πριν από την κρίση, με αποτέλεσμα οι χαμηλότερες αποδοχές να αποτυπώνονται και στο τελικό ποσό της σύνταξης.
2. Περισσότερα χρόνια ασφάλισης. Οι δημόσιοι υπάλληλοι αποχωρούν κατά κανόνα με 38 έως 40 έτη ασφάλισης, γεγονός που οδηγεί σε υψηλότερες συντάξεις. Αντίθετα, σημαντικό τμήμα των ασφαλισμένων του ιδιωτικού τομέα, ιδιαίτερα των αυτοαπασχολουμένων, συνταξιοδοτείται με λιγότερα έτη.
3. Ειδικά μισθολόγια. Ένα σημαντικό μέρος των νέων συνταξιούχων του Δημοσίου προέρχεται από κατηγορίες όπως ένστολοι, γιατροί του ΕΣΥ, δικαστικοί, πανεπιστημιακοί και μηχανικοί, οι οποίοι αμείβονται με ειδικά μισθολόγια. Οι υψηλότερες αποδοχές αυτών των κατηγοριών μεταφέρονται και στον υπολογισμό της σύνταξης, ανεβάζοντας τον μέσο όρο του Δημοσίου.
4. Η χρήση περισσότερων πλασματικών ετών. Στο Δημόσιο, οι υπάλληλοι μπορούν, πέρα από τα 7 έτη πλασματικού χρόνου που προβλέπονται για τη συνταξιοδότηση, να αναγνωρίσουν ξεχωριστά χρόνο λόγω τέκνων έως 5 έτη, με αποτέλεσμα ο συνολικός χρόνος που μπορεί να αναγνωριστεί να φτάνει έως και τα 12 έτη. Αντίθετα, στον ιδιωτικό τομέα ο χρόνος λόγω τέκνων συνυπολογίζεται μαζί με τους υπόλοιπους πλασματικούς χρόνους, με το συνολικό όριο αναγνώρισης να ανέρχεται στα 7 έτη. Η δυνατότητα πρόσθετης αναγνώρισης πλασματικού χρόνου για τους δημοσίους υπαλλήλους οδηγεί σε υψηλότερα ποσοστά αναπλήρωσης και σε υψηλότερη σύνταξη.
5. Οφειλές και απώλεια ασφαλιστικού χρόνου στον ιδιωτικό τομέα. Ιδιαίτερα στους ελεύθερους επαγγελματίες, οι ασφαλιστικές οφειλές μπορούν να επηρεάσουν τη συνταξιοδότηση. Όταν δεν είναι δυνατή η αξιοποίηση του συνόλου του ασφαλιστικού χρόνου λόγω χρεών ή επιλέγεται η αποποίησή του, ο ασφαλισμένος μπορεί να οδηγηθεί σε σύνταξη με 20-25 έτη, αντί για 35-40, με αποτέλεσμα σημαντικά χαμηλότερη παροχή.
6. Χαμηλές ασφαλιστικές εισφορές των αυτοαπασχολουμένων. Η επιλογή χαμηλής ασφαλιστικής κατηγορίας έχει άμεση επίπτωση στο ύψος της μελλοντικής σύνταξης. Σύμφωνα με τα στοιχεία, περίπου 8 στους 10 ελεύθερους επαγγελματίες επιλέγουν την πρώτη ασφαλιστική κατηγορία. Ενδεικτικά, επαγγελματίας που ασφαλίζεται για 40 χρόνια στην πρώτη κατηγορία, με εισφορά 261 ευρώ τον μήνα, μπορεί να λάβει σύνταξη περίπου 910 ευρώ. Με την τρίτη κατηγορία η σύνταξη ανεβαίνει περίπου στα 1.152 ευρώ, ενώ με την τέταρτη κατηγορία, με εισφορά 432,90 ευρώ, φτάνει περίπου στα 1.334 ευρώ.
Πάνω από 1.000 ευρώ το 42,74%
Παρά τη μεγάλη απόσταση μεταξύ Δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, τα στοιχεία δείχνουν ότι το 42,74% των κύριων συντάξεων γήρατος ξεπερνά τα 1.000 ευρώ. Η εικόνα αυτή συνδέεται τόσο με την αύξηση των συντάξιμων αποδοχών όσο και με το γεγονός ότι όλο και περισσότεροι ασφαλισμένοι αποχωρούν έχοντας συμπληρώσει περισσότερα από 35 ή ακόμη και 40 έτη ασφάλισης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης "Ηλιος" για τον Αύγουστο, η μέση κύρια σύνταξη γήρατος διαμορφώθηκε στα 979,48 ευρώ. Οι αναπηρικές συντάξεις διαμορφώνονται κατά μέσο όρο στα 644,84 ευρώ και οι συντάξεις θανάτου στα 634,01 ευρώ. Στις επικουρικές συντάξεις, το μέσο ποσό γήρατος ανέρχεται σε 221,52 ευρώ, ενώ οι αναπηρικές διαμορφώνονται στα 136,66 ευρώ και οι συντάξεις θανάτου στα 128,61 ευρώ.
Στα μερίσματα του Δημοσίου, το μέσο ποσό γήρατος φτάνει τα 125,01 ευρώ, ενώ για τις συντάξεις θανάτου ανέρχεται στα 75,15 ευρώ. Ιδιαίτερα υψηλό είναι το μέσο ποσό για τα αναπηρικά μερίσματα, το οποίο φτάνει τα 404,84 ευρώ.
Πηγή: capital