X

Από τα Ίμια του 1996 στη Γροιλανδία του 2026: όταν οι συμμαχίες δεν εγγυώνται πια

Οι κανόνες, το ΝΑΤΟ και το υπαρξιακό δίλημμα της Ελλάδας στον νέο πολυκεντρικό κόσμο ισχύος

Ο λόρδος Ίσμεϊ περιέγραφε το 1949 το raison d'être του ΝΑΤΟ: "να κρατήσει τους Ρώσους έξω, τους Γερμανούς κάτω και τους Αμερικανούς μέσα". Μιλούσε για έναν κόσμο με σαφή ιεραρχία ισχύος — έναν κόσμο όπου οι συμμαχίες λειτουργούσαν επειδή υπήρχε κέντρο, βούληση και αποτροπή. Αυτός ο κόσμος δεν υφίσταται πια. Η συζήτηση για μια Συμμαχία χωρίς την αμερικανική εγγύηση δεν ανήκει πλέον στη σφαίρα του αδιανόητου. Η κρίση γύρω από τη Γροιλανδία λειτούργησε ως στιγμή στρατηγικής αποκάλυψης: ακόμη και μεταξύ συμμάχων, η ισχύς μπορεί να προηγηθεί των κανόνων.

Παρομοίως, το φετινό Νταβός επιβεβαίωσε αυτό που ήδη διαφαινόταν. Οι ΗΠΑ μιλούν πλέον ανοιχτά για ιεράρχηση θεάτρων, για σφαίρες επιρροής, για τη γεωοικονομία ως εργαλείο ασφάλειας και για προτεραιότητα στην εθνική τους επικράτεια και στο δυτικό ημισφαίριο. Η πρόσφατη Εθνική Στρατηγική Άμυνας το καθιστά σαφές: η Ευρώπη δεν εγκαταλείπεται — απλώς παύει να αποτελεί αυτονόητο κέντρο. Από πυλώνας, γίνεται παράμετρος.

Ας είμαστε ακριβείς. Η μονοπολικότητα υπήρξε ιστορική εξαίρεση μετά το 1989. Σήμερα εισερχόμαστε σε έναν πολυκεντρικό κόσμο όπου η ισχύς διαχέεται και οι εγγυήσεις δεν λειτουργούν αυτόματα. Το πρόβλημα δεν είναι ότι τελείωσε η "μονοπολική στιγμή". Είναι ότι τελειώνει η αυτοματοποιημένη προστασία που παρείχε. Τα όρια αυτά δεν αποκαλύπτονται για πρώτη φορά. Τριάντα χρόνια πριν — τέτοιες ημέρες του Ιανουαρίου — η τραγική κρίση των Ιμίων έφερε δύο κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ στο χείλος της σύγκρουσης. Οι συνθήκες υπήρχαν, το διεθνές δίκαιο ίσχυε, οι συμμαχίες θεωρούνταν δεδομένες. Κι όμως, η αποκλιμάκωση κρίθηκε στη διαχείριση ισχύος και στη βούληση των μεγάλων παικτών — όχι σε κάποιον αυτόματο μηχανισμό προστασίας.

Το Άρθρο 4 πρόσφερε διαβούλευση — όχι ασφάλεια. Το Άρθρο 5, το περίφημο "επίθεση σε έναν σύμμαχο, επίθεση σε όλους", ενεργοποιήθηκε μόλις μία φορά στην ιστορία, μετά την 11 η Σεπτεμβρίου, και αφορά αποκλειστικά ένοπλη επίθεση. Ακόμη νωρίτερα, το 1974, μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, η Συμμαχία αποδείχθηκε θεσμικά απροετοίμαστη να αποτρέψει μια σύγκρουση μεταξύ δύο μελών της — όχι ως αποτυχία, αλλά ως αντανάκλαση της ίδιας της αρχιτεκτονικής της. Το ΝΑΤΟ σχεδιάστηκε για εξωτερικές απειλές, όχι για την επίλυση ενδοσυμμαχικών κρίσεων.

Το ίδιο μάθημα επανεμφανίστηκε το 2020 με την εργαλειοποίηση μεταναστευτικών ροών στον Έβρο. Οι υβριδικές πιέσεις μπορούν να δοκιμάσουν τα όρια της Συμμαχίας χωρίς να ενεργοποιούν τις ρήτρες συλλογικής άμυνας. Το προηγούμενο είχε ήδη διαφανεί στο επεισόδιο Μαδούρο: όταν ο ισχυρός βαφτίζει μια ενέργεια "ασφάλεια", η νομιμότητα συχνά ακολουθεί. Το βλέπουν καθαρά στη Μόσχα και στο Πεκίνο — και ακόμη καθαρότερα στην Άγκυρα. Στο γκρίζο πεδίο, ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του αναθεωρητή.

Το ΝΑΤΟ δεν στηρίχθηκε ποτέ σε αυτοματισμούς αλλά σε μια υπόθεση εμπιστοσύνης: ότι ο ισχυρότερος σύμμαχος θα σταθεί δίπλα στον ασθενέστερο. Σήμερα, η υπόθεση αυτή δείχνει λιγότερο αυτονόητη. Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας για την Ελλάδα. Η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας. Διατηρεί ενεργό casus belli για την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και προωθεί συστηματικά το αναθεωρητικό δόγμα της "Γαλάζιας Πατρίδας", αμφισβητώντας ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδα και τον ρόλο του Καστελλόριζου.

Στην Ανατολική Μεσόγειο δεν κρίνεται ποιος επικαλείται καλύτερα το διεθνές δίκαιο. Κρίνεται ποιος διαθέτει στρατηγική συνοχή, σαφές δόγμα, διαρκή παρουσία και αξιόπιστη αποτροπή. Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ καλύπτουν περίπου το 70% των αμυντικών δαπανών του ΝΑΤΟ. Αυτό δεν είναι ισοτιμία· είναι δομική εξάρτηση. Όποιος πληρώνει, ιεραρχεί — και όποιος ιεραρχεί καθορίζει τι συνιστά κρίση.

Για την Ελλάδα και την Ευρώπη, τα συμπεράσματα είναι σαφή:

1. Οι συμμαχίες δεν υποκαθιστούν την ισχύ. Η αποτροπή παραμένει πρωτίστως εθνική υπόθεση.

2. Η Ανατολική Μεσόγειος απαιτεί στρατηγικό δόγμα, όχι αντιδράσεις της τελευταίας στιγμής. Μόνιμη παρουσία. Σύνδεση ΑΟΖ–ενέργειας–ασφάλειας.

3. Η Ευρώπη χρειάζεται πραγματικές δομές άμυνας και πολιτικής ισχύος — όχι διακηρύξεις: ενιαία στρατηγική διοίκηση, κοινό αμυντικό δόγμα και πραγματική πολιτική εκπροσώπηση ισχύος

4. Το ΝΑΤΟ οφείλει να προσαρμοστεί στις υβριδικές απειλές πριν αυτές μετατραπούν σε κρίσεις. Το 1974 ανέδειξε τα θεσμικά όρια του ΝΑΤΟ.

Το 1996 τα επιχειρησιακά του όρια. Το 2026 φωτίζει πλέον τα στρατηγικά του όρια. Σε έναν πολυκεντρικό κόσμο δεν μετρά ποιος έχει δίκιο — αλλά ποιος διαθέτει αποτρεπτική αξιοπιστία πριν από την κρίση. Για την Ελλάδα, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: όποιος δεν είναι παρών, αμφισβητείται. Όποιος περιμένει, πληρώνει. Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια της ψευδαίσθησης. Στην Ανατολική Μεσόγειο, η αναμονή δεν είναι ουδετερότητα. Είναι θέση.

Ο Κωνσταντίνος Α. Κανελλόπουλος είναι Διδάκτωρ Οικονομολόγος – Πολιτικός Επιστήμων