Παρά το γεγονός ότι η διεθνής αγορά πετρελαίου βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις σοβαρότερες διαταραχές εφοδιασμού των τελευταίων δεκαετιών, οι τιμές του αργού εξακολουθούν να κινούνται κάτω από το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων το βαρέλι.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που προκαλεί ενδιαφέρον, καθώς η παρατεταμένη κρίση στον Περσικό Κόλπο έχει περιορίσει σημαντικά τη διαθεσιμότητα πετρελαίου στις διεθνείς αγορές.
Η βασική εξήγηση βρίσκεται στα πολύ υψηλά αποθέματα που είχαν συσσωρευθεί παγκοσμίως πριν από την έναρξη της κρίσης. Η αγορά εισήλθε στην περίοδο της αναταραχής έχοντας σημαντικά πλεονάσματα, τα οποία λειτουργούν ως "μαξιλάρι ασφαλείας" και απορροφούν μέρος των κραδασμών που θα προκαλούσε υπό άλλες συνθήκες μια τόσο μεγάλη απώλεια προσφοράς.
Ο ρόλος των αποθεμάτων
Η παρατεταμένη διακοπή των ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ έχει αφαιρέσει περίπου το 14% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, ποσοστό που αντιστοιχεί στη μεγαλύτερη διαταραχή εφοδιασμού που έχει καταγραφεί στη σύγχρονη ιστορία της αγοράς.
Παρότι οι τιμές αντέδρασαν αρχικά με έντονη άνοδο, η συνέχεια υπήρξε πολύ πιο ήπια από ό,τι θα ανέμενε κανείς. Το Brent κινείται σε επίπεδα χαμηλότερα των 100 δολαρίων, περίπου κατά ένα τρίτο υψηλότερα σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα, αλλά αρκετά μακριά από τα ιστορικά υψηλά που είχαν καταγραφεί το 2008.
Η εξήγηση βρίσκεται στα αποθέματα αργού και προϊόντων, τα οποία είχαν αυξηθεί σημαντικά κατά το προηγούμενο διάστημα λόγω της υπερπροσφοράς που χαρακτήριζε την αγορά. Τα διαθέσιμα αποθέματα επέτρεψαν μέχρι σήμερα στην παγκόσμια οικονομία να αποφύγει εκτεταμένες φυσικές ελλείψεις καυσίμων, παρά τη μεγάλη απώλεια προσφοράς.
Παράλληλα, στην εξομάλυνση της κατάστασης συνέβαλε και η αξιοποίηση στρατηγικών αποθεμάτων από αρκετές χώρες, καθώς και η αποδέσμευση αποθεμάτων προϊόντων διύλισης.
Η αγορά παραμένει εύθραυστη
Ωστόσο, η σημερινή εικόνα δεν σημαίνει ότι οι κίνδυνοι έχουν εξαλειφθεί. Τα παγκόσμια αποθέματα μειώνονται με ταχείς ρυθμούς και οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι εφόσον συνεχιστεί η ίδια τάση, τα αποθέματα θα μπορούσαν να επιστρέψουν στα χαμηλά επίπεδα του 2025 ήδη από τον Ιούλιο.
Μέχρι τις αρχές Αυγούστου αναμένεται να προσεγγίσουν τα χαμηλά του 2022, ενώ τον Σεπτέμβριο ενδέχεται να κινηθούν κάτω από το εύρος τιμών που έχει καταγραφεί σε ολόκληρη την τρέχουσα δεκαετία.
Αυτό σημαίνει ότι η αγορά διαθέτει ακόμη ένα περιορισμένο χρονικό περιθώριο ασφαλείας ενός έως δύο μηνών. Εάν όμως η κρίση παραταθεί πέραν του καλοκαιριού και οι ενεργειακές ροές δεν αποκατασταθούν, τότε η φυσική διαθεσιμότητα πετρελαίου θα αρχίσει να περιορίζεται αισθητά.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι τιμές θα μπορούσαν να κινηθούν σημαντικά υψηλότερα, ακόμη και στην περιοχή των 130 έως 150 δολαρίων ανά βαρέλι. Σε περίπτωση που η κρίση συνεχιστεί και το 2027, δεν αποκλείεται να απαιτηθούν επίπεδα ακόμη και κοντά στα 200 δολάρια για να εξισορροπηθεί η προσφορά με τη ζήτηση.
Γιατί οι αγορές δεν ανησυχούν ακόμη
Ένας ακόμη λόγος που συγκρατεί τις τιμές είναι η επιβράδυνση της κατανάλωσης αργού από τα διυλιστήρια, ιδιαίτερα στην Ασία. Η μείωση των περιθωρίων διύλισης έχει οδηγήσει αρκετές μονάδες σε χαμηλότερους συντελεστές λειτουργίας, περιορίζοντας προσωρινά τη ζήτηση για αργό πετρέλαιο.
Παράλληλα, οι εισαγωγές σε ορισμένες μεγάλες καταναλώτριες χώρες εμφανίζονται μειωμένες, γεγονός που αποδυναμώνει τα θεμελιώδη μεγέθη της αγοράς και περιορίζει την ανοδική πίεση στις τιμές.
Σημαντικό ρόλο παίζει και η ψυχολογία των επενδυτών. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές συνεχίζουν να προεξοφλούν ότι αργά ή γρήγορα θα υπάρξει πολιτική διευθέτηση της κρίσης και σταδιακή αποκατάσταση των εμπορικών και ενεργειακών ροών. Οι προσδοκίες αυτές λειτουργούν ως ανάχωμα σε νέες εκρηκτικές αυξήσεις των τιμών.
Διορθώνονται οι προβλέψεις
Η σχετική ψυχραιμία της αγοράς αποτυπώνεται και στις νεότερες προβλέψεις για την πορεία του Brent. Οι εκτιμήσεις για τη μέση τιμή του 2026 έχουν αναθεωρηθεί ελαφρώς προς τα κάτω, καθώς η πορεία των τιμών κατά τον Μάιο αποδείχθηκε ασθενέστερη των προσδοκιών.
Χαρακτηριστικό είναι ότι η φυσική αγορά του Brent διαμορφώθηκε τον Μάιο σε μέσο επίπεδο κοντά στα 110 δολάρια ανά βαρέλι, αισθητά χαμηλότερα από τον μέσο όρο των περίπου 120 δολαρίων που είχε καταγραφεί τον Απρίλιο.
Κάθε φορά που οι τιμές επιχειρούν να κινηθούν ανοδικά, η αγορά επηρεάζεται από ενδείξεις προόδου στις διπλωματικές διεργασίες και από την προσδοκία ότι η μεταπολεμική περίοδος θα οδηγήσει σε σταδιακή αποκατάσταση της παραγωγής και των εμπορικών ροών.
Έτσι, προς το παρόν, η αγορά δείχνει να πιστεύει ότι τα υψηλά αποθέματα και οι προσδοκίες αποκλιμάκωσης αρκούν για να συγκρατήσουν τις τιμές κάτω από τα 100 δολάρια. Το ερώτημα είναι για πόσο ακόμη θα επαρκούν τα αποθέματα ώστε να συνεχίσουν να λειτουργούν ως ασπίδα απέναντι στη μεγαλύτερη ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών.
Πηγή: capital