X

Η κηδεία των καλών τρόπων

Ήταν και είναι λοιπόν οι "καλοί τρόποι" ένα σαθρό καμουφλάζ; Οι λαοί έψαχναν και ψάχνουν να βρουν αφορμή ή πρόσχημα για να απαλλαγούν από τη στενή τους "επιτήρηση";

"Εμείς οι Γερμανοί δεν είμαστε έθνος ανταρτών. Χρειαζόμαστε ηγεσία, διαταγές, εντολές. Κάποτε είχα περάσει αρκετές μέρες μέσα σ΄ ένα σοβιετικό τρένο που διέσχιζε την ύπαιθρο και είχα ακούσει ένα Ρώσο να μου λέει: "Για να κάνουν επιδρομή, σε σιδηροδρομικό σταθμό, οι
Γερμανοί σύντροφοι θα πρέπει πρώτα να έχουν αγοράσει εισιτήρια”...".

Το αυτοσαρκαστικό σχόλιο ανήκει στην "ανώνυμη" Γερμανίδα –με πιστοποιημένη μετά θάνατον την ταυτότητά της- που έγραψε και δημοσίευσε το 1959 τη σπαραχτική μαρτυρία "Μια γυναίκα στο Βερολίνο" (στην Ελλάδα κυκλοφόρησε σε δύο διαφορετικές μεταφράσεις από τον "Κέδρο" και τον "Νάρκισσο"), γύρω από τη σκληρή μοίρα που επεφύλαξαν οι Σοβιετικοί στις συμπατριώτισσές της, αμέσως μετά την κατάληψη του Βερολίνου. Η δική της σκληρή μοίρα "μετριάστηκε" αφενός από την ικανοποιητική γνώση της ρωσικής γλώσσας (σε ένα σύντομο ιδιωτικό ταξίδι της στην προπολεμική Σοβιετική Ένωση τοποθετεί χρονικά το ανέκδοτο που προαναφέραμε), αφετέρου –και κυρίως- στην εξασφάλιση μεταπολεμικά ενός Σοβιετικού
αξιωματικού ως προστάτη/νταβατζή, σύμφωνα με την αμείλικτη "λογική" επιβίωσης υπό κτηνώδεις συνθήκες καθημερινότητας: καλύτερα να έχεις έναν σταθερό προβλεπτό βιαστή, παρά δεκάδες –ίσως κι εκατοντάδες- ανεξέλεγκτους που, μόλις ξεδιψάσουν την καύλα τους, μπορεί και να σε αποχαιρετίσουν με μια σφαίρα στο κεφάλι.

Ωστόσο, το ανέκδοτο της "ανώνυμης" μάς φανερώνει και μια άλλη πικρή αλήθεια: ποτέ ο "κομφορμισμός" της νομιμοφροσύνης και των καλών τρόπων δεν εμπόδισε έναν λαό να εκδηλώσει τα χειρότερά του ένστικτα, εάν είχε προηγηθεί η κατάλληλη διαπαιδαγώγησή του (πες την και "πλύση εγκεφάλου") ή κι εάν απλώς του δινόταν η ευκαιρία να δράσει ατιμωρητί: οι νομοταγείς Γερμανοί που δεν μπορούσαν να καταλάβουν έναν σιδηροδρομικό σταθμό "εάν δεν έκοβαν πρώτα εισιτήριο" ήταν οι ίδιοι μ’ εκείνα τα τέρατα που, λίγους μήνες αργότερα, θα μάντρωναν μέσα σε εκκλησίες γυναικόπαιδα και θα τους έβαζαν φωτιά με τα φλογοβόλα.

Ήταν και είναι λοιπόν οι "καλοί τρόποι" ένα σαθρό καμουφλάζ; Οι λαοί έψαχναν και ψάχνουν να βρουν αφορμή ή πρόσχημα για να απαλλαγούν από τη στενή τους "επιτήρηση"; Διαχρονικά η ιστορία των ανθρώπινων θηριωδιών κάτι τέτοιο αποκαλύπτει, μολονότι οι λαμπρές εξαιρέσεις από τον κανόνα με σπάνιες, ενίοτε και ακραία ριψοκίνδυνες πράξεις αυταπάρνησης, καταδεικνύουν πως η εν λόγω "επιτήρηση" δεν πήγαινε πάντοτε στράφι. Τι συμβαίνει όμως σε μια γενιά –ή και σε δύο αύριο, σε τρεις μεθαύριο- που ενηλικιώνεται δίχως αυτήν την "επιτήρηση"; Πώς αναμένεται να συμπεριφερθούν άτομα γαλουχημένα σε ένα περιβάλλον όπου οι "καλοί τρόποι" έχουν πεθάνει –έχουν δολοφονηθεί, εάν προτιμάτε- και έχουν κηδευτεί προ πολλού;

Το ερώτημα έχει τεθεί πολλές φορές στο παρελθόν, αλλά ειδικά μετά την εμφάνιση των social media, προς τα μέσα της πρώτης δεκαετίας του εικοστού πρώτου αιώνα, επανήλθε με ασυνήθιστη δριμύτητα. Όσοι ασχοληθήκαμε επισταμένως με το άθλημα, αντιληφθήκαμε εγκαίρως ότι το "θηριοτροφείο" των social media αντικατόπτριζε παραμορφωμένα, σαν τους μαγικούς καθρέφτες του λούνα παρκ, τον κόσμο που συναντούσαμε καθημερινά στο δρόμο.

Θέλω να πω, εάν δεν είχες προκαλέσει τρακάρισμα ή εάν δεν είχες απλώσει το ξερό σου σε μια περαστική, κανένας δεν θα τολμούσε να σε περιλούσει στο δρόμο με την έκταση και την ένταση του υβρεολόγιου που σε περιλούζουν στα social media, ακόμη και όταν τους απευθύνεις μια τυπική "καλημέρα".

Η ανωνυμία και η ψευδωνυμία, ως δίδυμες θεραπαινίδες της θρασυδειλίας, μεγάλωσαν μια γενιά όπου οι "καλοί τρόποι" ήταν τόσο άγνωστοι και, πρωτίστως, άχρηστοι όσο και η εκμάθηση σουαχίλι στην Αλάσκα. Δεν είδαν όλοι με κακό μάτι αυτή την εξέλιξη. Ορισμένοι θεωρούν πως έτσι δίνεται ένα καίριο πλήγμα στον ούτως ή άλλως υποκριτικό κομφορμισμό των "καλών τρόπων", ενόσω κάποιοι άλλοι, λιγότερο οπτιμιστές μα συμπλέοντες, εξέλαβαν την "επιδρομή της αγένειας" (μαζί με την "επιδρομή της βλακείας", την "επιδρομή των προκαταλήψεων" και λοιπές παρεμφερείς διαδικτυακές "επιδρομές") ως μια ανακουφιστική "φυσική εκτόνωση" που χίλιες φορές καλύτερα να λαμβάνει χώρα μπροστά στα πλήκτρα του υπολογιστή, παρά έξω στην "αληθινή ζωή".

Αλίμονο, η διεθνής εμπειρία από την εικοσαετία που μεσολάβησε, δεν δείχνει να δικαιώνει τους αισιόδοξους. Η διαδικτυακή συσσώρευση "αγένειας" δεν μεταμορφώνει ως δια μαγείας όσους σε σκυλοβρίζουν στα social media σε υποδειγματικούς ευγενικούς πολίτες μόλις διαβούν το κατώφλι του σπιτιού τους. "Η ευγένεια υποχρεώνει", λένε οι φίλοι μας οι Γάλλοι. Δυστυχώς, το ίδιο και η αγένεια.