X

Η κληρονομιά του Καραγάτση

Ομολογώ ευθύς εξαρχής ότι ο Μ. Καραγάτσης είναι από τους πλέον "εθιστικούς" Νεοέλληνες πεζογράφους, από εκείνους που οι Αγγλοσάξονες αποκαλούν page turner: έτσι και ξεκινήσεις να διαβάζεις ένα βιβλίο τους, είναι σχεδόν αδύνατον να το παρατήσεις στη μέση.

"Εκείνο που λείπει, σ’ εμάς τους Έλληνες, είναι λίγη πραχτικότητα και λίγη ποίηση στην καθημερινή ζωή μας, τα δύο άκρα αντίθετα, που γεννούν την ισορροπία. Είμαστε ολότελα πεζοί και φαντασιόπληχτοι συνάμα. Πεζοί στις φαντασίες μας και φαντασιόπληχτοι στις δουλειές μας".

Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ, "Ο ΓΙΟΥΓΚΕΡΜΑΝ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΕΡΝΑ ΤΟΥ", ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ "ΕΣΤΙΑΣ".

Το σκηνικό της πλοκής είναι στημένο στον Πειραιά. Η χρονιά είναι το 1925, τρία μόλις χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, όταν η Ελλάδα γλείφει ακόμη τις πληγές της και δεν μπορεί να φανταστεί ότι οι σημερινοί εξαθλιωμένοι πρόσφυγες –γύρω στο ένα εκατομμύριο- θα είναι το λίπασμα για την αυριανή εθνική της ανάκαμψη. Πρόσφυγας είναι και ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, ο Βασίλι Κάρλοβιτς Γιούγκερμαν, ένας "εκρωσισμένος" Φιλανδός αριστοκράτης που τα απόνερα από το μπολσεβίκικο τσουνάμι θα ξεβράσουν πρώτα στην Κωνσταντινούπολη κι έπειτα στην Πειραιά. Εδώ τον πετυχαίνουμε κατά τη διάρκεια ενός από τους μακρινούς στοχαστικούς του περιπάτους, συντροφιά με τον συνάδελφό του στην Τράπεζα Εμπορικών Παροχών, τον Μιχάλη Καραμάνο, που από την πλειονότητα των μελετητών θεωρείται ως alter ego του ίδιου του Καραγάτση: όπως ο δημιουργός του, έτσι και ο Καραμάνος, παράλληλα και ταυτόχρονα με τη δουλειά του στην Τράπεζα, έχει ανοίξει τα φτερά του στο χώρο της λογοτεχνίας και συνήθως οι απόψεις του, σαν αυτήν που παραθέσαμε στην αρχή, απηχούν τις απόψεις του συγγραφέα.

Ομολογώ ευθύς εξαρχής ότι ο Μ. Καραγάτσης (1908-1960) είναι από τους πλέον "εθιστικούς" Νεοέλληνες πεζογράφους, από εκείνους που οι Αγγλοσάξονες αποκαλούν page turner: έτσι και ξεκινήσεις να διαβάζεις ένα βιβλίο τους, είναι σχεδόν αδύνατον να το παρατήσεις στη μέση.

Με τον σνομπισμό και την άγνοια που συνοδεύουν συχνά τη νεότητα, τον θεωρούσα επί πολλά χρόνια "προχειρογράφο" -μέχρι που άρχισα να τον… διαβάζω. Τότε υποχρεώθηκα να ρίξω όλες μου τις προκαταλήψεις στα σκουπίδια και να εκτιμήσω δύο αφηγηματικά του χαρίσματα που είναι πια δυσεύρετα: τη "γενναιοδωρία" και την "εξωστρέφειά" του.

Όπως στις ταινίες της λεγόμενης "χρυσής εποχής" του ελληνικού κινηματογράφου κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 (σε φανερή αντίθεση, ας πούμε, με τις "εσωτερικών αναζητήσεων" ταινίες της δεκαετίας του 1980), οι ήρωες στα μυθιστορήματα του Καραγάτση
κινούνται στην "αγορά", τόσο με τη στενή όσο και με την ευρεία της έννοια, με αποτέλεσμα να μας δίνουν κυριολεκτικά έναν ανεκτίμητο θησαυρό πληροφοριών για τους ανθρώπους και τα ήθη του καιρού τους.

Επιπροσθέτως, το εύρημα του Καραγάτση στη μυθιστορηματική του τριλογία υπό τον γενικό τίτλο "Εγκλιματισμός κάτω από τον Φοίβο" (τον "Συνταγματάρχη Λιάπκιν", τον "Γιούγκερμαν" και τη "Μεγάλη Χίμαιρα") να τοποθετεί στο κέντρο της πλοκής έναν "ξένο" (έναν Ρώσο, έναν Φιλανδό και μια Γαλλίδα αντίστοιχα) μάς παρέχει την ανεπανάληπτη ευκαιρία να μπορούμε να κοιτάζουμε το έθνος μας "καλειδοσκοπικά": πώς βλέπουμε εμείς τον εαυτό μας και, την ίδια στιγμή, πώς βλέπουν οι άλλοι εμάς.

Η πρόσφατη τηλεοπτική σειρά της ΕΡΤ "Η Μεγάλη Χίμαιρα" ανακίνησε για πολλοστή φορά το ενδιαφέρον του μεγάλου κοινού για τα βιβλία του –και λέω "για πολλοστή φορά" διότι κάθε δεκαετία από τον πρόωρο θάνατό του (έφυγε από τη ζωή στα 52 του χρόνια), με διαφορετική κάθε φορά αφορμή, ο Καραγάτσης επιδίδει εκ νέου τα διαπιστευτήριά του αποδεικνύοντας ότι αποτελεί έναν από τους πιο "ανθεκτικούς" long seller πεζογράφους μας. Δεν ξέρω αν ο ίδιος ο Καραγάτσης θα έδινε ελαφρά τη καρδία την άδειά του ώστε να "πολιτογραφηθεί" η κεντρική του ηρωίδα από Γαλλίδα (στο βιβλίο) σε Ιταλίδα (στη σειρά), αλλά κατά τα λοιπά ακόμη και αυτός, ο γεννημένος γκρινιάρης, θα ήταν υπερήφανος για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.

Επί της ουσίας, ωστόσο, τι "πρακτικά ωφέλιμο" έχουν να μας εκμυστηρευτούν οι ήρωες του Καραγάτση έναν αιώνα αργότερα από την εποχή που έδρασαν; Πολλά περισσότερα από όσα μπορούμε να εκμαιεύσουμε εκ πρώτης όψεως. Μολονότι, από καθαρά τεχνολογικής πλευράς, το δικό μας 2026 από το 1925 του Καραγάτση δεν δείχνει να απέχει έναν αιώνα αλλά δέκα (δείτε, λόγου χάριν, πόσο εγγύτερα μοιάζει να βρίσκεται η καθημερινότητα του 1975 με την καθημερινότητα του 1925 από την αντίστοιχη καθημερινότητα κατά την πεντηκονταετία του 1975-2025), ο θεμελιώδης "ψυχισμός" του έθνους, η διαρκής ακροβασία ανάμεσα στη "φαντασιοπληξία" και στην "πραχτικότητα", δεν έχει μειωθεί ή αλλοιωθεί ούτε κατ’ ελάχιστον. Και αυτό δεν είναι ένα "επίτευγμα" του Καραγάτση· είναι ένα "επίτευγμα" δικό μας.