Ένας από τους ισχυρότερους ξένους επενδυτές στην Ελλάδα ετοιμάζεται να προσθέσει στο χαρτοφυλάκιό του ορισμένα από τα πιο γνωστά ονόματα της ελληνικής εστίασης. Ο λόγος για τον Ινδοκαναδό δισεκατομμυριούχο Πρεμ Γουάτσα (Prem Watsa), τον άνθρωπο πίσω από τη Fairfax Financial Holdings, ο οποίος, μετά τις επενδύσεις του στη Eurobank, τη Metlen, τις ασφαλίσεις και τα ακίνητα, στρέφεται πλέον στα Goody’s, τα Everest και τα υπόλοιπα σήματα της Evergood.
Η Vivartia ανακοίνωσε την Τετάρτη 14 Οκτωβρίου την υπογραφή οριστικής συμφωνίας για την πώληση του 100% της Evergood στην καναδική Recipe Unlimited Corporation, η οποία συνδέεται με τον όμιλο Fairfax του Πρεμ Γουάτσα.
Πρόκειται για μια συμφωνία που φέρνει υπό την ίδια επενδυτική ομπρέλα τα Goody’s Burger House, Everest, Flocafé Espresso Room, La Pasteria και Jackaroo, καθώς και τις δραστηριότητες των Hellenic Catering και Olympic Catering.
Με την κίνηση αυτή, ο όμιλος αποκτά πρόσβαση σε ένα ευρύ δίκτυο οργανωμένης εστίασης, από τα καταστήματα γρήγορου φαγητού και τις καφετέριες μέχρι τα εστιατόρια και τη μαζική σίτιση.
Η συμφωνία δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, καθώς εκκρεμούν οι προβλεπόμενες εγκρίσεις και η εκπλήρωση των σχετικών προϋποθέσεων.
Ωστόσο, για όσους παρακολουθούν την πορεία του Πρεμ Γουάτσα στην Ελλάδα, η νέα επένδυση δεν αποτελεί μεμονωμένη κίνηση, αλλά αποτελεί ένα ακόμη ένα κεφάλαιο μιας επενδυτικής διαδρομής που ξεκίνησε στα χρόνια της οικονομικής κρίσης και εξελίχθηκε σε παρουσία δισεκατομμυρίων ευρώ στην ελληνική οικονομία.
Από την Ινδία στον Καναδά με 8 δολάρια στην τσέπη
Η προσωπική ιστορία του Πρεμ Γουάτσα απέχει αρκετά από την εικόνα του σημερινού δισεκατομμυριούχου επενδυτή.
Γεννήθηκε το 1950 στην περιοχή του Χαϊντεραμπάντ της Ινδίας, σε οικογένεια εκπαιδευτικών. Σπούδασε χημικός μηχανικός στο φημισμένο Ινδικό Ινστιτούτο Τεχνολογίας του Μαντράς, από το οποίο αποφοίτησε το 1971.
Έναν χρόνο αργότερα, το 1972, αποφάσισε να μεταναστεύσει στον Καναδά, έπειτα από παρότρυνση του πατέρα του. Σύμφωνα με αφηγήσεις του ίδιου, όταν έφτασε στη νέα του πατρίδα είχε στην τσέπη του μόλις 8 δολάρια.
Για να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του, εργάστηκε ως πωλητής κλιματιστικών και θερμαντικών σωμάτων. Παράλληλα, συνέχισε την εκπαίδευσή του, αποκτώντας MBA από το Richard Ivey School of Business του Πανεπιστημίου Western Ontario.
Το 1974 ξεκίνησε να εργάζεται ως αναλυτής επενδύσεων στην ασφαλιστική Confederation Life. Εκεί ήρθε σε επαφή με τη φιλοσοφία του Benjamin Graham, του επενδυτή που θεωρείται πατέρας της στρατηγικής αγοράς υποτιμημένων μετοχών και επιχειρήσεων.
Η βασική ιδέα ήταν απλή: να εντοπίζει εταιρείες των οποίων η πραγματική αξία είναι μεγαλύτερη από αυτή που αναγνωρίζει η αγορά και να επενδύει σε αυτές με μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Αυτή η φιλοσοφία θα αποτελούσε αργότερα τη βάση της επενδυτικής αυτοκρατορίας του.
Πώς δημιούργησε τη Fairfax και έγινε ο "Γουόρεν Μπάφετ του Καναδά"
Το 1984 ο Γουάτσα ίδρυσε μαζί με τον Τόνι Χάμπλιν την Hamblin Watsa Investment Counsel, εταιρεία διαχείρισης επενδύσεων. Έναν χρόνο αργότερα, το 1985, οργάνωσε ομάδα επενδυτών και ανέλαβε τον έλεγχο της Markel Financial, μιας μικρής καναδικής ασφαλιστικής εταιρείας που ειδικευόταν στην ασφάλιση φορτηγών και είχε ετήσια ασφάλιστρα περίπου 10 εκατ. δολαρίων.
Το 1987 η εταιρεία μετονομάστηκε σε Fairfax Financial Holdings. Το όνομα προήλθε από τις λέξεις "fair, friendly acquisitions", που αποτυπώνουν τη φιλοσοφία των εξαγορών της. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Fairfax εξελίχθηκε σε διεθνή ασφαλιστικό και επενδυτικό όμιλο, με δραστηριότητες που εκτείνονται πολύ πέρα από τον αρχικό της κλάδο.
Ο Πρεμ Γουάτσα απέκτησε το προσωνύμιο "Γουόρεν Μπάφετ του Καναδά", καθώς το επενδυτικό του μοντέλο παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με εκείνο της Berkshire Hathaway. Η Fairfax χρησιμοποιεί τα κεφάλαια που εισπράττει από τις ασφαλιστικές δραστηριότητές της και τα οποία διακρατεί μέχρι να καταβληθούν οι μελλοντικές αποζημιώσεις, προκειμένου να πραγματοποιεί επενδύσεις σε επιχειρήσεις, μετοχές, ομόλογα και ακίνητα.
Η φήμη του ενισχύθηκε ιδιαίτερα κατά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Η Fairfax είχε τοποθετηθεί εγκαίρως απέναντι στους κινδύνους της αμερικανικής στεγαστικής αγοράς, πραγματοποιώντας σημαντικά κέρδη όταν ξέσπασε η κρίση.
Αυτή η ικανότητα να επενδύει αντίθετα από το κυρίαρχο ρεύμα της αγοράς έγινε ένα από τα χαρακτηριστικά του.
Eurobank: Το μεγάλο στοίχημα που έφτασε να αξίζει 4,6 δισ. ευρώ
Η μεγαλύτερη και πιο γνωστή επένδυση του Πρεμ Γουάτσα στην Ελλάδα είναι η Eurobank. Η Fairfax εισήλθε στο μετοχικό κεφάλαιο της τράπεζας το 2014, σε μια περίοδο κατά την οποία το ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρισκόταν ακόμη αντιμέτωπο με τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης.
Τον Ιούνιο του 2014 το ποσοστό συμμετοχής της είχε διαμορφωθεί στο 13,58%, καθιστώντας την έναν από τους βασικούς μετόχους της τράπεζας. Το 2015, κατά τη νέα ανακεφαλαιοποίηση της Eurobank, η Fairfax επένδυσε επιπλέον 400 εκατ. ευρώ, αποκτώντας μετοχές στην τιμή των 0,31 ευρώ.
Επρόκειτο για μια τοποθέτηση υψηλού κινδύνου σε μια περίοδο κατά την οποία οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονταν στο επίκεντρο της οικονομικής αβεβαιότητας. Ο Γουάτσα, ωστόσο, επέλεξε να διατηρήσει τη συμμετοχή του και να στηρίξει τη μακροπρόθεσμη ανάκαμψη της τράπεζας.
Το 2018 η Fairfax κατείχε περίπου το 17% της Eurobank, ενώ τα επόμενα χρόνια το ποσοστό της αυξήθηκε σημαντικά, μεταξύ άλλων και μέσω της συγχώνευσης της τράπεζας με τη Grivalia Properties. Το 2025, μετά την πώληση 80 εκατ. μετοχών, το ποσοστό της διαμορφώθηκε αρχικά στο 32,89%, ενώ τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς αναφέρθηκε συμμετοχή 32,67%.
Η αξία της επένδυσης είναι ενδεικτική της επιτυχίας του εγχειρήματος. Σύμφωνα με αναφορές που αποδίδονται στον ίδιο τον Γουάτσα, η αξία της συμμετοχής της Fairfax στη Eurobank αυξήθηκε από περίπου 700 εκατ. ευρώ το 2020 σε περίπου 4,6 δισ. ευρώ το 2026.
Η Eurobank αποτελεί έτσι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της στρατηγικής του: αγορά σε περίοδο κρίσης, διατήρηση της επένδυσης για πολλά χρόνια και αξιοποίηση της ανάκαμψης.
Eurolife: Η επένδυση στις ασφαλίσεις και η συμφωνία των 813 εκατ. ευρώ
Τον Δεκέμβριο του 2015 ο καναδικός όμιλος συμφώνησε να αποκτήσει τον έλεγχο του 80% της Eurolife από τη Eurobank, διευρύνοντας την παρουσία του στον ελληνικό ασφαλιστικό κλάδο.
Το 2021 ενίσχυσε περαιτέρω τη θέση του, αποκτώντας το υπόλοιπο 50% της Costa Luxembourg, της εταιρείας μέσω της οποίας ελεγχόταν η συμμετοχή στην Eurolife.
Η επένδυση αυτή εξελίχθηκε σε μια ακόμη σημαντική επιχειρηματική κίνηση, με τη Fairfax να εισπράττει, σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία, συνολικά 471,8 εκατ. ευρώ από μερίσματα και επιστροφές κεφαλαίου. Τον Οκτώβριο του 2025 ανακοινώθηκε νέα συμφωνία, βάσει της οποίας η Eurobank θα αποκτούσε το 80% των δραστηριοτήτων ασφάλισης ζωής της Eurolife, έναντι 813 εκατ. ευρώ.
Η Fairfax, από την πλευρά της, διατηρεί την παρουσία της στις γενικές ασφαλίσεις μέσω της Eurolife General Insurance, στην οποία η Eurobank συμμετέχει με 20%. Η συγκεκριμένη συναλλαγή δείχνει και μια άλλη πλευρά της στρατηγικής του Γουάτσα: παρά τη φήμη του ως μακροπρόθεσμου επενδυτή, δεν διστάζει να προχωρήσει σε πωλήσεις ή αναδιάρθρωση συμμετοχών όταν θεωρεί ότι έχουν δημιουργηθεί οι κατάλληλες συνθήκες.
Grivalia: Από τα ακίνητα στα πολυτελή ξενοδοχεία
Η Grivalia αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της επενδυτικής παρουσίας της Fairfax στην Ελλάδα. Ο καναδικός όμιλος απέκτησε ισχυρή θέση στην Grivalia Properties, η οποία εξελίχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους παίκτες της ελληνικής αγοράς επαγγελματικών ακινήτων.
Το 2017 η Fairfax προχώρησε σε υποχρεωτική δημόσια πρόταση για το υπόλοιπο 48,63% της εταιρείας, με εκτιμώμενη αξία περίπου 430 εκατ. ευρώ. Η διαδικασία ακυρώθηκε το 2018. Το 2019 ακολούθησε η συγχώνευση της Grivalia Properties με τη Eurobank, ενισχύοντας τη θέση της Fairfax στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.
Επιπλέον, ο όμιλος διατήρησε σημαντική παρουσία στον τουρισμό και στα ξενοδοχειακά ακίνητα μέσω της Grivalia Hospitality. Η εταιρεία δραστηριοποιείται στον τομέα των πολυτελών ξενοδοχειακών μονάδων και των τουριστικών επενδύσεων, έναν κλάδο που έχει προσελκύσει σημαντικά διεθνή κεφάλαια τα τελευταία χρόνια. Το 2023 η Eurolife Ζωής απέκτησε επιπλέον 10% της Grivalia Hospitality έναντι 48,3 εκατ. ευρώ, ανεβάζοντας τη συμμετοχή που συνδεόταν με τη Fairfax στο 85,1%.
Metlen: Η επένδυση στον όμιλο Μυτιληναίου
Από το χαρτοφυλάκιο του Πρεμ Γουάτσα δεν θα μπορούσε να λείπει ένας από τους μεγαλύτερους ελληνικούς βιομηχανικούς και ενεργειακούς ομίλους. Τον Δεκέμβριο του 2022 η Fairfax προχώρησε σε νέα επένδυση στη Mytilineos, τη σημερινή Metlen, αγοράζοντας 2.702.703 ίδιες μετοχές έναντι 50 εκατ. ευρώ, με τιμή 18,5 ευρώ ανά μετοχή.
Με τη συναλλαγή αυτή, η συνολική συμμετοχή της Fairfax έφτασε τις 6.688.047 μετοχές, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 4,68%. Επιπλέον, υπεγράφη συμφωνία για ανταλλάξιμο ομόλογο ύψους 50 εκατ. ευρώ, το οποίο έδινε τη δυνατότητα απόκτησης έως 2,5 εκατ. επιπλέον μετοχών.
Η συνεργασία συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια, με τη Fairfax να ενισχύει τη θέση της στον ελληνικό όμιλο. Το 2026 η συμμετοχή της αναφέρεται ότι διαμορφώθηκε στο 8,34%, έπειτα από πρόσθετες αγορές μετοχών.
Praktiker: Η εξαγορά μέσα στην κρίση και η πώληση στους Ρουμάνους
Πριν από την είσοδο στην οργανωμένη εστίαση, η Fairfax είχε ήδη δοκιμάσει τις δυνάμεις της στο ελληνικό λιανεμπόριο. Τον Απρίλιο του 2014 απέκτησε την Praktiker Hellas, μετά την πτώχευση της γερμανικής μητρικής εταιρείας.
Η ελληνική αλυσίδα διέθετε τότε 14 καταστήματα και είχε εμφανίσει κύκλο εργασιών 195,8 εκατ. ευρώ το 2012. Η Fairfax διατήρησε τον έλεγχο της εταιρείας για περισσότερο από μία δεκαετία, μέσω της Colonnade Finance.
Τον Ιούλιο του 2025 συμφώνησε την πώλησή της στη ρουμανική Paval Holding, ιδιοκτήτρια της αλυσίδας Dedeman. Το τίμημα της συναλλαγής εκτιμήθηκε μεταξύ 120 και 130 εκατ. ευρώ, ενώ το 2026 ξεκίνησε η διαδικασία μετονομασίας των καταστημάτων σε Dedeman.
Από το Antenna+ μέχρι τις ασφαλίσεις στην Κύπρο
Πέρα από τις μεγαλύτερες και περισσότερο γνωστές τοποθετήσεις, η Fairfax έχει πραγματοποιήσει και άλλες επενδύσεις που συνδέονται με την ελληνική επιχειρηματικότητα.
Το 2023 απέκτησε συμμετοχή 15% στο Antenna Plus, την πλατφόρμα streaming του ομίλου ΑΝΤΕΝΝΑ, μέσω αύξησης μετοχικού κεφαλαίου. Η συγκεκριμένη κίνηση σηματοδότησε την παρουσία της και στον χώρο των ψηφιακών μέσων και της ψυχαγωγίας.
Επιπλέον, τον Οκτώβριο του 2026 συμφωνήθηκε η απόκτηση ποσοστού 45% της ERB Ασφαλιστικής Κύπρου έναντι 54,8 εκατ. ευρώ, με τη Eurobank να διατηρεί το υπόλοιπο 55% και τον έλεγχο.
Στο παρελθόν, η Fairfax είχε επίσης συνδεθεί με μετοχικές επενδύσεις σε ελληνικές εισηγμένες, όπως η Jumbo και η Sarantis, χωρίς αυτές να αποτελούν σήμερα βασικούς πυλώνες της ελληνικής παρουσίας της.
Γιατί ο Γουάτσα στρέφεται τώρα στα Goody’s και τα Everest
Σε αντίθεση με τις προηγούμενες επενδύσεις του σε τράπεζες ή βιομηχανικές επιχειρήσεις, αυτή τη φορά ο Γουάτσα αποκτά έμμεση παρουσία σε εμπορικά σήματα που γνωρίζει σχεδόν κάθε ελληνικό νοικοκυριό.
Η Evergood διαθέτει δραστηριότητες σε διαφορετικές κατηγορίες της αγοράς, από το γρήγορο φαγητό και τον καφέ μέχρι το casual dining, το street food και την τροφοδοσία επιχειρήσεων.
Η εξαγορά εντάσσεται έτσι στη στρατηγική ενός επενδυτή που έχει αποδείξει ότι δεν δεσμεύεται από συγκεκριμένους κλάδους, αλλά αναζητά επιχειρήσεις με ισχυρά εμπορικά σήματα και δυνατότητες μακροχρόνιας ανάπτυξης.
Για τον Πρεμ Γουάτσα, ο οποίος πριν από περισσότερο από μισό αιώνα έφτασε στον Καναδά με μόλις 8 δολάρια, η Ελλάδα έχει εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες αγορές της διεθνούς επενδυτικής του δραστηριότητας.
Και με την απόκτηση της Evergood, το αποτύπωμά του γίνεται πλέον ορατό όχι μόνο στις τράπεζες, στις ασφαλιστικές εταιρείες και στις μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά και στα καταστήματα εστίασης που επισκέπτονται καθημερινά χιλιάδες καταναλωτές.