Σχέδιο "δούναι και λαβείν" για τις επιχειρήσεις έχουν επεξεργαστεί στην κυβέρνηση το οποίο προβλέπει ότι οι εργοδότες θα λάβουν ενίσχυση από το κράτος μέσα από τη μείωση και των ασφαλιστικών εισφορών και της προκαταβολής φόρου ώστε από την άλλη να προχωρήσουν σε αυξήσεις μισθούς για τους εργαζόμενους ενδεχομένως και μεγαλύτερους από αυτούς που είχαν προϋπολογίσει.
Ο πρωθυπουργός, άνοιξε χθες από την Βόρειο Ελλάδα μεγάλο θέμα. Ουσιαστικά προανήγγειλε αύξηση του κατώτατου μισθού πάνω από τα 950 ευρώ μετά την 1/4/2027. Η δέσμευση της κυβέρνησής του ήταν ότι στο τέλος της 4ετίας (δηλαδή το 2027), ο κατώτατος μισθός θα έφτανε στα 950 ευρώ. Καθώς από τον Απρίλιο του 2026 έχουμε ανέβει στα 920 ευρώ, υπολείπεται να δοθεί μια αύξηση των 30 ευρώ. Καθώς όμως αυτό το ποσό φαντάζει λίγο και για τα δεδομένα της αγοράς (σ.σ ο πληθωρισμός θα τρέξει το 2026 με πάνω από 3,6%) αλλά και για τα δεδομένα της συγκυρίας (σ.σ η νέα αύξηση θα αποδοθεί ενδεχομένως και λίγες εβδομάδες πριν από την Κυριακή των εκλογών), ο Κυριάκος Μητσοτάκης άνοιξε χθες τον δρόμο για πολλά σενάρια: και τα 960 και τα 970 ευρώ.
Το ακροατήριο του συγκεκριμένου μέτρου, δεν περιορίζεται μόνο στους περίπου 550.000 δικαιούχους του κατώτατου μισθού. Άμεσα ενδιαφερόμενοι είναι και όλοι ι δημόσιοι υπάλληλοι καθώς μετά τη σύνδεση του εισαγωγικού μισθού στο δημόσιο με τον κατώτατο στον ιδιωτικό τομέα, μια αύξηση στον κατώτατο μισθό αφορά πλέον σε πάνω από 1,3 εκατομμύρια πολίτες. Και φυσικά, η εξαγγελία Μητσοτάκη έχει και τις έμμεσες επιπτώσεις: την επίδραση σε σειρά επιδομάτων (με σημαντικότερα το μητρότητας και το ανεργίας) αλλά και στις τριετίες οι οποίες αρχίζουν να ενεργοποιούνται μαζικά στον ιδιωτικό τομέα καθώς πλέον απομακρυνόμαστε από το χρονικό σημείο του "ξεπαγώματος" του συγκεκριμένου μέτρου.
Η συζήτηση που πραγματοποιείται κάθε φορά που αποφασίζεται αύξηση του κατώτατου μισθού είναι αν το σηκώνει η αγορά. Γεγονός είναι ότι τον κατώτατο μισθό τον καταβάλλουν κατά κανόνα οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις οι οποίες έχουν και μικρότερες αντοχές. Αυτό λοιπόν που αναμένεται να παρουσιαστεί στη ΔΕΘ είναι ένα πλάνο "ανταποδοτικότητας". Δηλαδή, οι επιχειρήσεις να πάρουν για να δώσουν. Καταρχήν, το μη μισθολογικό κόστος θα μειωθεί λόγω της δρομολογημένης μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών κατά τουλάχιστον 0,5% από την 1/1/2027. Άρα, ένα μέρος της αύξησης του κατώτατου μισθού απορροφάται ούτως ή άλλως. Μετά, η αγορά περιμένει τουλάχιστον δύο ακόμη παρεμβάσεις: τη μείωση της προκαταβολής φόρου που μεταφράζεται σε ελαφρύτερο εκκαθαριστικό από την άνοιξη του 2027 (τότε δηλαδή που θα ξεκινά και η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού) αλλά και προγράμματα χρηματοδότησης που σημαίνουν μικρότερη δαπάνη για τόκους αλλά και πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό.
Το 2027 θα είναι η τελευταία φορά που η κυβέρνηση θα μπορεί να χρησιμοποιήσει το χαρτί της αύξησης του κατώτατου μισθού κατά βούληση. Από το 2028 θα συνυπολογίζονται ο πληθωρισμός αλλά και η αύξηση της παραγωγικότητας ενώ θα ενεργοποιηθεί η ρήτρα μη μείωσης ώστε να αποφεύγονται μειώσεις μισθών σε περίπτωση αποκλιμάκωσης των τιμών ή μείωσης της παραγωγικότητας. Αυτό λοιπόν που προκύπτει από τις χθεσινές δηλώσεις Μητσοτάκη είναι ότι ο πρωθυπουργός αποφάσισε να παίξει και αυτό το χαρτί. Ενδεχομένως μάλιστα, να είναι και μια ακόμη ένδειξη ότι οι βουλευτικές εκλογές θα διεξαχθούν μετά την 30η Απριλίου ώστε να έχει φανεί και στην πράξη η συγκεκριμένη αύξηση.
Σήμερα, ο κατώτατος μισθός είναι στα 920 ευρώ και αυτό σημαίνει 772 ευρώ καθαρά για έναν 30άρη χωρίς παιδιά. Σημαίνει επίσης 797 ευρώ καθαρά για έναν 20άρη ή 25άρη. Τα 950 ευρώ που ήταν ο "πήχης" μέχρι τώρα, ισοδυναμούν με μια καθαρή αύξηση της τάξεως των 23 ευρώ. Δηλαδή, τα 772 ευρώ, γίνονται 794 ευρώ. Από εκεί και πέρα, για κάθε 10 ευρώ επιπλέον, προκύπτει και καθαρή αύξηση 7 ευρώ. Δηλαδή, στα 960 ευρώ, αντιστοιχούν 801 ευρώ, στα 970 ευρώ, 808 ευρώ καθαρά κ.ο.κ. Το που θα μπει ο πήχης, προφανώς και δεν θα το μάθουμε από τώρα. Το ζητούμενο ήταν να ανοίξει η συζήτηση και να δημιουργηθούν οι σχετικές προσδοκίες…